Ξεριζωμένο κύλαε το ποτάμι
Αλλά κρατώντας οι άνθρωποι τις ξεχωμένες ρίζες τους θαρρούν από κάπου κρατιούνται και φυλάνε οράματα και οστά προγόνων και τέφρες ονείρων και τηρούν ευλαβικά κανόνες και νηστείες κι έτσι κατέβαιναν με προαιώνια εμβατήρια ψαλμωδίες και θρήνους.
Ανδρείοι και μαζί περίτρομοι μπρος στο ποθούμενο και το επερχόμενο επιζητούσαν τάξη στις γραμμές τους και ακλινή και άτρωτον την πίστιν μη ταραχτεί ο ρους τους από αχαλίνωτες επιθυμίες και πάθη κι απ’ τα κακά τα πνεύματα ή μη πεταχτεί από καμιά μεριά άξαφνα του Κίτσου η μάνα που δε νογάει από Ιστορία κι αρχίσει τις κατάρες και το πετροβόλημα
γι’ αυτό και όσοι ήτανε στις παρυφές του πλήθους κρατιούνταν χέρι χέρι ο ένας με τον άλλον κάνοντας γύρω γύρω μια σφιχτή αλυσίδα φράχτη από κορμιά μπλεγμένα σαν τις κληματσίδες και τα πολυτρίχια που τα σέρνει το νερό κι έτσι ξεριζωμένο και μαζί του ο φράχτης κύλαε το ποτάμι
Κι απέξω από κοντά και δίπλα με όψη αλλοπαρμένη και περίλυπη πήγαιναν κάποιοι άλλοι αποδιωγμένοι απ’ το ποτάμι γιατί είχαν γεννηθεί απελπισμένοι Κι αντιμιλούσανε σ’ αυτούς που κύλααν στο ποτάμι «… πού πάτε έτσι ζωσμένοι ο ίδιο σας το δίχτυ και τις αλυσίδες σας… ποτέ σας δε θα βγείτε από την κοίτη… πιο κάτω θα σας θάψουν όπως τόσα ποτάμια που τά κάναν υπονόμους…» έτσι πικρά μιλούσανε γιατί είχαν γεννηθεί απελπισμένοι
Μα αυτοί που κύλααν στο ποτάμι έν πνέοντες, προς έν βλέποντες, μίαν οδόν ζωής ευράμενοι ούτε ν’ ακούσουν ούτε οι άλλοι ν’ ακουστούν αφίναν και με τις ρυθμικές ιαχές τους βούλωναν τ’ αυτιά τους και έβριζαν τους απέξω αιρετικά βδελύγματα προδότες προβοκάτορες και ανώμαλους και τοξικομανείς και τέτοια κι όλο και πιο πολύ συσφίγγονταν κοτσίδα μουσκεμένη πυρετό και παραλήρημα
Και οι απέξω όσο κι αν αποδιώχνονταν και βρίζονταν δεν έφευγαν Από κοντά και δίπλα πάντα πήγαιναν μαγνητισμένοι απ’ το ποτάμι Γιατί ήξεραν που μέσα εκεί ανέκαθεν κυλούσαν μάρτυρες καρτερόψυχοι συντριβόμενοι ποιναίς και θηρίοις βρώμα διδόμενοι και τεμνόμενοι μεληδόν τω ξίφει και εις βυθόν θαλάσσης ριπτόμενοι πυρί δαπανώμενοι και ωμοτάτη κρίσει καταξεόμενοι θύματα χτες και σήμερα και αύριο και πάντα σε άνιση πάλη κι αγώνα μες σε φριχτές σκοτεινές φυλακές τροχούς τε και αρθρέμβολα και τροχαντήρες και καταπέλτας και λέβητας τηγανά τε και δακτυλήθρας και ζώπυρα πυρός και ηλεκτρόδια και παραισθησιογόνα
Αλλά σκληρή κι αχάριστη η μοίρα της θυσίας η ανταμοιβή της κίβδηλη και τιποτένια κι η αμάχη και τα βάσανα των ανθρώπων ατελεύτητα κι έτσι όπως συσπειρώνονταν και κύλαε σα φίδι το ποτάμι όλο άλλαζε κι άλλοτε διαδήλωση άλλοτε επιτάφιος άλλοτε σιδερόφραχτη λεγεώνα και πάλι επιτάφιος και πάλι διαδήλωση κι αξεδιάλυτο το αίνιγμα του κόσμου
Γιατί κρυφές κι ανείπωτες οι τριβές των ανθρώπων μεταξύ τους Αγγίγματα σκοντάματα συντρίμματα στο κύλισμά τους και σκοτεινιάζουν τα νερά ρεύματα κι αντιρρεύματα σπειροειδείς τροχιές δίνες αναφουσκώματα χωνιά στροβιλισμών κι απάνω κάτω τα κορμιά κουτρουβαλούν χτυπιούνται και τσακίζονται κι όταν το Περιστέρι καταβαίνον ακράγγιξε τα άγρια νερά της Πράξης αρπάχτηκε μαδήθηκε σε ματωμένα ξέφτια και φτερά σέρνοντας και τον ξεσκισμένο ουρανό μαζί μες στις ρουφήχτρες και πού είναι ο ρους και πού η οδός πού ο κόσμος
Ξεριζωμένο κύλαε το ποτάμι καταραμένο κύλαε το ποτάμι Από όχθη σε όχθη να χτυπιέται μού φάνηκε πως μια στιγμή τον είδα – Αγώνιε, φώναξα, μα αυτός τσακίζονταν σε πέτρες και σε αγκάθια
Βύρων Λεοντάρης, Εκ περάτων
"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger
Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008
Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008
Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008
Παραινετικόν και ομόψυχον
Παίρνοντας τη σκυτάλη από την "ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ" της Μέριλ,
θέλω να παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο
"Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..."
της Αγγέλας Αποστολοπούλου.
Το βιβλίο είναι ένα οδοιπορικό με σημείο εκκίνησης την ίδια διαπίστωση. Τα ποιήματα αυτά είναι εναρκτήρια.
(Για την καλύτερη κατανόηση διευκρινίζω ότι η "πλοκή" εξελίσσεται με παράλληλους και συνάμα διαπλεκόμενους μονολόγους κάποιων "στοιχειακών" υπαρκτικών οντοτήτων, που τα "υποδύονται" εννέα δέντρα-φωνές:
Ηλίανθος: το Φως
Κέδρος: ο Άντρας
Πικροδάφνη: η Γυναίκα
Φεγγαρόδεντρο: η Φωνή
Πυράκανθος: ο Έρως
Ηδύλη: η Λαγνεία
Αρμυρίκι: ο Νους
Αγγελικούλα: η Αγάπη
Μυρσίνη: η Γνώση)
Ηλίανθος
Πυρές. Πέτρες πυρές
από τ’ ακόνι ενός ήλιου αβασίλευτου
Κομμάτια δίψα πάνω τους
Σέρνουν φωνή απόκοτη ξεκοιλιασμένη.
Πότε;
[...]
Έναν φεγγίτη φρέσκο αέρα να πλυθούμε!
Αρπάζει πια το χνώτο μας
και παρανάλωμα ο χρόνος
Από Γολγοθά σε Γολγοθά
τέλος δεν έχει ετούτη η ανάβαση
Τέλος δεν έχει η πέτρα…
Φυσάει στους ανέμους η φωνή
Μα ο κόσμος δεν γυρίζει
Κέδρος
Είναι που λιώσαμε όλο μας το μολύβι
να φτειάξουμε ένα άγαλμα να λέει για τη φωτιά
Ούτε μια σφαίρα δεν κρατήσαμε
να ρίξουμε στον θάνατο
[...]
Πικροδάφνη
Πυκνή σαν πίσσα η προδοσία
και η ελπίδα μαύρο βότσαλο πίσω πολύ ριγμένο
για τελευταίο χνάρι πριν χαθούμε
Μονάχα η ερώτηση τυφλή να κουλουριάζεται
-Τι; Ποιος; Γιατί; Μας έκλεψε τα μάτια;
Και τώρα ποιος;
Την όραση πάλι θα μας διδάξει;
Κι ούτε που ξέρω γιατί έζησα
ανάμεσα σε τόσες βέβηλες ζωές
όλα βουβά κι αδιάφορα
να σταματούν για εφημερίδα στο απέναντι περίπτερο
κι ούτε μια καλημέρα πια
κύκλους στα πρωινά νερά να λουλουδίζει
μόνο των λουομένων πλαστικά τα μάτια
Και η ερώτηση να κουλουριάζεται
φίδι στους θάμνους -Τι; Ποιος; Γιατί;
Και τώρα ποιος;
Την όραση πάλι θα μας διδάξει;
Σε κάθε σάλεμά της
νεκρός
να πέφτει στα νερά ένας γλάρος
Φεγγαρόδεντρο
Ζωές παράφορα ερωτευμένες με τον χρόνο τους
ακόρεστα πορεύονται από διακόρευση σε παρθενία
Ένα κουκούτσι αλήθειας στον αφαλό τους καρφωμένο
ζητάει να φυτρώσει.
Μη νικιέσαι.
Μες στις λευκές ερήμους
που ημερεύουν τα οστά των ημερών
μη κρύβεσαι.
Άνοιξε βλέμμα στο σκοτάδι.
Πάλι βροχή μετάλαβε τα αισθήματά σου.
Σάρκα αχνιστή κι ευωδιαστή σαν άρτος
Μα ναι. Πάλι και πάλι.
Αφού αυτός ο νόμος.
Πρέπει να ζήσεις
για ν’ αξιωθείς τον θάνατό σου.
θέλω να παραθέσω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο
"Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..."
της Αγγέλας Αποστολοπούλου.
Το βιβλίο είναι ένα οδοιπορικό με σημείο εκκίνησης την ίδια διαπίστωση. Τα ποιήματα αυτά είναι εναρκτήρια.
(Για την καλύτερη κατανόηση διευκρινίζω ότι η "πλοκή" εξελίσσεται με παράλληλους και συνάμα διαπλεκόμενους μονολόγους κάποιων "στοιχειακών" υπαρκτικών οντοτήτων, που τα "υποδύονται" εννέα δέντρα-φωνές:
Ηλίανθος: το Φως
Κέδρος: ο Άντρας
Πικροδάφνη: η Γυναίκα
Φεγγαρόδεντρο: η Φωνή
Πυράκανθος: ο Έρως
Ηδύλη: η Λαγνεία
Αρμυρίκι: ο Νους
Αγγελικούλα: η Αγάπη
Μυρσίνη: η Γνώση)
Ηλίανθος
Πυρές. Πέτρες πυρές
από τ’ ακόνι ενός ήλιου αβασίλευτου
Κομμάτια δίψα πάνω τους
Σέρνουν φωνή απόκοτη ξεκοιλιασμένη.
Πότε;
[...]
Έναν φεγγίτη φρέσκο αέρα να πλυθούμε!
Αρπάζει πια το χνώτο μας
και παρανάλωμα ο χρόνος
Από Γολγοθά σε Γολγοθά
τέλος δεν έχει ετούτη η ανάβαση
Τέλος δεν έχει η πέτρα…
Φυσάει στους ανέμους η φωνή
Μα ο κόσμος δεν γυρίζει
Κέδρος
Είναι που λιώσαμε όλο μας το μολύβι
να φτειάξουμε ένα άγαλμα να λέει για τη φωτιά
Ούτε μια σφαίρα δεν κρατήσαμε
να ρίξουμε στον θάνατο
[...]
Πικροδάφνη
Πυκνή σαν πίσσα η προδοσία
και η ελπίδα μαύρο βότσαλο πίσω πολύ ριγμένο
για τελευταίο χνάρι πριν χαθούμε
Μονάχα η ερώτηση τυφλή να κουλουριάζεται
-Τι; Ποιος; Γιατί; Μας έκλεψε τα μάτια;
Και τώρα ποιος;
Την όραση πάλι θα μας διδάξει;
Κι ούτε που ξέρω γιατί έζησα
ανάμεσα σε τόσες βέβηλες ζωές
όλα βουβά κι αδιάφορα
να σταματούν για εφημερίδα στο απέναντι περίπτερο
κι ούτε μια καλημέρα πια
κύκλους στα πρωινά νερά να λουλουδίζει
μόνο των λουομένων πλαστικά τα μάτια
Και η ερώτηση να κουλουριάζεται
φίδι στους θάμνους -Τι; Ποιος; Γιατί;
Και τώρα ποιος;
Την όραση πάλι θα μας διδάξει;
Σε κάθε σάλεμά της
νεκρός
να πέφτει στα νερά ένας γλάρος
Φεγγαρόδεντρο
Ζωές παράφορα ερωτευμένες με τον χρόνο τους
ακόρεστα πορεύονται από διακόρευση σε παρθενία
Ένα κουκούτσι αλήθειας στον αφαλό τους καρφωμένο
ζητάει να φυτρώσει.
Μη νικιέσαι.
Μες στις λευκές ερήμους
που ημερεύουν τα οστά των ημερών
μη κρύβεσαι.
Άνοιξε βλέμμα στο σκοτάδι.
Πάλι βροχή μετάλαβε τα αισθήματά σου.
Σάρκα αχνιστή κι ευωδιαστή σαν άρτος
Μα ναι. Πάλι και πάλι.
Αφού αυτός ο νόμος.
Πρέπει να ζήσεις
για ν’ αξιωθείς τον θάνατό σου.
Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008
"Δώρο ασημένιο ποίημα"
Ανταποδίδοντας το δώρο που μου έκανε ο Θερσίτης και όλοι σας στο ζόρι, καταθέτω το δικό μου "Δώρο ασημένιο ποίημα" σ' αυτό το παιχνίδι της αλήθειας που η μικρή μας παρέα παίζει σε τούτο το απόμερο αλώνι του διαδικτυακού σύμπαντος.
Ένα ποίημα που κλείνει μέσα του και την απασιοδοξία που κατά καιρούς μας γονατίζει όλους, αλλά και την πάντα ορθάνοιχτη ανθρωπιά της Γυριστρούλας (Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου) και το τελευταίο χαράκωμα που επικαλείται ο Γιώργος (αρχή και τέλος/ η τελευταία στιγμή/ τα χέρια μου) και το υπαινικτικό βράδυ του γυρισμού της Μέριλ και το μαχητικό πείσμα του Θερσίτη (μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου/ εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες) και την προσήλωση όλων μας σ' εκείνο το σημάδι (η ψυχή/ που μάχεται για να γίνει ψυχή σου).Όχι μόνο το πιο αγαπημένο μου, αλλά ίσως το καλύτερο ποίημα του Γ.Σεφέρη.
Δικό σας με την αγάπη μου, επειδή "η ποίηση δεν ανήκει στους ποιητές, αλλά σε όσους την χρειάζονται", δηλαδή σ' εμάς.
Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλυμμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς
τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρεις, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
τα βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι-
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
Γ. Σεφέρης, "Γυμνοπαιδία"
Ένα ποίημα που κλείνει μέσα του και την απασιοδοξία που κατά καιρούς μας γονατίζει όλους, αλλά και την πάντα ορθάνοιχτη ανθρωπιά της Γυριστρούλας (Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου) και το τελευταίο χαράκωμα που επικαλείται ο Γιώργος (αρχή και τέλος/ η τελευταία στιγμή/ τα χέρια μου) και το υπαινικτικό βράδυ του γυρισμού της Μέριλ και το μαχητικό πείσμα του Θερσίτη (μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου/ εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες) και την προσήλωση όλων μας σ' εκείνο το σημάδι (η ψυχή/ που μάχεται για να γίνει ψυχή σου).Όχι μόνο το πιο αγαπημένο μου, αλλά ίσως το καλύτερο ποίημα του Γ.Σεφέρη.
Δικό σας με την αγάπη μου, επειδή "η ποίηση δεν ανήκει στους ποιητές, αλλά σε όσους την χρειάζονται", δηλαδή σ' εμάς.
Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,
δώσ' μου τα χέρια σου
Είδα μέσα στη νύχτα
τη μυτερή κορυφή του βουνού
είδα τον κάμπο πέρα πλυμμυρισμένο
με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού
είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
αρχή και τέλος
η τελευταία στιγμή
τα χέρια μου
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς
τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρεις, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,
ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρα
τα βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι-
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας.
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο
βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό
που χτύπησε τη γης με πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια
του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι
που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις
η ψυχή
που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.
Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου
εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.
Γ. Σεφέρης, "Γυμνοπαιδία"
Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008
Ας το ξαναδούμε το θέμα λοιπόν:
Πέντε κούκοι δεν φέρνουν την άνοιξη, αλλά είναι μια αρχή όπως και να το κάνουμε...
Αν σ' αυτούς προσθέσουμε και την συννεφούλα , όλο και πάει να στηθεί η "νεφελοκοκκυγία" μας...
Αν τώρα προσθέσουμε και τους 5000 έλληνες, ίσως νάβρουμε και λίγο χώμα...
(πώς τα καταφέρατε και με τουμπάρατε;)
Αν σ' αυτούς προσθέσουμε και την συννεφούλα , όλο και πάει να στηθεί η "νεφελοκοκκυγία" μας...
Αν τώρα προσθέσουμε και τους 5000 έλληνες, ίσως νάβρουμε και λίγο χώμα...
(πώς τα καταφέρατε και με τουμπάρατε;)
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008
Κλαυσίγελως
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008
Δεν είναι εκπληκτικό;;;;!!!!!
1 X 8 + 1 = 9
12 X 8 + 2 = 98
123 X 8 + 3 = 987
1234 X 8 + 4 = 9876
12345 X 8 + 5 = 98765
123456 X 8 + 6 = 987654
1234567 X 8 + 7 = 9876543
12345678 X 8 + 8 = 98765432
123456789 X 8 + 9 = 987654321
1 X 9 + 2 = 11
12 X 9 + 3 = 111
123 X 9 + 4 = 1111
1234 X 9 + 5 = 11111
12345 X 9 + 6 = 111111
123456 X 9 + 7 = 1111111
1234567 X 9 + 8 = 11111111
12345678 X 9 + 9 = 111111111
123456789 X 9 + 10 = 1111111111
9 X 9 + 7 = 88
98 X 9 + 6 = 888
987 X 9 + 5 = 8888
9876 X 9 + 4 = 88888
98765 X 9 + 3 = 888888
987654 X 9 + 2 = 8888888
9876543 X 9 + 1 = 88888888
98765432 X 9 + 0 = 888888888
1 X 1 = 1
11 X 11 = 121
111 X 111 = 12321
1111 X 1111 = 1234321
11111 X 11111 = 123454321
111111 X 111111 = 12345654321
1111111 X 1111111 = 1234567654321
11111111 X 11111111 = 123456787654321
111111111 X 111111111 = 12345678987654321
12 X 8 + 2 = 98
123 X 8 + 3 = 987
1234 X 8 + 4 = 9876
12345 X 8 + 5 = 98765
123456 X 8 + 6 = 987654
1234567 X 8 + 7 = 9876543
12345678 X 8 + 8 = 98765432
123456789 X 8 + 9 = 987654321
1 X 9 + 2 = 11
12 X 9 + 3 = 111
123 X 9 + 4 = 1111
1234 X 9 + 5 = 11111
12345 X 9 + 6 = 111111
123456 X 9 + 7 = 1111111
1234567 X 9 + 8 = 11111111
12345678 X 9 + 9 = 111111111
123456789 X 9 + 10 = 1111111111
9 X 9 + 7 = 88
98 X 9 + 6 = 888
987 X 9 + 5 = 8888
9876 X 9 + 4 = 88888
98765 X 9 + 3 = 888888
987654 X 9 + 2 = 8888888
9876543 X 9 + 1 = 88888888
98765432 X 9 + 0 = 888888888
1 X 1 = 1
11 X 11 = 121
111 X 111 = 12321
1111 X 1111 = 1234321
11111 X 11111 = 123454321
111111 X 111111 = 12345654321
1111111 X 1111111 = 1234567654321
11111111 X 11111111 = 123456787654321
111111111 X 111111111 = 12345678987654321
Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008
Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2008
Δίχως πυξίδες
Στον Καπετάν Μιχάλη που αγρυπνά, τον τρυφερό ταχυδρόμο και τον σιωπηλό χορευτή των διπλανών μπλογκς
Ω χρόνε πώς κυρτώνεσαι περνώντας πλάι
μου; πώς σκύβεις σκύλος ερμαφρόδιτος
μαστός βουβώνας χώρος;
Κ' εσύ για πού;
για πού κινάς σφυγμέ μου κ' είναι
να πας δίχως πυξίδες;
Για πού τρελός κι ωραίος
τρελός
για πάντα
Έκτωρ Κακναβάτος, "Η φωνή του"
Ω χρόνε πώς κυρτώνεσαι περνώντας πλάι
μου; πώς σκύβεις σκύλος ερμαφρόδιτος
μαστός βουβώνας χώρος;
Κ' εσύ για πού;
για πού κινάς σφυγμέ μου κ' είναι
να πας δίχως πυξίδες;
Για πού τρελός κι ωραίος
τρελός
για πάντα
Έκτωρ Κακναβάτος, "Η φωνή του"
Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008
Μια χορδή...
Μονόφθαλμοι μα ωστόσο με τόνα μάτι τόσο διεισδυτικό
που φτάνει να μας κοιτάξει ο ουρανός
για να μας πει την ιστορία του εμείς οι άνθρωποι
Πάντοτε προς. Γιατί άλλως πώς?
Έχει η άλως την υπεροψία της θεότητος. Δικαίως.
Όπως μικρό κυκλάμινο
πίνοντας ήλιο στα γκρεμίσματα την άνοιξη
που έρχεται με λίγη αθανασία περιμένω
λαθρεπιβάτις απ’ της μέλισσας την άκρη να πιαστώ
πάντοτε προς
την συν-ουσία των πλασμάτων
Έτσι κι αλλιώς
η αιωνιότητα τρέφεται με θανάτους
Μια ευκτική χελιδονιού μας έλαχε
και μια λιακάδα πρόσω Κυριακή γιορτή
με φίλους στην αρμύρα
(Αγγέλα Αποστολοπούλου, "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν")
που φτάνει να μας κοιτάξει ο ουρανός
για να μας πει την ιστορία του εμείς οι άνθρωποι
Πάντοτε προς. Γιατί άλλως πώς?
Έχει η άλως την υπεροψία της θεότητος. Δικαίως.
Όπως μικρό κυκλάμινο
πίνοντας ήλιο στα γκρεμίσματα την άνοιξη
που έρχεται με λίγη αθανασία περιμένω
λαθρεπιβάτις απ’ της μέλισσας την άκρη να πιαστώ
πάντοτε προς
την συν-ουσία των πλασμάτων
Έτσι κι αλλιώς
η αιωνιότητα τρέφεται με θανάτους
Μια ευκτική χελιδονιού μας έλαχε
και μια λιακάδα πρόσω Κυριακή γιορτή
με φίλους στην αρμύρα
(Αγγέλα Αποστολοπούλου, "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν")
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

