Στη σύντομη εισαγωγή ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, των οποίων έχει επιμεληθεί την μετάφραση, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:
«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».
Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».
Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)
«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».
Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».
Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)
Όνειρο μέσα σε όνειρο
Δέξου, λοιπόν, ένα φιλί και μια παραδοχή, τώρα –ιδίως- που φεύγω. Δεν είχες λάθος: όνειρο ήτανε η ζωή μου. Έχει, ωστόσο, σημασία αν ήταν μέρα ή νύχτα, ψευδαίσθηση ή όχι, η πτώση των ελπίδων μου; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε. Αυτό!
Στέκομαι. Ακούω κύματα να ωρύονται το μαρτύριο κάποιας ακτής. Κοιτάζω το χέρι μου: κρατάω μια φούχτα άμμο χρυσή… ασήμαντο απόκτημα! Και πώς γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα, πώς χάνεται. Βουλιάζει κι εγώ θρηνώ. Θρηνώ. Βουλιάζει! Θεέ μου, αν έσφιγγα γερά το χέρι, θα την έσωζα; Θα την κρατούσα μακριά απ’ τ’ ανελέητο κύμα; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε; Αυτό;
(Έντγκαρ Άλλαν Πόε, περιοδικό «Ποιητική» τ. 1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)
Ο λαβύρινθος
Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.
(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς», μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)


