"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (1)

Το δώρο ενός πολύ καλού φίλου, ένα βιβλίο με τα σονέτα του Κων. Θεοτόκη -την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα, όπως και πολλοί άλλοι πιστεύω-, ήταν η αιτία να βυθιστώ πάλι, μετά από πολύ καιρό, στην θάλασσα των στίχων αυτού του εν πολλοίς παρωχημένου ποιητικού είδους.
Είναι αλήθεια ότι η ρίμα και το μέτρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου, είτε όταν γράφω είτε όταν διαβάζω ποίηση. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η ποίηση πρέπει να είναι κοντά στην φυσική ομιλούμενη γλώσσα. Να μπορεί ν’ ακολουθήσει την αναπνοή της εποχής που ζει, τον τόνο και τον παλμό της. Να αντλεί από τα υπόγεια ρεύματα και τις αναθυμιάσεις του καιρού της το αίσθημα, τις άδηλες ή ομολογημένες αγωνίες και επιθυμίες των ανθρώπων με τους οποίους συγχρωτίζεται, ούτως ώστε να αρθρώνει έναν λόγο που μετουσιώνει όλ’ αυτά σε ποιητικότητα –και επομένως τα αναβαθμίζει στην διαχρονία- και εν συνεχεία τα ενσταλάζει γόνιμα στο κοινωνικό σώμα. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια εποχή βίαιη, σπασμωδική, κατακερματισμένη, σαν την δική μας, η μελωδικότητα, και ο άλλοτε λυρικός, άλλοτε έντονα δραματικός, τόνος του σονέτου, δεν μπορεί ούτε να συντονιστεί με το συλλογικό φαντασιακό, ούτε να διεισδύσει στο ταραγμένο «κοινωνικό υποσυνείδητο», και επομένως να βρει ευήκοον ακροατήριο. Γι’ αυτό και διαφωνώ -αν και κατανοώ πολύ καλά, και ως ένα βαθμό συμμερίζομαι, τους λόγους- με την τάση που παρατηρείται από κάποιους, συχνότατα αξιόλογους, ανθρώπους του χώρου, για μια επιστροφή στα σχήματα αυτά. Πιστεύω ότι ο στίχος αφότου έσπασε τα δεσμά του, ποτέ δεν θα ξαναϋποκύψει σ’ αυτά οικειοθελώς.
Τα παραπάνω δεν μας εμποδίζουν φυσικά να απολαύσουμε τις αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές κατασκευές, να εγκαταλειφθούμε στον τρυφερό ή σπαρακτικό κυματισμό τους, να γευτούμε την ομορφιά ενός ατόφιου ποιητικού λόγου.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ίσως πιο σημαντικό και από την αισθητική απόλαυση, που αυτό το συγκεκριμένο είδος, το σονέτο, προσφέρει, ιδιαίτερα σε όσους από εμάς παλεύουμε να κάνουμε ποίηση: Υψηλή ποιητική. Το σονέτο είναι αναμφισβήτητα ένα κομψοτέχνημα ποιητικού λόγου. Τα αυστηρά πλαίσια μέσα στα οποία είναι αναγκασμένο να κινηθεί (ρίμα, αριθμός στίχων, μέτρο) επιβάλλουν πολύ καλοδουλεμένη γραφή και υψηλών προδιαγραφών τεχνική. Απαιτούν λεπτοδουλειά που μοιάζει με κέντημα σε πολύ λεπτή γάζα. Σμίλεμα όχι μόνο στίχο-στίχο, όχι μόνο λέξη-λέξη, αλλά ακόμη και συλλαβή-συλλαβή, φθόγγο-φθόγγο. Επιπλέον η μικρή του έκταση επιβάλλει πυκνό και πολύ σφιχτά δομημένο ανάπτυγμα, που πρέπει να εξελίσσεται ανοδικά, χωρίς πουθενά να χάνεται στον δρόμο, χωρίς ούτε μία περιττή διακλάδωση, ή πλαδαρότητα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διατηρεί λαμπερό τον στίχο και το νόημά του απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Πρέπει ακόμη αυτό το μικρό, σαν μια ανάσα, ποιητικό αρχιτεκτόνημα, να έχει κομψότητα, λεπτότητα, λάμψη, αλλά και υποβλητικότητα. Αυτά προϋποθέτουν πρωτοτυπία, όχι κατ’ ανάγκην στο θέμα, όσο στους ποιητικούς τρόπους και τα ποιητικά «τεχνάσματα», ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι σπινθηροβόλο, να έχει παλμό και να μπορεί να μεταδώσει την συγκίνηση και το αίσθημα που ο δημιουργός του επιθυμεί.
Φυσικά όλα τα σονέτα δεν επιτυγχάνουν αυτό το ύψιστο αποτέλεσμα. Εξαρτάται από τη μαστοριά του ποιητή. Στο βαθμό όμως που πλησιάζουν αυτές τις αρετές, αγγίζουν περισσότερο ή λιγότερο την λάμψη ενός ποιητικού διαμαντιού.
Όλ’ αυτά τα λέω όχι μόνο για να υμνήσω ένα ποιητικό είδος που τείνει να εκλείψει -κάτι όχι επιλήψιμο, αν ο χρόνος το έχει προσπεράσει-, αλλά κυρίως για να προτρέψω όλους εμάς που προσπαθούμε να γράψουμε ποίηση, να σκύψουμε πάνω σ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα, για να μάθουμε. Γιατί θα είναι καλό για την Ποίηση να καταλάβουμε, ότι η ελευθερία του στίχου, που κληρονομήσαμε από πρωτοπόρους και επαναστάτες αυτής της μεγάλης και ανθεκτικής παρά τους πανταχόθεν εχθρούς Τέχνης, δεν είναι ασυδοσία. Θέλω να πω ότι το να γράφουμε «ελεύθερα» (χωρίς ομοιοκαταληξία, μέτρο κ.λ.π.) δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γράφουμε «άτεχνα». Το ανεξέλεγκτο παραλήρημα, οι λεκτικές ακροβασίες, οι κοινοτοπίες, οι επαναλήψεις, η άνευ λόγου συναισθηματική υπερβολή ή ο στόμφος, το ξεχείλωμα του κειμένου προς κάθε κατεύθυνση, η έλλειψη οργάνωσης, δομής και οικονομίας, η επίδειξη «ποιητικότητας», η λεξιλαγνεία και ο βερμπαλισμός, η απουσία βάθους ή/και πρωτοτυπίας, η άνευ λόγου παράθεση «ποιητικών» λέξεων ή αντίστροφα ευτελών καθημερινών, με στόχο μόνο τον εντυπωσιασμό και όχι κάποιο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η απουσία γενικότερα στην εκάστοτε ποιητική κατασκευή οποιουδήποτε στόχου ή ουσίας (σκόπιμα δεν χρησιμοποιώ την λέξη «νόημα», γιατί ο στόχος μπορεί να είναι και μόνο ένα αίσθημα, μια εικόνα ή ο,τιδήποτε άλλο, όπως και να ‘χει όμως πρέπει να υπάρχει), όλ’ αυτά και άλλα πολλά που παρατηρούμε συχνά στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή, δεν είναι εμπλουτισμός του ποιητικού λόγου, αλλά φτώχια του. Και το χειρότερο, έχουν επίπτωση πάνω στο ίδιο το σώμα της Ποίησης. Γιατί την ευτελίζουν, την καθιστούν αναξιόπιστη στα μάτια των πιθανών αποδεκτών της και επιτείνουν, αντί να πολεμούν, το ούτως ή άλλως -για λόγους πέραν των ατομικών μας επιθυμιών και δυνατοτήτων-αντιποιητικό κλίμα και πνεύμα της εποχής που ζούμε.
Φυσικά τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να αποθαρρύνουν, να αποτρέψουν ή να απογοητεύσουν. Κάθε άλλο. Αντίθετα είμαι της άποψης ότι όσο πιο πολύ, και πιο πολλοί, αισθανόμαστε την ανάγκη να εκφρασθούμε ποιητικά, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να ανακάμψει το γονατισμένο όραμά μας για μια ζωή όπου η ποίηση δεν θα είναι τέχνη, αλλά υπαρκτικός τρόπος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωσή μας να τιμούμε αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι πιστεύουμε. Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη του και να προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν. Η ευκολία του βγάζω όπως-όπως στο χαρτί ό,τι με ταλανίζει, ίσα για να απαλλαγώ απ’ αυτό ή, ακόμη χειρότερα, για να καταγραφώ ως ποιητής, δεν είναι σε καμμία περίπτωση Ποίηση. Είναι είτε απλό ξέδομα είτε μεγαλομανία, πράγματα που δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός από τον γράφοντα. Η Ποίηση όμως μας αφορά όλους και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο αντιποιητικοί γίνονται οι καιροί. Είναι από τις λίγες ανάσες που μας έχουν απομείνει. Γι’ αυτό ας την σεβαστούμε. Η μελέτη των μεγάλων επιτευγμάτων της ποιητικής Τέχνης μάς βοηθάει να ανταποκριθούμε στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε όταν πιάνουμε το μολύβι. Μη ξεχνάμε ότι η Ποίηση είναι η μόνη Τέχνη της οποίας τα μυστικά δεν διδάσκονται. Οι μόνοι δάσκαλοί μας είναι οι λαμπρές στιγμές του παρελθόντος της. Αυτές και η μόνη ευλογία μας. Και το σονέτο, σαν ένα πολύ υψηλών τεχνικών απαιτήσεων στιχούργημα, είναι ό,τι πρέπει «δάσκαλος» για μας τους… μαθητευόμενους της τέχνης. Αν λοιπόν δεν θέλουμε να μας καταραστεί και αυτή και ο χρόνος, ας κάτσουμε στα θρανία με σταυρωμένα χέρια και ας το ακούσουμε προσεκτικά.

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Περιστάσεις (;)

σ' εσάς...

«Μια τυχαία συνάντηση…» θα μπορούσε κοινότοπα να τιτλοφορηθεί. Τι είναι όμως το τυχαίο; Ο Μπόρχες έλεγε σοφά «είμαι οι περιστάσεις μου».
Πού πέφτει ωστόσο το βάρος; Στο «περιστάσεις» ή στο «είμαι»; Οι περιστάσεις μάς δημιουργούν ή τις δημιουργούμε; Ή μήπως και τα δύο; Τύχη και εαυτός διαπλέκονται μ’ έναν τρόπο περίπου μυστηριακό. Είμαστε, θα έλεγα, οι περιστάσεις μας, όχι μόνο γιατί η τύχη θέλησε τις περιστάσεις μας, αλλά και γιατί κι εμείς τις θελήσαμε.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις η τύχη, που έφερε τις φωνές κάποιων από μας μέσα σ’ αυτόν τον αχανή τόπο, σε απόσταση αναπνοής.
Θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε μισοαδιάφορα, μισοευγενικά, μισοχαρούμενα, χωρίς να ανταλλάξουμε ανάσες. Δεν το κάναμε. Γιατί; Δεν ξέρω. Οι εύκολες απαντήσεις πολλές. Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές αξίες, κοινές ανησυχίες. Είναι και αυτά. Όμως στις πραγματικά ευ-τυχείς συναντήσεις σχεδόν ποτέ δεν είναι μόνο αυτά. Είναι πάντα και κάτι άλλο. Αξεδιάλυτο και παράξενο. Αδιευκρίνιστο και λίγο ανομολόγητο, σαν για να μην το… ματιάσουμε. Είναι ίσως μια συνάφεια άγνωστου βάθους, που ρέει σαν κρυφό νεράκι στα υποστρώματα του εδάφους μας, ψάχνοντας άνοιγμα ν’ αναβλύσει. Είναι ίσως μια ριζωμένη αναμονή και επιθυμία, πιο ισχυρή απ’ όλες τις αντιξοότητες παρελθούσες και παρούσες, που επιτάσσει την ενσάρκωση. Την φανέρωση και παρουσία ενός Έτερου που δεν θα θωρακίζεται στην φοβική ετερότητα, αλλά θα επιτρέπει την γονιμότητα της αφιλοκερδούς ανταλλαγής. Όχι την ταύτιση, όπως συνήθως αφελώς ευχόμαστε. Αλλά την συγκατάθεση στην μοναδική ιδιαιτερότητα που ο Άλλος είναι, αντί της ομοιότητας που θα θέλαμε να του επιβάλουμε, επιδιώκοντας επί της ουσίας την επιβεβαίωση της μονήρους στενότητάς μας. Όχι την νοσηρή αυτοκατάργηση μέσα σε μια βιασμένη και ισοπεδωτική φιλότητα, αλλά την ευ-δαίμονα αποδοχή του Άλλου σαν μέρους μιας ρέουσας, ζωηρής, λάμπουσας σύνθεσης. Ωσάν τα τέσσερα στοιχεία του νερού, της φωτιάς, της γης και του αέρα να σταλάζουν την ουσία τους προσεκτικά –ακολουθώντας λες μια σιωπηρά προσυμφωνημένη δέσμευση- για να συντελεστεί εκείνο το μικρό θαύμα της κοινότητας. Εκείνης της σπάνιας συλλογικότητας, χωρίς προεξάρχοντες, δυνατούς και αδύνατους, άξιους και ανάξιους, καλύτερους και χειρότερους. Εκείνης της πολύτιμης συνύπαρξης, όπου όλοι θέλουν να αναδείξουν και να απολαύσουν την φυσική λάμψη του Άλλου. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς προδιαγραφές, χωρίς κυριαρχικές υστεροβουλίες.
Ύστερα από αναζήτηση και αποτυχημένους πειραματισμούς χρόνων, νομίζω πως τα παραπάνω –και όχι τα εύλογα αποτελέσματά τους, που είναι η αλληλοβήθεια, η συμπαράσταση, το μοίρασμα της καλής και της κακής στιγμής- είναι ο ορισμός της Φιλίας.
Και πιστεύω ότι όταν αυτή έρχεται, την αναγνωρίζεις διαμιάς από τον παρήγορο και λυτρωτικό τρόπο που κυλάει από ανάσα σε ανάσα, από βλέμμα σε βλέμμα, από κίνηση σε κίνηση, από κουβέντα σε κουβέντα. Από την ξαφνική –και ως δια μαγείας κοινή- αίσθηση οικειότητας, του «σαν να γνωριζόμαστε χρόνια». Από τον τρόπο που ρέει αβίαστα στα πιο διψασμένα κανάλια του εαυτού σου και της ζωής σου. Αυτά που αναζητούν την αθωότητα του ανιδιοτελούς «εμείς» μέσα από την κατάθεση αυθεντικών και ανοχύρωτων «εγώ».
Πιστεύω ακόμη πως τέτοιες συναντήσεις είναι ικανές να ανατρέψουν σωρεία απογοητεύσεων και σπαταλημένων προσδοκιών και να σε ξανακάνουν παιδί, επιτρέποντας στο όνειρο να αναμειχθεί με την πραγματικότητα, δίνοντας σ’ αυτή την τελευταία τον σπινθήρα που την κάνει Ζωή.

Σας ευχαριστώ γλυκείς μου μ’ όλη μου την ψυχή, που γίναμε μια τόσο ευτυχής περίσταση…

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

?

Πώς να τ’ αντέξεις
πάνω σου να 'ρχονται διαρκώς τα πλήθη
και πάλι πίσω να τραβιούνται
από παλίρροια άγνωστη σπρωγμένα
Κι όποτε κάποιο πρόσωπο πάει να πήξει
μι’ ανάσα απ’ το δικό σου
να γίνει χρόνος
αίφνης να ορμάει πάνω του η ερημιά
-ποιανού; δική του ή δική σου;
να το σκορπάει κουρνιαχτό στους δρόμους

Κι ύστερα λένε όλοι πως υπάρχεις
-μα πού; μα πώς;
τι βλέπουν που δεν βλέπω;
Να εκεί!
Την ώρα που γεμίζεις το ποτήρι με νερό
και ήπιες και ξεδίψασες
-ξεδίψασα στ’ αλήθεια;
Κι ύστερα ήσουν εσύ που γέλασες
δεν άκουσες;
Ναι. Ναι. Όμως δεν άκουσα
εμένα που γελούσα
το γέλιο μου κάποια στιγμή
όπως ξεσπούν πλημμύρες,
χειρουργεία, αποχαιρετισμοί
έπεσε πάνω μου σάμπως λεηλασία
-δεν ήταν γέλιο αυτό-
κι έφυγε πάλι όπως τα πλήθη
που έρχονται και φεύγουν
κι αφήνουν πίσω τους
σπασμένες λέξεις ξεβρασμένες από κύμα
κινήσεις σκαλωμένες στα κλαδιά,
στα μάτια, στις καρέκλες,
μισοσκισμένες στο τέλος του καλοκαιριού

Α, όχι. Γι’ αφέλεια μη με κατηγορείτε
Το ξέρω πως θ’ απολιθώνονταν
αν έμεναν όλα εδώ διαρκώς παρόντα
ή πως θα καίγονταν
στου πάθους μου το ακόρεστο
Το παραδέχομαι ότι κι εγώ
το ίδιο όπως εσείς
τόσες φορές το στοίχημα
που τάξατε στο πρόσωπό μου τόχασα
τόσες φορές κι εγώ
χάθηκα στην ομίχλη μου
από ανάγκη να διαλύσω
της μορφής μου τ’ αδιέξοδο
Ξέρω ακόμη το χειρότερο
ότι το βλέμμα μου πάνω στα σώματα ανελέητα
ανοίγει τρύπες και τ’ αδειάζει

Ναι, δεν παριστάνω την ανήξερη

Μα πάψτε πια να λέτε πως υπάρχουμε
-ακούνε και παιδιά
τι θα τους απολογηθούμε;


Από "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..." (σκηνή 2η)

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Διάλογοι

Πάω ή φεύγω. Μήπως μόνο πάω; Ή μόνο φεύγω; Τι χωρίζει το πάω από το φεύγω; Υπάρχουν τομές στην ρευστότητα; Στιγμές ισορροπίας; Σιγμές επικράτειας; Υπάρχουν στιγμές; Πάω και φεύγω. Διαρκώς. Εντός. Και εκτός. Ποτέ επί τα αυτά. Ατέρμονη διαδρομή. Εδώ και αλλού. Διαρκώς.
Μήπως μόνο πορεύομαι;

(χαρισμένο στην Φαίδρα)




Πάνω στον "χορό των ποιητών" του Μ. Χατζιδάκι

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Κάποιοι αγωνιούν και αγωνίζονται

Νέοι άνθρωποι με πίστη, ταλέντο και γνώση αγωνιούν και αγωνίζονται. Δουλεύουν και καταθέτουν έργο, που χάνεται μέσα στην απέραντη φαφλατάδα των ποταπών καιρών. Χωρίς να έχουν ή να ελπίζουν σε καμμιά βοήθεια. Ένα μικρό -αλλά εξαιρετικό- δείγμα.


Πλάτη στον ουρανό

Γυρίζω την πλάτη μου
και
φεύγω βιαστικά
κλαίω τρανταχτά για να με ακούσετε
κλαίω σιγανά για να μην μ’ ακούσετε
βρίζω
σκέφτομαι να στρίψω πάλι για να πω αντίο
μένω μόνος να ατενίζω
τρέχω για να μην γυρίσω πίσω
τρέχω για να προφτάσω αυτό που τώρα φανερώνεται
παραπατώ από την αγωνία μου
παραπαίω από την εξάντληση
παραδίνομαι σε αυτά που βρίσκονται τώρα μπροστά μου
απομονώνομαι από τον φανταχτερό σου κόσμο
απομακρύνομαι από τον αρρωστημένο κόσμο σου
καρδιοχτυπώ από φόβο γι’ αυτά που αφήνω πίσω μου
ξεχνώ όσα δεν θέλω να θυμάμαι
θυμάμαι αυτά που πρέπει να ξεχάσω
ελπίζω ότι ετούτη η κατεύθυνση θα είναι περισσότερο στα μέτρα μου
αρχίζω μια καινούρια ζωή
έναν ατελείωτο εσωτερικό μονόλογο
κάτι σαν προσευχή
που δεν έτυχε να την γνωρίζω ως τώρα
και
ψάχνω κάτι σαν απάντηση για να σε αποστομώσω
ανασαίνω βαθιά για να κρατήσω τα νεύρα μου
ξεψυχώ, σχεδόν, αφού έχω μετανιώσει που γύρισα
περιμένω
να φύγεις
να έρθεις
να με αγκαλιάσεις
να με σπρώξεις
να με μισήσεις
να με αγαπήσεις ξανά
να με συγχωρήσεις
να γίνει σεισμός
ή ν’ ανοίξουν οι ουρανοί
ώστε όλα να γίνουν πιο εύκολα
κάτω από μια αναπότρεπτη δικαιολογία


Μια φιγούρα με την πλάτη γυρισμένη. Το κορμί σκυφτό σκίζει τον ουρανό που κατέβηκε στη γη. Από πού φεύγει και πού πάει; Εσύ από πού φεύγεις και πού πας; Πότε έφυγες από κάπου τόσο σκυφτός τελευταία; Τι είναι αυτό που βαραίνει τόσο το κεφάλι σου; Φεύγω ή Πάω. Μεταξύ των δύο συμβαίνει σύγκρουση.

[Κείμενο της Τζίνας Αποστολοπούλου, για το ομώνυμο θεατρικό happening της θεατρικής ομάδας του Δήμου Ηλιούπολης, τον χειμώνα του 2007, σε διδασκαλία και σκηνοθεσία της ίδιας]

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

πρώτη απόπειρα

Το παρθενικό μου κλιπάκι, κατόπιν υποδείξεων του Κωστή Ψαρράκη, τον οποίο θερμοευχαριστώ.

(για να το δείτε κλείστε την μουσική στ' αριστερά)





Το ποίημα είναι από τα "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..."
Το μουσικό κομμάτι είναι από το άλμπουμ "Επιστροφή" του Στ. Λάντσια

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Αήθης καλλιτέχνης


Ευγένιος Ιονέσκο, Αναζητήσεις


(για να διαβάσετε: κλικ πάνω στην εικόνα )

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Ας ακούμε και τους σοφούς... Κάτι ξέρουν...


"Όταν προσδοκούμε από τους άλλους να μάς «καταλάβουν», στην ουσία τούς ζητούμε να μάς συμμεριστούν την αυτοκατανόησή μας. Φιλία είναι η (σιωπηρή) συμφωνία ότι η μία πλευρά συμμερίζεται την αυτοκατανόηση της άλλης."
(ε, αν δεν καταλαβαίνει πόσο καλή, έξυπνη, λαμπερή, ταλαντούχα, μοναδική είμαι, τι φίλος είναι;)


"Μιά συζήτηση περί φιλίας ή αγάπης μπορεί να σημάνει την αρχή ή το τέλος της φιλίας ή της αγάπης."
(σσσσσσστττ… άσε καλύτερα... ας μη πούμε τίποτα….)


"Οι αλαζόνες προκαλούν την αντιπάθεια επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε επιβεβαίωση της δικής μας φιλαυτίας."
(ε, είναι κι αυτό… Σου μιλάω βρε παιδί μου! Δεν μου δίνεις καμμία σημασία!)


"Οι ανόητοι μονίμως παραπονούνται ότι οι ευφυείς είναι επηρμένοι."
(ποτέ! Ποτέ! Εγώ παράπονα; Ποτέ!)


"Στις επιτυχίες αισθανόμαστε πάνω από το ανθρώπινο μέτρο, στις αποτυχίες αναλογιζόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα."
(στάσου να θυμηθώ…)


"Οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό."
(πού πουλάνε τέτοιες, κι έχω γεμίσει καρούμπαλα!)


"Οριστικό επιχείρημα υπέρ του καπνίσματος: η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενος."
(Ναι! Ναι! Ναι!)


"Απ' όλα προτιμώ περισσότερο την μετριοφροσύνη των αμόρφωτων. Όμως από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων."
(Ουφ, πότε θα μάθω όλ’ αυτά που θέλω, να γίνω κι εγώ μια ματαιόδοξη με την ησυχία μου…)


"Ο απέραντος πόθος να ρουφήξεις τον κόσμο — και η απέραντη ανία αφότου το έκανες."
(αυτό πάλι πού το πας;….)


"Οι αξίες είναι σχετικές και ο άνθρωπος θνητός· στην έσχατη συνέπειά του τούτο το στοιχειώδες συμπέρασμα σημαίνει: μηδενισμός."
(καλά τόχα καταλάβει εγώ… άδικα παιδεύομαι …)


Παναγιώτης Κονδύλης, Αφορισμοί και αποφθέγματα

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

ο Σχοινοβάτης

στον Θερσίτη
και σ’ όλους τους αιθεροβάμονες αυτού του κόσμου,
για να δικαιώνεται το ανελέητο και κραταιό
τεντωμένο σκοινί που μας βαστά

(Τάκης Δημόπουλος, "ο ακροβάτης")


Η αγάπη αυτή - που είναι σχεδόν απελπισμός, όμως και απαλή πολύ - η αγάπη αυτή που χρωστάς να προσφέρεις προς το σκοινί σου, θα είναι τόσο κραταιά όσο κραταιό δείχνεται και το σκοινί για να σε βαστάξει. Έχω γνωριμία με τα άψυχα γνωρίζω, είναι δόλια και ατιθάσευτα. Όμως γνωρίζω και πόσο ξέρουν να σου λένε το ευχαριστώ τους.

Ορισμένοι δαμαστές μεταχειρίζονται βία.
Μπορείς κι εσύ να δαμάσεις το σκοινί σου. Μα πρόσεχε.
Όπως ο πάνθηρας, ή, καθώς λένε, κι ο λαός, το συρματόσκοινο αγαπά το αίμα. Καλύτερα να το μερέψεις.

Το τσίρκο είναι απαιτητικό. Αξιώνει προσοχή απόλυτη και οξύτατη. Η γιορτή δεν είναι η δική μας. Είναι αγώνισμα σωματικής μαστοριάς, που απαιτεί να είμαστε σε συναγερμό.

Ζωντάνεψε την ομορφιά που κρύβει το σκοινί σου –δική του είναι, δε σου ανήκει! Τα άλματα, τα σάλτα, τα χορευτικά σου βήματα –στη γλώσσα του ακροβάτη τα φλικ φλακ, τις τούμπες, τις ρόδες, το πήδημα θανάτου κλπ. δε θα τα πετύχεις για να διακριθείς εσύ, μα για να τραγουδήσει επιτέλους το συρματόσκοινο, που ήταν νεκρό και άφωνο.
Και θα σ’ ευγνωμονεί, αν οι κινήσεις όλες είναι άψογες να δοξαστεί εκείνο κι όχι εσύ.
Και το κοινό έκθαμβο να χειροκροτεί:
-Τι καταπληκτικό σκοινί! Κοίτα πώς στηρίζει το χορευτή του και πόσο τον αγαπά!
Αλλά και το σκοινί χάρη σ’ εσένα θα ‘ναι ένας θεσπέσιος χορευτής.

Μια αγένεια του Κοινού: στις πιο επικίνδυνες φιγούρες σου θα κλείσει τα μάτια. Κλείνει τα μάτια τις στιγμές που, για να το θαμπώσεις, πας και συνορεύεις με τον θάνατο.

Και μην απελπίζεσαι αν σ' εγκαταλείψει η δεξιοσύνη σου την ώρα της προπόνησης. Αρχίζεις με πλεονάζουσα ικανότητα μετά από λίγο όμως το σκοινί σε απογοητεύει, σε απογοητεύουν τα άλματα, το τσίρκο, ο χορός. Θα γνωρίσεις μια φάση πικρή, λίγο σαν κόλαση, και μόνο μετά, αφού περάσεις από το μελανό δάσος, θ' ανέβεις πάλι απάνω, αφέντης της τέχνης σου.

Το έδαφος θα σε κάνει να τρεκλίζεις.

Δεν θα εκπλαγώ αν πέσεις καθώς περπατάς στο δρόμο, και στραμπουλίξεις το πόδι σου. Το σκοινί θα σε στηρίζει καλύτερα, είναι ασφαλέστερο από το έδαφος.


(από τον «Σχοινοβάτη» του Ζαν Ζενέ)

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Άνδρος

Να ξεριζώνει ο άνεμος ζωές κι ανθρώπους
μα οι καλαμιές αντίλογος
ξεμαλλιασμένες να επιμένουν
του χώματος το δίκιο
και τα σκυλιά πόλεμος και ειρήνη
γαυγίζοντας με την υπεροψία του έρωτα
κόντρα στην ανεμοδαρμένη νύχτα
μα πιο πολύ
κάπου εκεί στον κάμπο
μες στις συκιές, τις αχλαδιές και το μποστάνι
καράβι ριζωμένο
το άσπρο σπίτι
κι ας ξεριζώνει ο άνεμος τη θάλασσα
κι ας ξεριζώνει το νησί
καρφώνει η αγάπη πίστη στα βαθιά
και δένει.


(στην Αναστασία, τον Κώστα, την Ανθή, τον Δημήτρη, την κυρία Ευανθούλα, τον κυρ Μήτσο, τον Τζο, τον Μπράντο, τον Λεωνίδα, τον Αλκιβιάδη και τον μικρούλη Βίκτορα)