(Karol Marine)Στη Βιολέτα
Είδες λοιπόν πώς έγινε; Εκεί, στις άγριες βαλανιδιές, που αδημονούσες πώς και πώς να σκαρφαλώσεις, άρχισαν όλα. Εκεί ακόνισες τα δοντάκια σου –ένας λυπημένος σκίουρος με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια- γιατί το γάλα λιγοστό. Τον θυμάσαι δεν τον θυμάσαι το μαστό της μάννας σου καθώς άστραφτε, και τέτοιο λευκό δεν ξαναβρήκες. Ήταν όμως η σκυφτή αγάπη της γιαγιάς σου που σου έμαθε την καμπύλη. Κι η πλεξούδα σου κρατάει ακόμη μνήμη. Βλέπω τα κλαδιά και τα τρεχάματα πλεγμένα σφιχτά να μην τα χάσεις, καθώς τινάζεις ατίθασα το κεφάλι. Σαν το πουλάρι δεμένο απ’ το σχοινί, που είχατε στην αυλή. Πόσες φορές βρέθηκες στη θέση του. Μετά. Πρώτα στο ίδρυμα, που ήταν έξω ο ουρανός, και μέσα το σκάψιμο. Κι αν δεν σήκωνες το κεφάλι να κοιτάξεις έστω, ήταν γιατί είχες μάθει την καμπύλη της προσήλωσης στο κρυφό κόκκινο. Από τότε. Που διδάχτηκες το μανιχαϊσμό και το ζάρι (μαύρο – κόκκινο) από πρώτο χέρι. Έπειτα παντρεύτηκες. Με τις ευλογίες του Τσαουσέσκου και τη φτώχια προσκέφαλο. Έκανες το παιδί σου, και ήρθε η ώρα να διπλωθείς στον κύκλο σου. Έκοψες με τα δόντια τον ομφάλιο λώρο του, όπως είχες κόψει τότε τον δικό σου. Γιατί η ζωή πρέπει να ζήσει. Δυο πόνοι. Δυο δαγκωνιές η μια πάνω στην άλλη. Σε οδήγησαν στο κέντρο του αίματος. Το είδες ν’ αναβλύζει καυτό απ’ την κοιλιά σου. Έκτοτε όλα ήταν δυνατά. Είχαν το πλάτος των χεριών σου. Η ξενιτιά, η μοναξιά, ο επιούσιος. Σημαία πάντα στο κατάρτι τα ολόμαυρα μαλλιά σου. Πλεγμένα ή ξέπλεκα ανάλογα τον άνεμο. Μα εκείνο το σκοινί παραφυλάει. Κρέμεται απ’ το πόδι σου κομμένο. Kαι σκάλωσε σ’ αυτόν τον ξένο άντρα. Απ’ την Περσία μαγικό χαλί ονειρεύτηκες μια νύχτα τον πατέρα σου, που κάθε χρόνο ξεχνάει τα γενέθλιά σου. Κι ανέβηκες στο παραμύθι. Δεμένη πάλι τώρα από το πόδι στριφογυρίζεις στη μικρή αυλή κλωτσώντας, κι η χαίτη σου αστράφτει μαύρο. Το ξέρω. Πάλι με δαγκωνιές θα κόψεις το σχοινί. Πάλι θα βουτηχτείς στο κόκκινο. Μα τούτη τη φορά δεν θα πονέσεις. Γιατί έχεις δέσει κάβο το γέλιο της κορούλας σου, που τη φωνάζεις με πείσμα Εσμεράλδα, για ν’ ακούει αγάπη (ή πιο ψιθυριστά στον ύπνο: dragoste).
(από "στο μεταίχμιο")





.jpg)