
Σε εποχές κρίσης -σαν τη δική μας-, ο άνθρωπος αναζητεί απαντήσεις σε ερωτήσεις κρίσεως -σαν τις δικές μας.
Ο κ. Κόυνερ (του οποίου το όνομα Keuner υπαινίσσεται τη λέξη keiner=κανένας) απαντά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:
Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινώ εγώ ο ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.
Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ’ όνομα Χμ,χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυο-τρεις φορές: Χμ.χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνωμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ., κουνώντας το κεφάλι του, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ, χμ, γιατί πιστεύουν ότι δε σημαίνει τίποτα.
Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι αποκρίθηκε ο κ. Κ. ο άνθρωπος.
Ο κ. Κ. κοίταξε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.
Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου , του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.
"Ιστορίες του κ. Κόυνερ", Μπέρτολτ Μπρεχτ