"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

ερώτηση

(παίρνοντας σκυτάλη από την εξαιρετική ανάρτηση της Αλέκας)

(Ηλιογράφος)

..................

"Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!" *



Ποιο είναι το δικό σου ΟΧΙ;

Σήμερα.


(τα σχόλια - απαντήσεις σας, δηλαδή απαντήσεις μας, είναι το σημερινό ποστ )


*Μανόλη Αναγνωστάκη, Τα Ποιήματα (εποχές)


(Γιώργος Κούρος)

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Ποιητικά δοκίμια ανθρωπογνωσίας

Στη σύντομη εισαγωγή ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, των οποίων έχει επιμεληθεί την μετάφραση, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:

«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».


Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».

Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου, λοιπόν, ένα φιλί και μια παραδοχή, τώρα –ιδίως- που φεύγω. Δεν είχες λάθος: όνειρο ήτανε η ζωή μου. Έχει, ωστόσο, σημασία αν ήταν μέρα ή νύχτα, ψευδαίσθηση ή όχι, η πτώση των ελπίδων μου; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε. Αυτό!

Στέκομαι. Ακούω κύματα να ωρύονται το μαρτύριο κάποιας ακτής. Κοιτάζω το χέρι μου: κρατάω μια φούχτα άμμο χρυσή… ασήμαντο απόκτημα! Και πώς γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα, πώς χάνεται. Βουλιάζει κι εγώ θρηνώ. Θρηνώ. Βουλιάζει! Θεέ μου, αν έσφιγγα γερά το χέρι, θα την έσωζα; Θα την κρατούσα μακριά απ’ τ’ ανελέητο κύμα; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε; Αυτό;

(Έντγκαρ Άλλαν Πόε, περιοδικό «Ποιητική» τ. 1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)



Ο λαβύρινθος

Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς», μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (2)

Επί του πρακτέου λοιπόν τρία σονέτα σήμερα: η περίφημη «Λήθη» του Λορέντσου Μαβίλη, ένα από τα «παραμελημένα» σονέτα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, και το αγαπημένο μου από χρόνια «Πάθος» του Ιωάννη Γρυπάρη.
Παρατηρήστε, ακούστε, αισθανθείτε τον όμορφο ποιητικό τους λόγο. Την ροή και τον διαφορετικό ρυθμό τους, όπως το αίσθημα του καθενός ορίζει. Το πώς παίζουν, διαπλέκονται και εξελίσσονται τα σύμφωνα και τα συμπλέγματα, σαν μουσική υποκρουση του συναισθήματος. Πώς κάθε λέξη παίρνει τη θέση της χωρίς ούτε να περισσεύει, ούτε και να περνάει πάνω από το σύνολο, όπως ένας δεμένος θίασος φωνών. Την πυκνότητα, την καθαρότητα και την ευθυβολία των εικόνων, Το πώς πάλλεται, καθώς εναλλάσσεται από εικόνα σε εικόνα, αλλά και σε διαφορετικά υποστρώματα, το συναίσθημα. Πώς μένουν προσηλωμένα στο στόχο τους απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και πόσο στέρεα οικοδομούν και κλιμακώνουν το θέμα τους, από στίχο σε στίχο και από τετράστιχο σε τετράστιχο, ως την κορύφωση και την πύκνωση του εξάστιχου. Τέλος την λεπτότητα του ύφους, την πρωτοτυπία της ιδέας, την μουσικότητα της σύνθεσης και την ατμόσφαιρα που το καθένα υποβάλει ανάλογα με το θέμα του (ταραχή και θλίψη το πρώτο, τρυφερότητα και γαλήνη το δεύτερο, παραφορά και ορμητικότητα το τρίτο)
Απολαύστε με λίγα λόγια τρία κομψοτεχνήματα λόγου, με τον ίδιο τρόπο που κανείς απολαμβάνει μια Παναγιά γλυκοφιλούσα, «δια χειρός» κατανυκτικού αγιογράφου, κι ας μην πιστεύει σε κανένα Θεό…

(Θα σας πρότεινα να κλείσετε την μουσική στο πλάι, για ν’ ακούσετε την δική τους –άλλωστε σονέτο σημαίνει … τραγουδάκι :)


Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα ο βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται,-

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

(Λορέντσος Μαβίλης)



…Κι έπαψες να μιλείς. Ήμουν σιμά σου
και τόσο σπλαχνικό κι αγνό και πράο
ήταν κυρά το μάγο ανάβλεμμά σου
που τη στιγμή ποτέ δε λησμονάω!

Κι εμέθυσα απ’ τη γλύκα της ματιάς σου
που τήνε βλέπω ομπρός μου όπου κι αν πάω
κι η λίμνη κι η γαλήνη κι η καρδιά σου
όλα σου λέγαν πόσο σ’ αγαπάω

Κι ω μυστικό θαράπιο απ’ το κορμί μου
σαν άυλο γνέφι επέταξε η ψυχή μου
και το άχραντό σου ετύλιξε το σώμα

Και τη φωτίζουν του ματιού σου οι αχτίδες
και στον καθρέφτη του νερού την είδες
να τρεμολάμπει μες στο μπλάβο χρώμα.

(Κωνσταντίνος Θεοτόκης)



Πάθος

Ως πότε η ζωή μας να σαπίζη
σαν τα στεκάμενα νερά η θλιμμένη,
και μες στο βούρκο της λιμνιάς ν’ ανθίζη
λευκά παρθενικά η Νυμφαία* ντυμένη;

Το πάθος το τρανό ζητώ που ορίζει
τη μοίρα της ζωής σα να ήταν ξένη
και την τυφλήν απόφαση χαρίζει
που ρίχνουνται στα κύματα οι πνιγμένοι.

Πόθοι νόθοι κρυφοί και πόθοι στείροι,
που αποτρυγάτε το άρρωστο όνειρό μου,
ήρθε το πάθος το τρανό να σύρη

και μένα σκλάβο του έξω νου και νόμου,
να μάθω και να πω πως είναι ίσως
πιο δυνατή η αγάπη κι απ’ το μίσος.

(Ιωάννης Γρυπάρης)

*λευκό λουλούδι που φυτρώνει στις ακρολιμνιές

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (1)

Το δώρο ενός πολύ καλού φίλου, ένα βιβλίο με τα σονέτα του Κων. Θεοτόκη -την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα, όπως και πολλοί άλλοι πιστεύω-, ήταν η αιτία να βυθιστώ πάλι, μετά από πολύ καιρό, στην θάλασσα των στίχων αυτού του εν πολλοίς παρωχημένου ποιητικού είδους.
Είναι αλήθεια ότι η ρίμα και το μέτρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου, είτε όταν γράφω είτε όταν διαβάζω ποίηση. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η ποίηση πρέπει να είναι κοντά στην φυσική ομιλούμενη γλώσσα. Να μπορεί ν’ ακολουθήσει την αναπνοή της εποχής που ζει, τον τόνο και τον παλμό της. Να αντλεί από τα υπόγεια ρεύματα και τις αναθυμιάσεις του καιρού της το αίσθημα, τις άδηλες ή ομολογημένες αγωνίες και επιθυμίες των ανθρώπων με τους οποίους συγχρωτίζεται, ούτως ώστε να αρθρώνει έναν λόγο που μετουσιώνει όλ’ αυτά σε ποιητικότητα –και επομένως τα αναβαθμίζει στην διαχρονία- και εν συνεχεία τα ενσταλάζει γόνιμα στο κοινωνικό σώμα. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια εποχή βίαιη, σπασμωδική, κατακερματισμένη, σαν την δική μας, η μελωδικότητα, και ο άλλοτε λυρικός, άλλοτε έντονα δραματικός, τόνος του σονέτου, δεν μπορεί ούτε να συντονιστεί με το συλλογικό φαντασιακό, ούτε να διεισδύσει στο ταραγμένο «κοινωνικό υποσυνείδητο», και επομένως να βρει ευήκοον ακροατήριο. Γι’ αυτό και διαφωνώ -αν και κατανοώ πολύ καλά, και ως ένα βαθμό συμμερίζομαι, τους λόγους- με την τάση που παρατηρείται από κάποιους, συχνότατα αξιόλογους, ανθρώπους του χώρου, για μια επιστροφή στα σχήματα αυτά. Πιστεύω ότι ο στίχος αφότου έσπασε τα δεσμά του, ποτέ δεν θα ξαναϋποκύψει σ’ αυτά οικειοθελώς.
Τα παραπάνω δεν μας εμποδίζουν φυσικά να απολαύσουμε τις αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές κατασκευές, να εγκαταλειφθούμε στον τρυφερό ή σπαρακτικό κυματισμό τους, να γευτούμε την ομορφιά ενός ατόφιου ποιητικού λόγου.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ίσως πιο σημαντικό και από την αισθητική απόλαυση, που αυτό το συγκεκριμένο είδος, το σονέτο, προσφέρει, ιδιαίτερα σε όσους από εμάς παλεύουμε να κάνουμε ποίηση: Υψηλή ποιητική. Το σονέτο είναι αναμφισβήτητα ένα κομψοτέχνημα ποιητικού λόγου. Τα αυστηρά πλαίσια μέσα στα οποία είναι αναγκασμένο να κινηθεί (ρίμα, αριθμός στίχων, μέτρο) επιβάλλουν πολύ καλοδουλεμένη γραφή και υψηλών προδιαγραφών τεχνική. Απαιτούν λεπτοδουλειά που μοιάζει με κέντημα σε πολύ λεπτή γάζα. Σμίλεμα όχι μόνο στίχο-στίχο, όχι μόνο λέξη-λέξη, αλλά ακόμη και συλλαβή-συλλαβή, φθόγγο-φθόγγο. Επιπλέον η μικρή του έκταση επιβάλλει πυκνό και πολύ σφιχτά δομημένο ανάπτυγμα, που πρέπει να εξελίσσεται ανοδικά, χωρίς πουθενά να χάνεται στον δρόμο, χωρίς ούτε μία περιττή διακλάδωση, ή πλαδαρότητα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διατηρεί λαμπερό τον στίχο και το νόημά του απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Πρέπει ακόμη αυτό το μικρό, σαν μια ανάσα, ποιητικό αρχιτεκτόνημα, να έχει κομψότητα, λεπτότητα, λάμψη, αλλά και υποβλητικότητα. Αυτά προϋποθέτουν πρωτοτυπία, όχι κατ’ ανάγκην στο θέμα, όσο στους ποιητικούς τρόπους και τα ποιητικά «τεχνάσματα», ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι σπινθηροβόλο, να έχει παλμό και να μπορεί να μεταδώσει την συγκίνηση και το αίσθημα που ο δημιουργός του επιθυμεί.
Φυσικά όλα τα σονέτα δεν επιτυγχάνουν αυτό το ύψιστο αποτέλεσμα. Εξαρτάται από τη μαστοριά του ποιητή. Στο βαθμό όμως που πλησιάζουν αυτές τις αρετές, αγγίζουν περισσότερο ή λιγότερο την λάμψη ενός ποιητικού διαμαντιού.
Όλ’ αυτά τα λέω όχι μόνο για να υμνήσω ένα ποιητικό είδος που τείνει να εκλείψει -κάτι όχι επιλήψιμο, αν ο χρόνος το έχει προσπεράσει-, αλλά κυρίως για να προτρέψω όλους εμάς που προσπαθούμε να γράψουμε ποίηση, να σκύψουμε πάνω σ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα, για να μάθουμε. Γιατί θα είναι καλό για την Ποίηση να καταλάβουμε, ότι η ελευθερία του στίχου, που κληρονομήσαμε από πρωτοπόρους και επαναστάτες αυτής της μεγάλης και ανθεκτικής παρά τους πανταχόθεν εχθρούς Τέχνης, δεν είναι ασυδοσία. Θέλω να πω ότι το να γράφουμε «ελεύθερα» (χωρίς ομοιοκαταληξία, μέτρο κ.λ.π.) δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γράφουμε «άτεχνα». Το ανεξέλεγκτο παραλήρημα, οι λεκτικές ακροβασίες, οι κοινοτοπίες, οι επαναλήψεις, η άνευ λόγου συναισθηματική υπερβολή ή ο στόμφος, το ξεχείλωμα του κειμένου προς κάθε κατεύθυνση, η έλλειψη οργάνωσης, δομής και οικονομίας, η επίδειξη «ποιητικότητας», η λεξιλαγνεία και ο βερμπαλισμός, η απουσία βάθους ή/και πρωτοτυπίας, η άνευ λόγου παράθεση «ποιητικών» λέξεων ή αντίστροφα ευτελών καθημερινών, με στόχο μόνο τον εντυπωσιασμό και όχι κάποιο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η απουσία γενικότερα στην εκάστοτε ποιητική κατασκευή οποιουδήποτε στόχου ή ουσίας (σκόπιμα δεν χρησιμοποιώ την λέξη «νόημα», γιατί ο στόχος μπορεί να είναι και μόνο ένα αίσθημα, μια εικόνα ή ο,τιδήποτε άλλο, όπως και να ‘χει όμως πρέπει να υπάρχει), όλ’ αυτά και άλλα πολλά που παρατηρούμε συχνά στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή, δεν είναι εμπλουτισμός του ποιητικού λόγου, αλλά φτώχια του. Και το χειρότερο, έχουν επίπτωση πάνω στο ίδιο το σώμα της Ποίησης. Γιατί την ευτελίζουν, την καθιστούν αναξιόπιστη στα μάτια των πιθανών αποδεκτών της και επιτείνουν, αντί να πολεμούν, το ούτως ή άλλως -για λόγους πέραν των ατομικών μας επιθυμιών και δυνατοτήτων-αντιποιητικό κλίμα και πνεύμα της εποχής που ζούμε.
Φυσικά τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να αποθαρρύνουν, να αποτρέψουν ή να απογοητεύσουν. Κάθε άλλο. Αντίθετα είμαι της άποψης ότι όσο πιο πολύ, και πιο πολλοί, αισθανόμαστε την ανάγκη να εκφρασθούμε ποιητικά, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να ανακάμψει το γονατισμένο όραμά μας για μια ζωή όπου η ποίηση δεν θα είναι τέχνη, αλλά υπαρκτικός τρόπος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωσή μας να τιμούμε αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι πιστεύουμε. Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη του και να προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν. Η ευκολία του βγάζω όπως-όπως στο χαρτί ό,τι με ταλανίζει, ίσα για να απαλλαγώ απ’ αυτό ή, ακόμη χειρότερα, για να καταγραφώ ως ποιητής, δεν είναι σε καμμία περίπτωση Ποίηση. Είναι είτε απλό ξέδομα είτε μεγαλομανία, πράγματα που δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός από τον γράφοντα. Η Ποίηση όμως μας αφορά όλους και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο αντιποιητικοί γίνονται οι καιροί. Είναι από τις λίγες ανάσες που μας έχουν απομείνει. Γι’ αυτό ας την σεβαστούμε. Η μελέτη των μεγάλων επιτευγμάτων της ποιητικής Τέχνης μάς βοηθάει να ανταποκριθούμε στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε όταν πιάνουμε το μολύβι. Μη ξεχνάμε ότι η Ποίηση είναι η μόνη Τέχνη της οποίας τα μυστικά δεν διδάσκονται. Οι μόνοι δάσκαλοί μας είναι οι λαμπρές στιγμές του παρελθόντος της. Αυτές και η μόνη ευλογία μας. Και το σονέτο, σαν ένα πολύ υψηλών τεχνικών απαιτήσεων στιχούργημα, είναι ό,τι πρέπει «δάσκαλος» για μας τους… μαθητευόμενους της τέχνης. Αν λοιπόν δεν θέλουμε να μας καταραστεί και αυτή και ο χρόνος, ας κάτσουμε στα θρανία με σταυρωμένα χέρια και ας το ακούσουμε προσεκτικά.