"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

"Αρτούρο Ούι"


"Αρτούρο Ούι" του Μπέρτολτ Μπρεχτ, για δεύτερη χρονιά
στο Θέατρο Σχεδία από 20/11 ως 20/1.



Ένα έργο για την διαπλοκή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας -σας θυμίζει κάτι;-, με την σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Κανελλόπουλου, που αποτυπώνει με τρόπο προκλητικό το κωμικοτραγικό και ταυτόχρονα στυγνό παιχνίδι ισχυρών, παρατρεχάμενων, ανδρείκελων και όλου αυτού του ανάλγητου γνωστού-άγνωστου συναφιού, στην πλάτη της εκκωφαντικά απούσας κοινωνίας.

Βουτάδων 34 - Γκάζι
Παραστάσεις:
Πέμπτη με Δευτέρα, 9 και 15
Κυριακή στις 4
Κυριακή και Δευτέρα: είσοδος ελεύθερη

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Αννίτα ζεις, εσύ μας οδηγείς!

-επετειακόν-


(ευτυχώς οι συνειρμοί παραμένουν ελεύθεροι...
το ίδιο και η θλίψη των ποιητών...)


ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ

Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, καιγότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μια κόλαση, πλάγιασε πάλι, απέναντι η Φανή,

το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δεκαεφτά που πέθανε, κι όξω απ’ την κάμαρα ο σταθμός, σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.

Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας

την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μούτρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας

την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θάλασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον ήλιο καίγοντας.

Έτσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι, βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζίκια το κεφάλι του πριζότανε.

Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντίλαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χωράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,

έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας τα γεγονότα τ’ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,

χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ’ άλλο, κράζοντας, και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.

Κατέβηκε παντού η σιωπή.

Κατέβηκε με τ’ άροτρο ο Θεός.

Άσπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντα, και το φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ’ άσπρα του δάχτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός

είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα πουλιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την άκρη τ’ ουρανού.

Κι είπε ο Θεός.

Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην πέτρα του γιαλού.
Ήρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο δρόμος όξω απ’ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κ η κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η Φανή,

στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκινοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φανάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το χριστό σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε

χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύνταξη κι ο σκούρος τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέσματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.

Κι εφάνηκε απ’ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρθε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την αλυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της κομένο απ’ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι της.

Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα με τ’ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα-κόκαλα, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.

Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.

Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.

Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βράχια νερό κι πέτρες χάθηκαν,

η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,

τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,

μονάχα ο κούφιος ουρανός.




Τάκης Σινόπουλος, Νεκρόδειπνος

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

ο κ. Κόυνερ απαντά


Σε εποχές κρίσης -σαν τη δική μας-, ο άνθρωπος αναζητεί απαντήσεις σε ερωτήσεις κρίσεως -σαν τις δικές μας.

Ο κ. Κόυνερ (του οποίου το όνομα Keuner υπαινίσσεται τη λέξη keiner=κανένας) απαντά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:



Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινώ εγώ ο ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.


Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ’ όνομα Χμ,χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυο-τρεις φορές: Χμ.χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνωμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ., κουνώντας το κεφάλι του, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ, χμ, γιατί πιστεύουν ότι δε σημαίνει τίποτα.


Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι αποκρίθηκε ο κ. Κ. ο άνθρωπος.


Ο κ. Κ. κοίταξε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.



Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου , του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.



"Ιστορίες του κ. Κόυνερ", Μπέρτολτ Μπρεχτ

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Άντε, κι ο ουρανός καράβι λοιπόν!

Κι επειδή μόλις κάποιοι "μεθυστές" μου θύμισαν ότι γιορτάζω, να κεράσω τραγουδάκι ταιριαστόν....

Υγιαίνομεν! -παραδόξως πως... αλλά το πράττομεν.... :)))))))))

Αρκετά με την Αμερική και την αλλαγή -ή "αλλαγή"- της.
Εδώ έχουμε καυτά προβλήματα! Μας έριξαν στάχτη στα μάτια όλοι οι συνωμότες (πολιτικοί και δημοσιογράφοι), μας έβαλαν ν' ασχολούμαστε με τον Ομπάμα, για να περάσουν από την πίσω πόρτα το αντεθνικό νομοσχέδιο περί απαγόρευσης του καπνίσματος!!!
Δε φτάνει που έχουν βάλει χέρι στο στομάχι μας -που γουργουρίζει τελευταία όλο και πιο απειλητικά- θέλουν τώρα να βάλουν χέρι και στον... καρκίνο μας!!!!!

Ο ανένδοτος αρχίζει ΤΩΡΑ!
Κάτω τα χέρια από τον καρκίνο μου!


Και ιδού η πρώτη σφαίρα (άρτι αφιχθείσα με mail) κατά της εγχώριας καταπάτησης του -πιο- ανθρώπινου δικαιώματος, τουτέστιν του δικαιώματος στην απόλαυση:


Ενας παπάς αποφασίζει, οτι μια επίδειξη θα έδινε άλλη βαρύτητα στο κυριακάτικο κήρυγμα, γι αυτό έβαλε 4 σκουλήκια σε 4 μπουκάλια.
-Το πρώτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε οινόπνευμα
-Το δεύτερο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καπνό
-Το τρίτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε σπέρμα
-και το τέταρτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καθαρό νερό.

Στο τέλος του κηρύγματός του ο παπάς δίνει τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής:
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του αλκοόλ, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του καπνού, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι με το σπέρμα, πέθανε
- αυτό μόνο που τοποθετήθηκε μέσα στο καθαρό νερό έζησε.

Ο παπάς απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα ρώτησε: "Ποιό είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα, από αυτήν την παραβολή;"Και μια γριούλα από το βάθος της εκκλησίας αναφωνεί:

"ΌΣΟ ΠΙΝΟΥΜΕ, ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΗΔΙΟΜΑΣΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ!!!!"

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Θα τα καταφέρει;

Η Αμερική θέλει να ξεπλύνει τη ντροπή της. Θα τα καταφέρει;


(πολύ σωστά! στις δημοκρατίες οι λαοί είναι συνυπεύθυνοι με τους αρχηγούς τους, μη ξεχνιόμαστε)

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Η γερόντισσα με τα λευκά μαλλιά

Βαθούλωσε η σάρκα
Κι ανακατεύτηκε το μέσα με το έξω
Σκόρπιες εικόνες απότομα χαμένες
Σε μια κηλίδα της ματιάς
Σπασμένα βλέφαρα
Που τρέμουν τρεις λευκές χαράδρες
Πόλεμος, πείνα, θάνατος
Γερόντισσα κι ας σπαρταράει
Το αίμα στην ανάσα της
Είναι που πιο βαθύ ριζώνει
Και πληγώνει
Του τέλους η πνοή
Ραπίσματα από μέλλον που δεν ήρθε
Στο κυρτωμένο μάγουλο
Εκείνο που την εγκατέλειψε
Με μια ευχή στο χέρι
Ούτε μαντήλι πρόλαβε να πει
Μη με ξεχάσεις
Ριγμένα άρον-άρον όλα σ’ ένα φορτηγό
Ν’ αλλάζει πόλεις και ανθρώπους να γυρεύει
Εκείνο που της έφευγε σε κάθε προορισμό
Ζάρωσε μέσα της η προσδοκία ρυτίδα
Και μετάνοια
«Ζωή που δεν σε πρόλαβα
Μόνο με νυφικό σε είδα
Να ξεμακραίνεις σ’ αρμυρό νερό λευκή
Με τα λευκά μαλλιά μου σε θυμάμαι
Ν’ ανεμίζεις θρίαμβο και θλίψη
Καθώς σ’ ακολουθούσαν πάντα τα πουλιά
Ακόμη κάτι στη σπασμένη σκέψη μου χρυσίζει
Η βέρα μου που πριν με συναντήσεις στο ιερό
Έλυνε κι έδενε τους κύκλους σου ταξίδι
Έριχνε μάγια στον τυφλό εχθρό
Έγραφε κι έσβηνε τον άσπρο ουρανό
Εδώ κι αυτή
Στης σάρκας τις λακκούβες μου βουλιάζει
Νυστάζω πια
Και η ψυχή μου ανακατεύτηκε
Με τ’ άσπρα μου μαλλιά»

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

ερώτηση

(παίρνοντας σκυτάλη από την εξαιρετική ανάρτηση της Αλέκας)

(Ηλιογράφος)

..................

"Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!" *



Ποιο είναι το δικό σου ΟΧΙ;

Σήμερα.


(τα σχόλια - απαντήσεις σας, δηλαδή απαντήσεις μας, είναι το σημερινό ποστ )


*Μανόλη Αναγνωστάκη, Τα Ποιήματα (εποχές)


(Γιώργος Κούρος)

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Ποιητικά δοκίμια ανθρωπογνωσίας

Στη σύντομη εισαγωγή ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, των οποίων έχει επιμεληθεί την μετάφραση, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:

«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».


Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».

Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου, λοιπόν, ένα φιλί και μια παραδοχή, τώρα –ιδίως- που φεύγω. Δεν είχες λάθος: όνειρο ήτανε η ζωή μου. Έχει, ωστόσο, σημασία αν ήταν μέρα ή νύχτα, ψευδαίσθηση ή όχι, η πτώση των ελπίδων μου; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε. Αυτό!

Στέκομαι. Ακούω κύματα να ωρύονται το μαρτύριο κάποιας ακτής. Κοιτάζω το χέρι μου: κρατάω μια φούχτα άμμο χρυσή… ασήμαντο απόκτημα! Και πώς γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα, πώς χάνεται. Βουλιάζει κι εγώ θρηνώ. Θρηνώ. Βουλιάζει! Θεέ μου, αν έσφιγγα γερά το χέρι, θα την έσωζα; Θα την κρατούσα μακριά απ’ τ’ ανελέητο κύμα; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε; Αυτό;

(Έντγκαρ Άλλαν Πόε, περιοδικό «Ποιητική» τ. 1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)



Ο λαβύρινθος

Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς», μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (2)

Επί του πρακτέου λοιπόν τρία σονέτα σήμερα: η περίφημη «Λήθη» του Λορέντσου Μαβίλη, ένα από τα «παραμελημένα» σονέτα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, και το αγαπημένο μου από χρόνια «Πάθος» του Ιωάννη Γρυπάρη.
Παρατηρήστε, ακούστε, αισθανθείτε τον όμορφο ποιητικό τους λόγο. Την ροή και τον διαφορετικό ρυθμό τους, όπως το αίσθημα του καθενός ορίζει. Το πώς παίζουν, διαπλέκονται και εξελίσσονται τα σύμφωνα και τα συμπλέγματα, σαν μουσική υποκρουση του συναισθήματος. Πώς κάθε λέξη παίρνει τη θέση της χωρίς ούτε να περισσεύει, ούτε και να περνάει πάνω από το σύνολο, όπως ένας δεμένος θίασος φωνών. Την πυκνότητα, την καθαρότητα και την ευθυβολία των εικόνων, Το πώς πάλλεται, καθώς εναλλάσσεται από εικόνα σε εικόνα, αλλά και σε διαφορετικά υποστρώματα, το συναίσθημα. Πώς μένουν προσηλωμένα στο στόχο τους απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και πόσο στέρεα οικοδομούν και κλιμακώνουν το θέμα τους, από στίχο σε στίχο και από τετράστιχο σε τετράστιχο, ως την κορύφωση και την πύκνωση του εξάστιχου. Τέλος την λεπτότητα του ύφους, την πρωτοτυπία της ιδέας, την μουσικότητα της σύνθεσης και την ατμόσφαιρα που το καθένα υποβάλει ανάλογα με το θέμα του (ταραχή και θλίψη το πρώτο, τρυφερότητα και γαλήνη το δεύτερο, παραφορά και ορμητικότητα το τρίτο)
Απολαύστε με λίγα λόγια τρία κομψοτεχνήματα λόγου, με τον ίδιο τρόπο που κανείς απολαμβάνει μια Παναγιά γλυκοφιλούσα, «δια χειρός» κατανυκτικού αγιογράφου, κι ας μην πιστεύει σε κανένα Θεό…

(Θα σας πρότεινα να κλείσετε την μουσική στο πλάι, για ν’ ακούσετε την δική τους –άλλωστε σονέτο σημαίνει … τραγουδάκι :)


Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα ο βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται,-

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

(Λορέντσος Μαβίλης)



…Κι έπαψες να μιλείς. Ήμουν σιμά σου
και τόσο σπλαχνικό κι αγνό και πράο
ήταν κυρά το μάγο ανάβλεμμά σου
που τη στιγμή ποτέ δε λησμονάω!

Κι εμέθυσα απ’ τη γλύκα της ματιάς σου
που τήνε βλέπω ομπρός μου όπου κι αν πάω
κι η λίμνη κι η γαλήνη κι η καρδιά σου
όλα σου λέγαν πόσο σ’ αγαπάω

Κι ω μυστικό θαράπιο απ’ το κορμί μου
σαν άυλο γνέφι επέταξε η ψυχή μου
και το άχραντό σου ετύλιξε το σώμα

Και τη φωτίζουν του ματιού σου οι αχτίδες
και στον καθρέφτη του νερού την είδες
να τρεμολάμπει μες στο μπλάβο χρώμα.

(Κωνσταντίνος Θεοτόκης)



Πάθος

Ως πότε η ζωή μας να σαπίζη
σαν τα στεκάμενα νερά η θλιμμένη,
και μες στο βούρκο της λιμνιάς ν’ ανθίζη
λευκά παρθενικά η Νυμφαία* ντυμένη;

Το πάθος το τρανό ζητώ που ορίζει
τη μοίρα της ζωής σα να ήταν ξένη
και την τυφλήν απόφαση χαρίζει
που ρίχνουνται στα κύματα οι πνιγμένοι.

Πόθοι νόθοι κρυφοί και πόθοι στείροι,
που αποτρυγάτε το άρρωστο όνειρό μου,
ήρθε το πάθος το τρανό να σύρη

και μένα σκλάβο του έξω νου και νόμου,
να μάθω και να πω πως είναι ίσως
πιο δυνατή η αγάπη κι απ’ το μίσος.

(Ιωάννης Γρυπάρης)

*λευκό λουλούδι που φυτρώνει στις ακρολιμνιές