Στεκόταν όρθιος, ακίνητος
"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019
Στεκόταν όρθιος, ακίνητος
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012
αγρυπνία (ή ενός λεπτού... γραφή)
το δέντρο που βουλιάζει
λίμνη Κερκίνη -τόπος
πάντα μετέωρος κι αποδημητικός
στην κόψη
ενός Κάπα
γερμένου στα νερά
πάντ' ανοιχτός πάντ' άγρυπνος
σε μι΄άλλη θάλασσα
μετράς ανάστροφα
το αύριο που δεν τελειώνει
25/1/12
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011
Ακατέργαστο - Μηδεν
ένα μαντήλι; έναν κισσό; ένα σεληνόφως;
Γυρνώ τροχιές ατέρμονες
γύρω απ' αυτό το κέντρο που διαλύεται
μήπως το πλέξω με το θέλω
μήπως το πείσω με το πείσμα
μα όλο κι εγώ αδυνατίζω
μυριάδες χέρια και φωνές και μάτια
ξεσκίζουν κάθε πλέξη
Να διαλυθει! Να διαλυθεί!
ό,τι μας έχτισαν
και ό,τι χτίσαμε
μέσα σ' αυτό χτιστήκαμε
όρθια φαντάσματα
Να διαλυθεί! Να διαλυθεί!
ουρλιάζουν
κι άκαρπη κάθε μου προσπάθεια
να πλέξω τα κουρέλια
Δευτέρα 2 Μαΐου 2011
ο στίχος
Πέφτω στην άνοιξη
Το άλλοτε έγινε κάποτε
Δεν υπάρχει ανάπαυλα
Δεν αρρωσταίνω ποτέ
Πενθώ πάντα
Η μητέρα εικόνισμα
Νεκρή στ’ όνειρό μου
Η άνοιξη τρέχει
Ο άγνωστος πέθανε
Με τα γαλάζια του μάτια
Χαροκαμένες γυναίκες ο στίχος
Αρκεί
Χαροκαμένες γυναίκες
Η άνοιξη τρέχει
(Κουτσαίνω ανάμεσα)
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Ανασκαφές
Οι σπηλιές έχουν δύο ανοίγματα.
Κανένα δεν βγάζει στον παράδεισο
I.
Οι κρυψώνες όλο και λιγοστεύουν
Υπάρχει πάντα ένας καλός λόγος να μισείς
Λίγο το ένα λίγο το άλλο
λες και δεν το ‘ξερες από παλιά
πώς αρπάζουν τα ξερόκλαδα
Αν κρυφτείς τελικά στη σπηλιά
άσε λίγο ανοιχτό το στόμιο
μη πνιγείς απ’ τους καπνούς
και ζεστάσου στη φωτιά σου
Εκείνοι καίγονται τρίζοντας
Μη γλείφεις τα δάχτυλά σου απ’ την πείνα
γονάτισε και παρακάλεσε
ν’ αντέξουν μέχρι το πρωί
Αύριο θα βγεις πάλι
να μαζέψεις φρύγανα
στην κοιλάδα της απωλείας
II.
Λέω ν’ ανοίξω αυτή την πόρτα
ελευθερώνοντας τα νερά
πρωτοβρόχια, καταιγίδες
και θλιμμένες ψιχάλες
Ίσως μετά έρθει η είδηση
το αναπάντεχο κενό
που εκκολάπτει
Συνάντησα τον αδερφό, τη μάννα, τον πατέρα
στα βλέφαρα μιας αγριότητας υγρής
να τρεμοπαίζουν με τη μοίρα
Νικούσαν πάντα τα νερά
και όποιος επιπλεύσει
Το ίδιο και στην πίκρα
ένα σανίδι, ένα πτώμα, ένας φελλός
και πού και πού κάποιος απελπισμένος
Τι ωφελεί να κλείνεις το στόμιο της σπηλιάς
αφού κι αυτή μες στα νερά περιπλανιέται
III.
Θέλω
θέλω να σας μιλήσω
για τα μυρμηγκιασμένα χέρια
και τους σπασμένους αστραγάλους
για τα παράξενα ορυχεία
των ακατέργαστων ονείρων
για τη δυσοσμία του έρωτα
μετά την ελεεινή φυγομαχία
για τις σπηλιές που κρύβουμε τις λύπες μας
να μην τις βρουν οι άνεμοι
για όλ’ αυτά που απολιθώνονται
στα στεκάμενα νερά
και μένουν
πατήματα ζωής
στην απέραντη αλάνα της θλίψης
Θέλω για πολλοστή φορά να σας μιλήσω
όμως φοβάμαι
τη μυστική ζωή ν’ ανοίξω
γιατ’ είναι ένα σκοινί χιλιοτριμμένο
που μόλις μας κρατάει δεμένους
με τον εαυτό μας
και πώς ν’ αντέξει
τον καταιγιστικό θυμό;
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
ευχαριστώ
τις σκίζω με ξυράφια
νάτος εκεί ο μικρός
-τον έλεγαν Φελίτσε-
που έπιασε την υδρόγειο
με τα μικρά του χέρια
τη γύρισε σαν σβούρα
για να βρει
εκεί! εκεί!
Κοιμάμαι στις ακτές μου
φυσάει γλυκά χειμώνας
από τα όρη του Βορρά
με μια σκιά γαλάζια
χαραγμένη
-μοιάζουν Χριστούγεννα τα χέρια του
χαρά νωπή κι απόκοσμη-
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
μπλε και μαβί
πουλιά φυτρώνουν
ένας σοφός βγάζει κλαδιά
της θάλασσας θηρία
μασούν φύλλα φωτιάς
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
στην κορυφή του κόσμου
στύβω με τα μικρά χεράκια
μια ήσυχη βραδιά Δεκέμβρη
με αναμμένα δέντρα
τραγούδι αποστάζει
απ’ τις γωνιές του μπλε
στον τρυφερό κορμό μου
δεντράκι έξι χρονών
ρετσίνι
μια λέξη πεταμένη
στου δρόμου τις πατημασιές
ευχαριστώ
από τη σκόνη τη σηκώνω
φοράω γούρι
και το βουνό μου ανεβαίνω
με τα μικρά μου πέλματα γυμνά
που δεν ματώνουν
(από arabesque)
Ευχαριστώ
Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010
Επικαιρότητα διαρκείας
πυρομανής και θα πεθάνω!
Ούρλιαξε ο τρελός
Και αυτοπυρπολήθηκε.
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
oliki ep-ana-fora
Λοιπόν θα σου το πω
μ’ όλη τη δύναμη του λάθους μου
που στις ραγισματιές ανάμεσα γλιστράει
κι εκπυρσοκροτεί
Θα σου το πω
όπως αυτό το τσάμικο
που χόρεψες ο παραστρατημένος
και ίδρωσε τουφέκια
το σινιέ πλακάκι
Το ξέρω πως θα προσπεράσεις
μ ένα κοκόρι κρυμμένο στο παλτό
-πάντα αυτό δεν έκανες;-
και θα βαλθείς να ξεφυλλίζεις πόλεις
για να στοκάρεις επιδέξια το παλιό
Μα θα στο πω
κι ας έδιωξες τον άγγελο
να μη φοβάσαι του λαδιού την ετυμηγορία
Κανείς
της πατρικής ελιάς
δεν έκαψε το έλεος
Μεσ’ απ’ τις επιδέξιες ραφές
ξεσπά
και αναβλύζει
την ώρα της χαράς
μια νικηφόρα
σταυροφορία του νερού
πάνω απ’ την οικουμένη
κυματίζει ήρωες
ένα πετράδι
στο κέντρο της ασπίδας
δείχνει καρδιά
κι εσύ
ιππέας μύθου
Δέξου το
Eίσαι το χώμα σου
Και σκύψε
Μ’ ασβέστη
σημάδεψε του ονείρου σου το όριο
όπως το περιβόλι του ο παππούς σου
να μην περνάει μαύρο κι αγριόχορτο
Να δεις
που θα μοσχοβολήσει πάλι
μέντα και μοσχομπίζελο
της μοίρας σου ο δρόμος
6/12/10
(από arabesque)
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
πέρας
Μπαίνει ένα πολτώδες φως
Στην ατμόσφαιρα
Ένα σούρουπο αχνό ηλεκτρικό
Και κουρασμένος ουρανός
Πίσω απ’ τους τοίχους
Ψιθυριστοί μονόλογοι
Που βρωμάνε άπλυτα δόντια
Πιο πέρα
Η ανάσα από δεντρολίβανο
Ενός λυπημένου
Δίπλα ένα αγόρι
Ψάχνει τ’ όνειρό του κάτω από το κρεβάτι
Πιο ‘κει γέροι που λιώνουν
Νοσοκόμες που βρίζουν
Ο αέρας τρίζει μια παράξενη αρρώστια
Γεμάτη μυίγες
Και ψόφιες καρδιές
Έπειτα έρχεται η νύχτα
Με σιγανά χτυπήματα στις πόρτες
Αφήνει ένα κανάτι γάλα
Κρυφά ανοίγεις και το παίρνεις
Ελπίζοντας πως σήμερα θα κοιμηθείς
Χωρίς εφιάλτες
Δίπλα στον εαυτό σου που πεθαίνει
Υπολογίζεις τις μέρες και τις νύχτες
Που θα συνεχιστεί αυτό
Χάνεις το λογαριασμό
Όπως όταν μετράς τα μυρμήγκια
Μιας μυρμηγκοφωλιάς
Διαπιστώνεις πως «όλα κινούνται»
Και βάζεις τις παντόφλες σου
Για να μετρήσεις τα πόδια σου
Τα μυρμήγκια κατοικούν πια στο μυαλό σου
Και δεν τολμάς να κοιμηθείς
Στο τέλος εκείνη η επίμονη επιθυμία
Που ποτέ δεν κατοίκησε
Γίνεται η μοναδική σου κόρη
Τη βλέπεις να μεγαλώνει παρθένα
Γεμίζει το κάδρο
Με βλέμμα sfumato
Χαμογελάει
Με το τελευταίο σου νόημα
Η Μόνα Λίζα σου
Απλώνει στο παράθυρο δέντρα
Που σβήνουν κάθε νόημα
Ο Μιχαήλ Άγγελος πλησιάζει αργά
Βγάζει ένα μαχαίρι και σε κόβει
Κοιμάσαι δίπλα στους εφιάλτες
Γυμνός ο εαυτός σου
(από arabesque)
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Ήρθε η ώρα της σποράς
Οι προσκυνητές καταφθάνουν από παντού
Κρατούν χρώματα τυλιγμένα σε όμορφα πακέτα
Από πίσω έρχονται οι εχθροί
Πεζοί ή πάνω σε χαλασμένα ποδήλατα
Δεν κρατούν τίποτα
Έρχονται φορτωμένοι μάτια περιπολικά
Γελώ δυνατά
Και το γέλιο μου ρίχνει κουρτίνες φωτός
Φυλάω τα χρώματα γι’ αργότερα
Τώρα επείγει να σκοτώσω
Ριπές
Τους βλέπω έναν-έναν να πέφτει τσιρίζοντας
μια μυρωδιά ναφθαλίνης
Τελευταίοι έρχονται –ευτυχώς- οι μάγοι
Πάνω σε καμήλες όπως τότε
Ποδοπατούν τη ναφθαλίνη με αρχοντιά
Και στρώνουν παντού μια ωραία τυφλότητα
Από πράσινο φρεσκοκομμένο χορτάρι
Διπλώνω με προσοχή το χάρτη μου
Να μη χυθεί το φως
Που θα πέσει άπλετο αύριο
Φορώ τα καινούρια μου μεταξωτά χρώματα
Ήρθε η ώρα της σποράς
Σου είπα κάποτε
Μπορώ να σβήνω τα μάτια
Και να τα ξανανάβω όταν έρθει η ώρα
Με ακολουθείς μέσα στη νύχτα των λεόντων
Κι ίσως είσαι εσύ που προπορεύεσαι
Κρυφά
Σπέρνουμε μάτια στα παρτέρια
Έπειτα καθόμαστε στο μώλο
Κατάχαμα όπως παιδιά
Κουνώντας τα πόδια πάνω απ’ το νερό
Και περιμένουμε την ανατολή
Ο ήλιος εδώ βγαίνει πάντα από τη θάλασσα
Πυρωμένο ρόδο
(από "arabesque")
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010
Αντί-Λαλος
Τ’ αηδόνια
Γεμίζουν τα λευκά δωμάτια
Στέκονται στη σειρά
Άυπνα – λερωμένα – σιωπηλά
Το ξημέρωμα θα είναι πάντα βροχερό
Υπόσχεση διαρκείας
Διασώστες δεν μπορούν να φτάσουν ως εδώ
Ίσως δεν υπάρχουν
Ίσως εκεί που μαίνεται η καταιγίδα
Μελετούν λιωμένους χάρτες
Ο μεσοπόλεμος αργεί
Ληγμένα αστέρια στα ψυγεία
Και μια ουράνια φωνή απ’ το παλιό μπαλκόνι
Πολυκαιρισμένη
Πήρε τις παρτιτούρες η νεροποντή
Στη λάσπη
Της Κυριακής τ’ αηδόνια
Οι αγύρτες πάντα
Θα θριαμβεύουν στις κρυψώνες
(από arabesque)
Τρίτη 11 Μαΐου 2010
ακατέργαστο
Μια στοίβα σύννεφα παντού
Το λάθος φυτρώνει στις εκτάσεις
Το πρωί το χώμα ως τη μέση
Ξημερώνει λάσπη
Μαύροι στριφογυριστοί άνθρωποι
Γύρω από το σημείο του εαυτού τους
Απέραντη λάσπη
Ένα γλιτσερό ζώο
Ελικοειδείς σκέψεις
Βλαστάρια απ’ την κοιλιά
Καταβροχθίζουν
Τους λιλιπούτειους αγγέλους των κρίνων
Λιώνουν
Οι τρυφερές κορδέλες
Τα λεπτά πέλματα
Τα φλογισμένα μαλλιά
Που ψάχνουν
Ανατολή και μοίρα
Λιώνει το άρωμα
Η πόλη σκληραίνει στις γωνίες
Ακαμψία πτώματος
Κάτω απ’ την μπότα
Μιας πέτρινης ευτυχίας
Το θηρίο βρυχάται
Φτύνει πικρόχολες εξεγέρσεις
Τσούζουν τα μάτια μου
Παιδιά που δεν ξέρουν
Λιώνει το άρωμα
Των ανθρώπων το μαύρο
Σκυμμένο στο μίσος
Ρουφάει η λάσπη
Το μετάξι των κρίνων
-μ’ έναν ανεξήγητο τρόπο
κλαίω πάντα
σε λάθος στιγμή-
Βρυχάται το ζώο
Κυριακή 11 Απριλίου 2010
Μια βραδιά θεάτρου με φιλικό ζευγάρι
Ν’ ανάψουν τα μάτια μου;
Σηκώνομαι στα δάχτυλα
Εξαντλώ το ύψος μου
Σαν ησυχία κινείται το τριχωτό παραμύθι
Πρέπει να το πιάσω πριν φύγει από τη χαραμάδα
Κατεβάζω ταχύτητα
Στριγκλίζω στη στροφή
Και βγαίνω
Σ’ ένα λούνα-παρκ με αλογάκια
Γίνομαι ακόμα πιο ακαταλαβίστικη
Πριν φανεί πάλι το αίμα και με συλλάβουν
Καθώς φοράω τα λουστρινένια μου πέδιλα
Να πάω στη θηλυκή μου έπαρση
Έρχεται ένα τσούρμο στεναγμοί
Τους απωθώ με αξιοπρέπεια
Γιατί είναι μια κυρία που κοιτάζει αυστηρά
Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχώ
Τα πράγματα έρχονται μόνα τους
Ξυπόλητα και ταπεινά έξω απ’ το θέατρο
Πρεζόνια ζητιανεύουν
Την προσωρινή τους ευτυχία
Δεν τους δίνουμε λεφτά για να τα αποτρέψουμε
Όλα πρέπει να έχουν διάρκεια
Οι θεατές πληρώνουν υπομονετικά
Την είσοδό τους στην παράσταση
Υιοθετώ και πάλι ένα μωρό αγνώστου ταυτότητας
Να έχω να νανουρίζω
Και αποτραβιέμαι στο κυανό δωμάτιο
Με τις βραδυφλεγείς ανάσες
Δεν υπακούω
Σε μια ειλικρινή λίμνη
Αόρατης ηρεμίας
Έχει ο καιρός γυρίσματα και θα πνιγώ
Έτσι βρίσκομαι πάντα
Με το ένα πόδι ψηλά
Κι ένα χέρι ανάμεσα στα καλώδια
Αρρωσταίνω μόνη
Για το καλό της ανθρωπότητας
Και γιατί η ζωή εμβολιάζεται μόνο με ζωή
Αν και οι αιμομιξίες χοίρων
Έδωσαν εντυπωσιακά αποτελέσματα
Όταν αφέθηκαν ελεύθερες ιδού! Ιδού! Παντού!
Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά
Με τόσους τσακωμούς γέμισε ο τόπος αίματα
Καρφιά, γυαλιά, και ποιος θα καθαρίσει;
Πάω να ισιώσω τη γραβάτα σου
Μα νομίζεις πως θέλω να σε πνίξω
Υποχωρώ με τάξη
Γιατί μια κυρία κοιτάζει πάντα προσεκτικά
Κι έπειτα αλλάζουν τα πράγματα
Και γίνεται μια δυσαρέσκεια βαριά
Καθώς εκείνη προχωράει μικροκαμωμένη
Λεπτή σαν φλούδα
Με πηδηχτά βηματάκια στη Σταδίου
Κι εκείνος κάτω απ’ την τραγιάσκα του
Και το στενό του βλέμμα ακολουθεί
Κανείς τους δεν θέλει να φύγει
Αλλά ούτε και να μείνει
Πάρε παράδειγμα λοιπόν
Όλα βρίσκουν την ισορροπία τους
Αν τ’ αφήσεις στην ήσυχη καταστροφή τους
Πώς διανοήθηκες να λυπηθείς
Για κάτι τόσο αποτελεσματικό
Ό,τι κι αν κάνεις
Η αυλαία θα πέσει
Και το πρεζόνι έμαθε να κοιμάται
Χωρίς μια στάλα ευτυχία
Όλα γλιστράνε ασταμάτητα
Απ’ τη χαραμάδα
Του βραδυφλεγούς δωματίου
Και το ρολόι δεν μετανιώνει ποτέ
Ευτυχώς
Πάντα έρχεται ένα τρένο
Όταν είμαι κολλημένη στη γωνία
Με τα φώτα του
Πάνω μου
Στο τρίτο κουδούνι
Το έργο αρχίζει
από arabesque
Σάββατο 3 Απριλίου 2010
της διαρκούς Ανάστασης...
Είναι αυτό που έρχεται
μέσα σε κάθε στάλα μέρας ή βροχής
κρυμμένο ένα μήλο Εσπερίδων
μετά τους παγετούς τραβώντας πάνω
με της συμπόνιας τα έλκηθρα
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου
Για ένα ψωμί γίνονται όλα
φτιαγμένο από χέρια
που θέρισαν ατόφια καλοκαίρια
κι αληθινά τζιτζίκια
και για μια ταπεινή βαρκούλα
που περιμένει υπομονετικά
των αποστόλων την καλή ψαριά
Όχι. Δεν σου μιλώ για βάσανα
να δικαιολογηθώ που οι μέρες μου
με καταδιώκουν από μένα
-και ποιος δεν έχει δει
μια μαυροφορεμένη
ή έναν γέροντα διωγμένο απ’ τη ζωή του
να σιωπούν-
σου μιλώ
για κείνη τη βουή της άνοιξης
που κρύβεται στο χώμα
τριξίματα χιλιάδες σπόρων
σκαθάρια αγουροξυπνημένα
για τη σαίτα του ήλιου σου μιλώ
που σπήλιωσε στα μανιτάρια των ερώτων
και με τη σαύρα παίζει τρίλιζα
ποιος θα κερδίσει
σου μιλώ κυρίως
για το μωρό της άνοιξης
που κάθε χρόνο σπαργανώνεται
ανθεστήριο
μα το γυρνούν συγκαθιστό μυστήριο
οι μικροί θεοί
μέχρι ν’ αποφασίσουν
σε ποιον θα το χαρίσουν
και είναι αυτό χρυσό ένα μήλο
αποσπερίτης αίνιγμα
που με κυλάει και με πάει
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου
μέχρι…
Καλή Ανάσταση!
(από arabesque)
Κυριακή 14 Μαρτίου 2010
υπό το πρίσμα

Ένα κουτσό δέντρο σκοντάφτει πάνω μου
Και με παρακαλεί
Η ρίζα καρφώνεται στο μπράτσο μου
Κρέμομαι
Ο άνεμος κοιτάζει αδιάφορος
Πετάω μια κουβέντα στο κενό
Ένα πουλί τσιμπολογάει και φεύγει
Φτύνω στη δεξιά μου παλάμη
Πιάνω το φτυάρι
Σκάβω εκεί που όλοι κοιμούνται
Κανείς δεν αποκρίνεται για ώρα
Η Θεοδώρα πλησιάζει αργά από το Βυζάντιο
Με ευγενή μεγαλοπρέπεια
«Άργησες»
Χρησιμοποιεί ένα προπέτασμα βελούδου
Για δικαιολογία
Ο τελευταίος ταπεινός
Μαζεύει ένα κομμάτι χώμα και το τρώει
Εκείνη δακρύζει
«Δεν υπάρχουν παιδιά, εξηγώ
όλες οι ηλικίες έχουν κατασχεθεί»
«Πιστεύετε ακόμη στην αυτοκρατορία;»
«Έχουν και τα σύνορα κατασχεθεί»
Απαντώ
Εκείνη γκρεμίζεται
Παίρνοντας μαζί της τον αβάπτιστο άνθρωπο
Για λίγο επικρατεί απόλυτη ακινησία
Περιμένω το σεισμό από στιγμή σε στιγμή
Μα ο θάνατος έρχεται μόνος
Μ’ ένα βρώμικο σακάκι
Κι ένα κατουρημένο παντελόνι
«Σε περίμενα πιο αρχοντικό» του λέω
«Δεν τα βγάζεις πέρα πια με τους αλήτες»
Μου απαντάει
«Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;»
«Τον εξευτελισμό μου» λέει και βάζει τα κλάματα
Μένω αμήχανη για λίγο. Σοκαρισμένη
Έπειτα βγάζω απ’ την τσέπη μου τη «Χιονοθύελλα»
«Το φύλαγα μια ζωή. Πάρ’ το σε παρακαλώ.
Δεν αξίζει σ’ εσένα να κλαις»
Το φοράει μ’ ευγνωμοσύνη. Και με μια
Γενναιόδωρη κίνηση
Με τραβάει μέσα
Κατεβαίνοντας τη ρουφήχτρα
Βλέπω τον Turner να ορμάει με τα νύχια
Πάνω στο καναβάτσο
Το δέντρο ξεκαρφώνεται από πάνω μου
Και μου χαμογελάει
Το αληθινό σπίτι είναι ο χρόνος.
Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010
σε ρυθμό presto et animato
Να λοιπόν μια καλή αφορμή να βυθιστείς
Σ’ αυτόν τον πολτό από πράξεις
Και δυσνόητες αποφάσεις
Η βαριά λέξη δεν σου αποκαλύπτει εύκολα
Το πρόσωπό της μέσα στον καθρέφτη
Πολλαπλά είδωλα και δυσοίωνες προβλέψεις
Διάστικτες κινήσεις τρυπούν κάθε προσπάθεια
Στο μετρό συνάντησα πάλι
Μετά από καιρό
Το αληθινό πρόσωπο με όλη τη σκληρότητα
Και όλη τη συγκίνηση
Ήμουν όμορφη στα ωραία μου ρούχα
Κι ένα υφασμάτινο λουλούδι στο πέτο
Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση
Το μαυριδερό αγόρι με την ελεεινή φτώχια
Στεκόταν όρθιο για ν’ αποφύγει
Τα λερωμένα βλέμματα των καθαρών
Η μετάνοια είναι ομολογία ενοχής
Πώς γίνεται να εξαλείψει το τετελεσμένο;
Καθισμένη για λίγο
Όσο κρατούσε αυτή η διαδρομή
Στην άκρη της αγωνίας
Έβλεπα μόνο τις καθημερινές φιγούρες
Που περνούν και φεύγουν
Χωρίς ντροπή και χωρίς περηφάνια
Νομίζω πως μου εμφανίστηκε
Σαν άγγελος γερμένος στη βροχή
Υγρός και δειλός
Χωρίς καμιά πρόθεση
Πριν ή μετά την ελευθερία
Καμιά μάγισσα δεν θα μπορούσε να έχει
Τόσο μυστικά μάτια
Όσο αυτή η άδολη αδιαφορία
Η αληθινή δυστυχία σε κρατάει τόσο σφιχτά
Μέσα στο δέρμα, την κοιλιά, το στόμα
Που όλα γίνονται άγνωστα
Η μοίρα είναι τραπουλόχαρτα
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Αυτό συμβαίνει στους ουρανούς
Και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθεις
Κάποιο κολλάει πάνω σου χωρίς αιτία
Και υπάρχει μόνο μια πράξη
Να φας για να μην πεινάς
Ή να ντυθείς για να μην κρυώνεις
Ή να κρυφτείς για να μη σε σκοτώσουν
Μια τυφλή πράξη
Το μίσος γεννιέται από την απώλεια
Όπως και η νοσταλγία
Η ενοχή είναι μια κυρία
Που δεν έμαθε ποτέ να πλέκει
Ούτε να ξηλώνει
Μια ανεπίδεκτη ζωής κυρία
Το μαυριδερό αγόρι
Γνωρίζει την αθωότητα της πείνας
Γιατί δεν πρόλαβε να διδαχτεί
Χάθηκε μέσα στο πλήθος της επόμενης στάσης
Εγώ γύρισα σπίτι μου
Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση
(από arabesque)
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
ες αύριον
Υπάρχει πάντα στο πλάι
ένα λευκό σκουλήκι
που απεργάζεται τα σάλια του
με μαεστρία
ξέρει την παντοδυναμία του
και δεν βιάζεται
αντίθετα μ’ εμένα
που
το στόμα μου άπληστο
να ρουφήξει τα πάντα
τα μάσησα όλα και τα ‘φτυσα
νεκρά κουκούτσια
μέσα στο ιλιγγιώδες πέλαγος
ο κόσμος γυρίζει
μ’ έναν ακατάστατο ρυθμό
σαρακοφαγωμένος
από εκατοντάδες λευκά σκουλήκια
που τον τροχίζουν
στις πιο απρόσμενες μεριές
να γίνουν γωνίες
πάνω τους κόβεται
ακόμη κι ο πιο προνοητικός
κι εγώ που δοκίμασα το αίμα μου
τόσες φορές
ξέρω πολύ καλά
πόσο εύκολο είναι να γίνουν όλα
μια γλυκόπικρη σάλτσα
από πίστη κι απελπισία
και πώς αυτή πήζει
και ξαναγίνεται ένα άγριο ζώο
που γραπώνεται από την πρώτη
τυχαία πέτρα
έρχεται έτσι ο Θεός και σου λέει
«άρον τον κράββατόν σου…»
έρχεται και το πρώτο λουλούδι της άνοιξης
κι οι ανέμελοι φίλοι
που ξεχνούν ή δεν ξέρουν
τακτοποιείς τα λάφυρα με μια τελευταία γεύση
αφήνεις κι έναν υπαινιγμό
για τον κρυφό αδελφό
η φωτιά σ’ αρπάζει
πριν καλά-καλά κλείσεις το συρτάρι
και σε ρίχνει μέσα της
αδηφάγα φωτιά
ο κόσμος περιστρέφεται
με ανόμοιους κύκλους
προς κάθε κατεύθυνση
και ο τοξότης ρίχνει το βέλος του
από πολύ παλιά
ως εκεί που δεν βλέπεις
από την κοιλιά του λευκού φιδιού
την ώρα που αναπαύεσαι
δίπλα στην πυρά
σκεπάζοντας με τρυφερή τέφρα
το μωρό που πέθανε πρόωρα
όπως το συνηθίζουν τα πιο όμορφα μωρά
η επανάληψη δεν είναι ποτέ ίδια
και η στιγμή δεν περιμένει
ακούω κιόλας το σύριγμα
στο κέντρο της ανάσας
τι θα ζήσει;
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010
έξοδος κινδύνου
Δες πέρα απ’ αυτό το συρματόπλεγμα
είναι η άμμος
βουβή άμμος
σαρκοβόρα πουλιά δεν υπάρχουν εκεί
ούτε κάκτοι, ούτε κρυφή πηγή
μόνο άμμος ακουμπισμένη στο πουθενά
περιμένει το χέρι, το ραβδί ή το φτυάρι
ίσως και τίποτα
προσπαθώ να την κινήσω
μ’ όλες μου τις δυνάμεις
στέλνοντας κύματα βλέμματος
ή αίματος
δεν ξέρω αν θέλει να κινηθεί
ούτε αν έχει νόημα αυτή η ερώτηση
δυστυχώς όμως τη βλέπω
κι αυτό το συρματόπλεγμα
δεν μ’ εμποδίζει να βλέπω
ή ν’ αναρωτιέμαι
ο δεσμοφύλακας έρχεται
σφυρίζει απαγορεύεται
ξέρω ότι δεν μπορεί να δει
-πάντα οι δεσμοφύλακες
ήταν τυφλοί για λόγους ευνόητους-
αλλά μπορεί να απαγορεύει
γιατί είναι ο κύριος της σφυρίχτρας
δεν ωφελεί να του την πάρω
αφού δεν ξέρω να την χρησιμοποιώ
κάνω λοιπόν τα στραβά μάτια
παρατηρώντας δήθεν
τους συρμάτινους κόμπους
μ’ αυτό το φτηνό τρυκ
κερδίζω λίγη ακόμη όραση
έπειτα όμως
πρέπει να προλάβω τους κοιτώνες
όλη τη νύχτα ξανασχεδιάζω το σχέδιό μου
για να το σβήσω το πρωί
πριν το δουν οι πολίτες
και τρέξουν με τις φωτογραφικές τους μηχανές
να το σκοτώσουν
χάνω ίσως έτσι τους συμμάχους μου
αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω συμμάχους
γιατί σύμμαχοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία μας
όλη μέρα συρρράφω κρυφά λέξεις
που καταστρώνω το βράδυ
ένα αόρατο πέρασμα
το πιθανότερο είναι να κάνω λάθος
γιατί αυτός ο δρόμος είναι τελείως ελαφρύς
ιπτάμενος
οπότε κανείς δεν μπορεί να τον ακολουθήσει
ούτε εγώ
μα είναι ο μόνος τρόπος
να ονειρεύομαι τη φυγή μου
αφ’ ότου οι δεσμοφύλακες
μου απαγόρευσαν να βλέπω
απειλώντας με ότι θα με ελευθερώσουν
εκεί στη βουβή άμμο
κατάλαβα ότι η σφυρίχτρα
είναι ο καλύτερος σύμμαχος
γιατί ξέρω πότε να κλείνω τ’ αυτιά μου
και να συγγράφω φυγές
σήμερα πάλι
ένα αόρατο πέρασμα
σβήνει στην άμμο
(από Arabesque )
Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010
trailer
Που απρόσκλητη χτυπάει το παντζούρι
Νύχτα βροχής
Μονότονα
Ποιος κύκλος η γνώση ή η τρέλα;
Χωρίς ανάπαυση
Ποια πόρτα ανοίγει το αόρατο να φύγει;
Και η ποινή πώς κλείνει;
Αλλόκοτη φωνή
Χρόνος υδράργυρος βαρύς να καμπυλώνει
Ασύντακτο ένα τριαντάφυλλο
Τα πέταλά του συρράπτει αλλοπρόσαλλα
Σε μυρωδιά από αίμα και παιδί.
Κι η σύρραξη αρχίζει. Χωρίς εχθρό
Εσύ και πρόσωπα της μοίρας
Φτιαγμένα από βροχή να στάζουν
Από παντού σαν φύλλα…
(Η συνέχεια εδώ)
