"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα -Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα -Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

Μνήμες πολύτιμες

Αφιερωμένο στη μνήμη που όταν καίγεται φωτίζει...


(Duane Keiser)


Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου
η γύμνια ολόκληρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας
όλα γυρεύουν να καούν.


Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ' το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή-


φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.


κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.



Γιώργος Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, ΙΔ

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

25η Μαρτίου 1821!!! 25η Μαρτίου 2008???


Στους καιρούς μας, λέει ο Γ. Σεφέρης, (…) όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια, είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:

«Πατρίς, να μακαρίζης όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, από ήσουνε χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογον των εθνών.
Όλους αυτούς να τους μακαρίζης. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων, κ’ εκείνους οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κ’ εκείνους οπού λυώσαν τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα Βασιλικά, κ’ εκείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου, (…) εκείνοι οι αθάνατοι τόσοι ολίγοι (ογδοήντα ένας εις την Λαγκάδα) γιόμωσαν τον τόπον κόκκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν εκείνοι οι ολίγοι ‘σ τ’ άλλο το μέρος των Θερμοπύλων κι’ αλλού. Αυτείνοι σε ανάστησαν και δεν μπήκε δύναμη και ζαϊρέδες και πολεμοφόδια, (…)
Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτείνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι’ αδελφούς του. (…)Αυτούς τους αγωνιστάς κατατρέχουν και τους λένε να πάνε να διακονέψουν. «Ποιος σας είπε, τους λενε, να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε;» (...) Τους φκειάσαν αυτείνοι οι διακονιαραίγοι, οι αγωνισταί, Εκλαμπρότατους, τους λευτέρωσαν από τους Τούρκους κι’ από τα χρέη, οπού χρώσταγαν των Τούρκων, κ’ έγιναν τώρα μεγάλοι και τρανοί. (…) Γιόμωσαν φατρίες και κακίες τους ανθρώπους του αγώνος. Τους καταδιαιρούν –γιομόζουν αυτείνοι αγαθά. (…) Έμειναν οι αγωνισταί διακονιαραίγοι. (…) Καταφρονούν όλους αυτούς και βαθμολογούν πολλούς, οπού ‘παιζαν το μπιλιάρδο μέσα στους καφφενέδες και τώρα είναι σπιγούνοι του Κυβερνήτη και των αλλουνών. Αυτείνοι βαθμολογούνται, αυτείνοι πληρώνονται βαριούς μιστούς. Οι αγωνισταί δυστυχούν. (…) Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν.
Από όλα αυτά, καϊμένη πατρίδα, δεν θα σωθούν τα δεινά σου, ότι σιδερώνουν την αρετή εκείνοι οπού σε κυβερνούσαν και σε κυβερνούν, και τώρα κατατρέχουν το δίκαιον και την αλήθειαν και με ψέματα θέλουν και με σπιγούνους να σε λευτερώσουνε. Μήτε τώρα είσαι καλά, μήτε δια τα μέλλοντά σου, με τους ανθρώπους οπού σε τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους και τοιούτους αξιωματικούς.
Συχωράτε με, αναγνώστες, οπού ‘φυγα από το προκείμενον. Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά. (…) Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν. Κ’ έχω σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ‘σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν ‘πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.»

Και αλλού:

«Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερο στα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, τό 'χουν σε δόξα, τό 'χουν σε τιμη' , το 'χουν σε ικανότη το να τους ειπείς ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά στην πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.»

(Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Απομνημονεύματα»)

Ο λόγος και πάλι στον Γ. Σεφέρη:

«Πολέμησε, αγωνίστηκε πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε -όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο- πάντα ορθός ως το τέλος: άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπεράνθρωπος μήτε σκουλήκι.
(…)
Ο θυμός του, ο πόνος του και η τραγωδία του, δεν είναι ατομικές του υποθέσεις, αλλά υποθέσεις δικές σας και δικές μου και όλων μας· υποθέσεις όπου όλοι μαζί, πεθαμένοι και ζωντανοί, είμαστε αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι. Έρχεται να μας ψιθυρίσει πως οι ομορφιές μας και τα στολίδια μας και τα υπάρχοντα, που τα νομίζαμε πολύτιμα, πάνε και πάνε, πάλιωσαν και τρίφτηκαν κι έγιναν σαρίδια…»


( «Ένας Έλληνας-ο Μακρυγιάννης», «Δοκιμές»)

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

"Δώρο ασημένιο ποίημα"

Ανταποδίδοντας το δώρο που μου έκανε ο Θερσίτης και όλοι σας στο ζόρι, καταθέτω το δικό μου "Δώρο ασημένιο ποίημα" σ' αυτό το παιχνίδι της αλήθειας που η μικρή μας παρέα παίζει σε τούτο το απόμερο αλώνι του διαδικτυακού σύμπαντος.
Ένα ποίημα που κλείνει μέσα του και την απασιοδοξία που κατά καιρούς μας γονατίζει όλους, αλλά και την πάντα ορθάνοιχτη ανθρωπιά της Γυριστρούλας (Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου) και το τελευταίο χαράκωμα που επικαλείται ο Γιώργος (αρχή και τέλος/ η τελευταία στιγμή/ τα χέρια μου) και το υπαινικτικό βράδυ του γυρισμού της Μέριλ και το μαχητικό πείσμα του Θερσίτη (μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου/ εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες) και την προσήλωση όλων μας σ' εκείνο το σημάδι (η ψυχή/ που μάχεται για να γίνει ψυχή σου).Όχι μόνο το πιο αγαπημένο μου, αλλά ίσως το καλύτερο ποίημα του Γ.Σεφέρη.
Δικό σας με την αγάπη μου, επειδή "η ποίηση δεν ανήκει στους ποιητές, αλλά σε όσους την χρειάζονται", δηλαδή σ' εμάς.


Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου

Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλυμμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς
τούτες τις πέτρες.

Ξέρω πως δεν ξέρεις, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
τα βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι-
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.


Γ. Σεφέρης, "Γυμνοπαιδία"

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

το δώρο μου

Η ομορφιά δεν περιγράφεται (αφού άλλωστε "είναι ο σκόπελος της λογικής" κατά τον Πλάτεν), γι' αυτό δεν θα επιχειρήσω να σας πω τίποτα για την ομορφιά που ζουν όλες μου οι αισθήσεις, αλλά δεν άντεχα να μην σας κάνω ένα καλό δώρο για τα Χριστούγεννα:
λίγοι πολύ αγαπημένοι στίχοι του Σεφέρη που τους θυμάμαι από μνήμης (ελπίζω σωστά) και οι οποίοι εκτός από βιωμένη αλήθεια, περιέχουν και την ευχή μου σ' αυτήν την ιδιαίτερη παρέα.

..........
οι άγγελοι είναι λευκοί, πυρωμένοι λευκοί
και μαραίνεται το μάτι που θα τους αντικρίσει
και πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα
άμα γυρεύεις τη συναναστροφή τους
κι άμα γυρεύεις το θαύμα
σκόρπισε το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν κατοικεί παρά στις φλέβες των ανθρώπων.

(με πολλή αγάπη σ' εσάς που "σκορπάτε το αίμα σας στις οχτώ γωνιές των ανέμων"...)