"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Μετράω ανάποδα




Σπιθαμή προς σπιθαμή
τις νύχτες σκάβοντας
κατάκοπη σκαπάνη
ένα κομμάτι πάπυρο
διέσωσα αμετάφραστο
και λίγη σκόνη…



(απόσπασμα από εδώ )

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Causa

Για τέσσερις ανθρώπους συνταιριάζω αυτές τις λέξεις,
Κάποιοι άλλοι ίσως τυχαία τις ακούσουν,
Ω κόσμε, πόσο θλίβομαι για σένα,
Που αυτούς τους τέσσερις ανθρώπους δε γνωρίζεις.

Έζρα Πάουντ, Lustra, μετ. Τάκης Μενδράκος

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Dragoste σε κόκκινο κομμένο.

(Karol Marine)

Στη Βιολέτα

Είδες λοιπόν πώς έγινε; Εκεί, στις άγριες βαλανιδιές, που αδημονούσες πώς και πώς να σκαρφαλώσεις, άρχισαν όλα. Εκεί ακόνισες τα δοντάκια σου –ένας λυπημένος σκίουρος με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια- γιατί το γάλα λιγοστό. Τον θυμάσαι δεν τον θυμάσαι το μαστό της μάννας σου καθώς άστραφτε, και τέτοιο λευκό δεν ξαναβρήκες. Ήταν όμως η σκυφτή αγάπη της γιαγιάς σου που σου έμαθε την καμπύλη. Κι η πλεξούδα σου κρατάει ακόμη μνήμη. Βλέπω τα κλαδιά και τα τρεχάματα πλεγμένα σφιχτά να μην τα χάσεις, καθώς τινάζεις ατίθασα το κεφάλι. Σαν το πουλάρι δεμένο απ’ το σχοινί, που είχατε στην αυλή. Πόσες φορές βρέθηκες στη θέση του. Μετά. Πρώτα στο ίδρυμα, που ήταν έξω ο ουρανός, και μέσα το σκάψιμο. Κι αν δεν σήκωνες το κεφάλι να κοιτάξεις έστω, ήταν γιατί είχες μάθει την καμπύλη της προσήλωσης στο κρυφό κόκκινο. Από τότε. Που διδάχτηκες το μανιχαϊσμό και το ζάρι (μαύρο – κόκκινο) από πρώτο χέρι. Έπειτα παντρεύτηκες. Με τις ευλογίες του Τσαουσέσκου και τη φτώχια προσκέφαλο. Έκανες το παιδί σου, και ήρθε η ώρα να διπλωθείς στον κύκλο σου. Έκοψες με τα δόντια τον ομφάλιο λώρο του, όπως είχες κόψει τότε τον δικό σου. Γιατί η ζωή πρέπει να ζήσει. Δυο πόνοι. Δυο δαγκωνιές η μια πάνω στην άλλη. Σε οδήγησαν στο κέντρο του αίματος. Το είδες ν’ αναβλύζει καυτό απ’ την κοιλιά σου. Έκτοτε όλα ήταν δυνατά. Είχαν το πλάτος των χεριών σου. Η ξενιτιά, η μοναξιά, ο επιούσιος. Σημαία πάντα στο κατάρτι τα ολόμαυρα μαλλιά σου. Πλεγμένα ή ξέπλεκα ανάλογα τον άνεμο. Μα εκείνο το σκοινί παραφυλάει. Κρέμεται απ’ το πόδι σου κομμένο. Kαι σκάλωσε σ’ αυτόν τον ξένο άντρα. Απ’ την Περσία μαγικό χαλί ονειρεύτηκες μια νύχτα τον πατέρα σου, που κάθε χρόνο ξεχνάει τα γενέθλιά σου. Κι ανέβηκες στο παραμύθι. Δεμένη πάλι τώρα από το πόδι στριφογυρίζεις στη μικρή αυλή κλωτσώντας, κι η χαίτη σου αστράφτει μαύρο. Το ξέρω. Πάλι με δαγκωνιές θα κόψεις το σχοινί. Πάλι θα βουτηχτείς στο κόκκινο. Μα τούτη τη φορά δεν θα πονέσεις. Γιατί έχεις δέσει κάβο το γέλιο της κορούλας σου, που τη φωνάζεις με πείσμα Εσμεράλδα, για ν’ ακούει αγάπη (ή πιο ψιθυριστά στον ύπνο: dragoste).

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Μυγοπαγίδα της Αφροδίτης


Είδα την παράσταση “Venus flytrap”, που ξαναπαίζεται αυτόν τον καιρό –πρωτανέβηκε το καλοκαίρι- από τον Θεατρικό Όμιλο Σχεδία, στο Γκάζι. Η παράσταση δανείζεται τον βασικό μύθο από το έργο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του Τένεσσυ Ουίλιαμς, αλλά τον «μεταγλωττίζει» μέσα από τους σκληρούς ή σπαρακτικούς διαλόγους και μονολόγους των ηρώων. Επικεντρώνοντας στο καταλυτικό πρόσωπο της Κάθριν, και στη σχέση θύτη-θύματος μέσα στο ψυχιατρείο όπου έχει οδηγηθεί για να «θεραπευτεί», επεκτείνεται σε όλες τις σχέσεις εξουσίας, αλληλοεξόντωσης και αυτοκαταστροφής, που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων εντός ή εκτός των τειχών.

Ο λόγος στα όρια της ποίησης, εξαιρετικά δυνατός και με πολλές αναγνώσεις, βαδίζει συνεχώς στην άκρη του γκρεμού -ή ίσως και στα βάθη του- γιατί κανείς δεν έχει τίποτα πια να χάσει ή να κερδίσει. Και φτάνει στο λυσιμελές όριο του ανθρώπου. Στο απάνθρωπο. Οι ήρωες τελούν υπό διαρκή τρόμο (σωματικό και ψυχικό), εγκλωβισμένοι στην παγίδα της ταυτόχρονης δύναμης και αδυναμίας τους. Νομίζω ότι ο τίτλος –«μυγοπαγίδα της Αφροδίτης»- συνοψίζει την προβληματική του έργου.

Είναι μια παράσταση που σε αρπάζει απ’ το στομάχι, και δεν σ’ αφήνει ούτε μια στιγμή να της ξεφύγεις. Εκτός από το κείμενο, εξαιρετικές είναι και οι ερμηνείες. Οι μονόλογοι της Κάθριν, της αδελφής Ευτυχίας και του Σεμπάστιαν κυριολεκτικά αδυσώπητοι. Το σκηνικό, λιτό και λειτουργικό, όπως το συνηθίζει η «Σχεδία», δεν κλέβει την παράσταση, την υπηρετεί μόνο δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Η σκηνή έναρξης στο δρόμο και η μετατροπή ενός ημιυπαίθριου γκαράζ σε θέατρο που λειτουργεί με ανοιχτές πόρτες και με ελεύθερη είσοδο και έξοδο του κοινού, κάνει τον θεατή χωρίς να το καταλαβαίνει μέτοχο της δράσης, και παίζει με τη σχέση εσωτερικού-εξωτερικού, εντείνοντας υποσυνείδητα το ερώτημα του εγκλεισμού. Ο πιανίστας–συνθέτης, που παίζει ζωντανά στη σκηνή, συντελεί στο να νιώθεις ότι παρευρίσκεσαι σε μια αυτοσχέδια εξομολογητική έκρηξη απελπισίας.

Συνολικά μια παράσταση που δεν διστάζει να πειραματιστεί με «ανοίκεια» μέσα σε όλα τα επίπεδα, και να επιτύχει, χωρίς λεφτά, «κονέ» και επιχορηγήσεις, με μοναδικά όπλα το πάθος, το ταλέντο -ίσως και την ίδια την απόγνωση- όλων των συντελεστών ένα αποτέλεσμα που κερδίζει το στοίχημα.
Το έργο δεν είναι εύκολο, δεν είναι εύπεπτο. Είναι έργο Τέχνης.
Αξίζει να το δείτε.
Παίζεται σήμερα, και θα παιχτεί για τρεις μόνο ακόμη παραστάσεις: 17,18,19/12/2009, Βουτάδων 36, (στάση μετρό Κεραμεικός), ώρα 10:00μ.μ., είσοδος ελεύθερη. Πληροφορίες στο τηλέφωνο: 210 3477448 /

ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Κείμενο: Τζίνα Αποστολοπούλου - Βασίλης Κανελλόπουλος
Σκηνοθεσία: Βασίλης Κανελλόπουλος
Σκηνικά – Κοστούμια: Οδυσσέας Καψάλως
Μουσική: Rodrigo Melo
Παίζουν οι: Μαρίνα Νατιώτη, Κώστας Γεραντώνης, Τζίνα Αποστολοπούλου, Χαίκ Καζαρτζιάν, Όλγα Τσίρκα, Μαργαρίτα Παππά, Κατερίνα Βασιλάκη, Rodrigo Melo, Κωνσταντίνα Σαράντη, Εύα Μπόγρη.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ
Διαβάστε περισσότερα:

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009


Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Σκέφτομαι και γράφω



Κατά τον πόλεμό του ο καθείς
Φτιάχνει το μνήμα του

------------------

Αρκετά κυνηγήσαμε ανεμόμυλους.
Ήρθε ο καιρός
να πολεμήσουμε ανέμους.

------------------

Οι άνθρωποι κάνουν παιδιά,
για να δανείζονται τα όνειρά τους,
όταν τελειώνουν τα δικά τους.

-ενίοτε τα κλέβουν κιόλας.

------------------

Καντιανός σύνθετος συνθετικός συλλογισμός

Ένα θέλω είναι πάντα μια αλήθεια.
Ένα ψέμα είναι πάντα ένα θέλω.
Άρα
Ένα ψέμα είναι πάντα μια αλήθεια.

------------------

Στην τέχνη όπως και στο έγκλημα
το αποτέλεσμα μετράει, όχι η επιθυμία.

------------------

Συνήθως οι άνθρωποι δεν διακρίνουν τη βλακεία από την αρετή.
Κι αυτό είναι μεγάλο λάθος.
Ενώ αντίθετα διακρίνουν την αρετή από την ομορφιά.
Κι αυτό είναι επίσης μεγάλο λάθος.

-γενικώς οι άνθρωποι κάνουν μεγάλα λάθη.

-------------------

Στην Μήδεια με αγάπη

Όταν το πάθος υπερβαίνει το ένστικτο
Ο άνθρωπος υπερβαίνει το ζώο.


(από Quinta essentia)

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Ζυγιάσου

Μ’ εφτάψυχες πληγές μη παραβγείς. Θα σε σαπίσουν.

Σ’ ετοιμοθάνατο σκυλί δώσε νερό
με οδοιπόρο πιες κρασί τη μάννα του να συγχωρέσεις
χωρίς ελπίδα χορτασμού μ’ αίμα μουριάς πλύνε τα χέρια
Έπειτα γύρισε στον ίδιο τόπο που σ’ αρνήθηκε
να ορκιστείς το όχι

Τρεις εκκλησιές προσκύνησες
κι οι τρεις σου πέταξαν τον οβολό στα μούτρα
μη περιμένεις αρετή
παίξ’ το μονά-ζυγά δικά σου
έτσι κι αλλιώς
η ιστορία σβήνει, δεν γράφει πια τραγούδια
χάσου
στα πανηγύρια της γυφτιάς
μικρός τελάλης άστρων
ο ουρανός θα σε γνωρίσει

Δεν χόρτασε η λύπη μου ζητάει
και δεν χωράει μοιρασιά
τόσα εσύ τόσα ο θάνατος
τ’ όνειρο που χτυπήθηκε στην άσφαλτο
μη ζητάς
να ταριχεύσεις
ημέρεψε την προσευχή
γύρνα το πρόσωπο
δεν έχει η λύπη μπέσα
Άγια Μαρίνα φύλαγε –αυτό μονάχα-
ένα σπιτάκι ξύλινο
και μια ευχούλα χόρτο

Πάνω στη θάλασσα
τα χελιδόνια γράφουν σύνθημα
πώς να διαβάσω;
τα βλέφαρά μου πεταλούδες
πολύχρωμες χρυσές
και μια μικρούλα θλίψη μπλε
να παίζει όλο τριγύρω

Ζυγιάσου
το ένα χέρι πάνω απ’ τη γιορτή
το άλλο πάνω απ’ το βόμβο των δακρύων
πίσω το παραμύθι ανέγγιχτο από τ’ άδικο
εμπρός του γιασεμιού η σιγή ανεβαίνει
Ακολούθησε
μη βλέπεις κάτω
το πλακόστρωτο γεμάτο ανθρώπους
κοιτάζουν τα παπούτσια τους προσηλωμένοι
τα πόδια τους κρατούν σφιχτά δεμένα στο κορμί τους
μη ξαφνικά αποστατήσουν
από μια έκρηξη ντροπής
Συνέχισε
ο ίλιγγος δεν σου ταιριάζει
ούτε η μετάνοια
η Παναγία δεν ξεχνάει ποτέ
κρατά λογαριασμό
θυσία – ικεσία
θυσία – ικεσία
Πέτα το βάρος
η ευωδία δικαιώνει

Ζυγιάσου
πάνω στ’ αόρατο σχοινί
όρθια γλυκάνησος
παιδιά της επαρχίας
τον ήλιο παίζουν τόμπολα
γλιστράνε στο μαχαίρι
Τάξου

στη λαμπερή στιγμή
-ποιος είπε πως πάτησαν το φεγγάρι;
το φέγγος δεν πατιέται-
Γράψε
αγριοστάφυλο πάνω στη θάλασσα
και φύγε χελιδόνι.

Φύγε!

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ο ελάχιστος κήπος

Από τη στήλη "αλιεύοντας", που έχει μείνει καιρό σιωπηλή, έχω σήμερα να σας συστήσω μια ποιήτρια που με χαρά ανακάλυψα. Η Γιάννα Μπούκοβα, γεννημένη στη Βουλγαρία και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, έχει έναν λόγο σαν νυστέρι. Ευθύβολο και κοφτερό, που πιάνει βάθος. Στην Ελλάδα έχει εκδοθεί η ποιητική της συλλογή "Ο ελάχιστος κήπος", από τις εκδόσεις Ίκαρος. Χαρείτε δύο ποιήματά της, σαν δείγμα γραφής, και αναζητείστε τα υπόλοιπα. Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο.


Ο ποιητής ολόκληρος στα λευκά

Ένα πρωί ο ποιητής φόρεσε το άσπρο του σακάκι, έβαλε το άσπρο
του καπέλο, έσφιξε τα λουριά στα δύο άσπρα σκυλιά του και βγήκε
στο δρόμο. Και στο περίπτερο, ενώ έπαιρνε τα ρέστα απ΄τα τσιγάρα
ξαφνικά – σ΄ αγαπώ, είπε. Κάτι που πείραξε πολύ εκείνον που
πουλούσε τα τσιγάρα. Του έθιξε την ανδρική του τιμή, την εθνική
του υπόληψη και όλο του το σόι γενεές δεκατέσσερις. Κι ό,τι ήταν
έτοιμος να πεταχτεί επάνω για να βάλει τα πράγματα στη θέση
τους, είδε τον ποιητή να προσπερνάει, με ανθηρή διάθεση, γοητεύοντας
άστοχα όλα τα έντομα, αφήνοντας ξοπίσω του ένα ακανόνιστο
αυλάκι γεμάτο αίματα και τελικές προτάσεις.


Τραφαλγκάρ

Το δέρμα μου μαύρη ήπειρος
Όλο το βράδυ μάζευα τα παιχνίδια μου
τον μικρό πέτρινο παλιάτσο
που ανατριχιάζει τις σκιές
τον γαλάζιο τίγρη με το ρόδο καρφωμένο
στην καρδιά
και το αεροπλάνο που δεν πέταξε ποτέε
πάνω απ’ τον ισημερινό της σιωπής

Κι αφού μιλάω για την παιδική μου ηλικία
ας μην ξεχάσω τον κισσό που ροκάνιζε τη νύχτα τον τοίχο
και γλιστρούσε μέσα στο κρεβάτι μου

Και μια απαλή κόκκινη αυλαία
στο τέλος της πρώτης πράξης

«Σαραγόσα» – έλεγα
όπως θά ‘λεγε κανείς «Στο διάολο»
ή κάποιος άλλος «Άνοιξε, Σουσάμι»
«Καρχηδόνα» –έλεγα – «Τραφαλγκάρ»

Αλλά δεν είχα πια άλλους χάρτες
άλλα χαρτιά δεν είχα στο μανίκι μου
Έβλεπα από πάνω μου σκυμμένο το φεγγάρι
Για αίμα διψούσε και θεάματα

Σίγουρα

σίγουρα υπάρχει εξήγηση
όταν μεγαλώσω


Δείτε και:

http://www.poema.gr/poem.php?id=144&pid=19

http://www.poiein.gr/index.php?s=%CC%F0%EF%F5%EA%EF%E2%E1&submit=%CF%CA

http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/naenamilo/2/18.html

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

καλά-κακά. Διαλέξτε.

Πήγα εχθές στο πρώτο Poetry slam που διοργανώνεται στην Ελλάδα. Τι είναι το Poetry slam; Ένας ποιητικός διαγωνισμός όπου οι ποιητές που συμμετέχουν παρουσιάζουν ζωντανά στη σκηνή με θεατρικό τρόπο κάποιο κείμενό τους. Όταν το έμαθα ενθουσιάστηκα, γιατί από καιρό γυρίζει στο μυαλό μου αυτή η ιδέα της ποιητικής performance, την οποία βρίσκω ιδιαίτερα γοητευτική. Φευ! Τι απογοήτευση! Αυτό που παρακολούθησα δεν ήταν ούτε ποίηση, ούτε θέατρο. Ήταν η ακατάσχετη λογοδιάρροια κάποιων ανθρώπων, που πηγαινοέρχονταν ή στέκονταν στη σκηνή, χωρίς ίχνος θεατρικότητας, ακόμα κι όταν απλώς απήγγειλαν το κομμάτι τους. Ήταν ένας Άγιος Παντελεήμονας ατάλαντων. Τραγικό. Δεν καταλαβαίνω πώς καταφέρνουμε στην Ελλάδα και εξευτελίζουμε κάθε καλή ιδέα. Νομίζω πως φταίει το θράσος μας. Κάποιος που υποτίθεται πως γράφει ποίηση, δεν μπορεί να μην έχει ποτέ του διαβάσει ποίηση. Και κάποιος που υποτίθεται πως παίζει θέατρο, δεν μπορεί να μην έχει δει ποτέ του θέατρο. Αν έχεις διαβάσει ποίηση και έχεις δει θέατρο, δεν είναι δυνατόν να μη καταλαβαίνεις ότι αυτό που κάνεις δεν έχει καμμία σχέση μαζί τους. Ποιος απίστευτος λοιπόν εγωισμός σε οδηγεί στο να ταλαιπωρήσεις 50-100 ανθρώπους που άφησαν το ωραίο τους σπιτάκι, τις δουλειές τους, τις ασχολίες τους, που έχασαν ένα πολύτιμο απόγευμα από τη ζωή τους, για να έρθουν να παρακολουθήσουν Ποίηση και Θέατρο και αντ’ αυτού υπέστησαν ψυχικό και υπαρξιακό κλονισμό; Δεν το καταλαβαίνω. Ειλικρινά μια τέτοια έλλειψη σεβασμού στον άλλον, αλλά και στις τέχνες, που υποτίθεται ότι αγαπάς, με υπερβαίνει. Πιστεύω όμως ότι γι’ αυτά τα φαινόμενα έχουμε ευθύνη κι εμείς, το κοινό, που στο όνομα μιας ψευτοδημοκρατίας και μιας ψευτοευγένειας, αντί να ρίχνουμε ντομάτες και γιουχαίσματα σ’ αυτούς τους θρασείς, τους χειροκροτούμε «πολιτισμένα». Φυσικά μέσα στον αχταρμά υπήρχαν και μια δυο συμπαθείς περιπτώσεις, αλλά αυτό καθόλου δεν αναιρεί τα προηγούμενα. Η όλη βραδιά ήταν ένα ανεκδιήγητο φιάσκο. Λυπήθηκα. Λυπήθηκα βαθύτατα.
Βγήκα στη βροχερή πλατεία των Εξαρχείων με κατεβασμένο το κεφάλι και άρχισα να περιφέρομαι άσκοπα στους δρόμους, προσπαθώντας να συνέλθω. Η νυχτερινή πόλη είναι πάντα γοητευτική. Είδα κάποια εξαιρετικά γκράφιτις -αλλά και τεράστιο πλήθος μουντζουρωμένων νεοκλασικών άρτι αναπαλαιωμένων-, διασταυρώθηκα με αρκετούς μετανάστες που κανένα αίσθημα κινδύνου δεν μου προκάλεσαν, και δεν ενοχλήθηκα καθόλου από την φημολογούμενη αστυνομοκρατία, την οποία εγώ δεν είδα πουθενά. Όλ’ αυτά κάπως με παρηγόρησαν, ώσπου περνώντας έξω από την Έλλη, είδα ότι έπαιζε το «Ακαδημία Πλάτωνος». Μπήκα και το είδα. Ανακούφιση. (νάσαι καλά Γιώργο που μας το σύστησες). Επιτέλους κάτι πραγματικά καλό. Μια ταινία που τολμάει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Ακριβώς. Μια ταινία χωρίς φανφάρες, μελοδραματισμούς και άτεχνους διδακτισμούς, που αποτυπώνει με απόλυτο ρεαλισμό, και μ’ έναν τρόπο που συχνά σε κάνει να γελάς, την τραγελαφική ελληνική στάση απέναντι στο ζήτημα των μεταναστών, αλλά και αναδεικνύει ήρεμα, σοφά θα έλεγα, το βάθος, την αλήθεια και την τραγικότητα του προβλήματος . Ο Α. Καφετζόπουλος, που είχα καιρό να δω, εκπληκτικός. Αλλά και όλες οι υπόλοιπες ερμηνείες απέριττες, πειστικές, αποτελεσματικές, εναρμονισμένες με τη λιτή, ουσιαστική, και με πολύ καλή οικονομία σκηνοθεσία του Φ. Τσίτου.
Ευτυχώς, εκτός από κακά, γίνονται και καλά πράγματα στην Ελλάδα. Το ξεσκαρτάρισμα δικό μας.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

το Τίποτα που Ανθίζει

Το Ολοκαύτωμα, η Ποίηση & ο Paul Celan.

«… το να γράψει κανείς ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα…».
Η γνωστή αυτή φράση του Αντόρνο, μας –ή θα έπρεπε να μας- στοιχειώνει όλους. Ό,τι έγινε εκεί, δεν αφορά και δεν στιγματίζει μόνο εκείνους, τους ναζί, τους Γερμανούς, τους «άλλους». Το να δείξουμε αλλού, και να αποστρέψουμε το βλέμμα, δεν μας διασώζει, ούτε μας απαλλάσσει. Γιατί καθένας θα μπορούσε να ήταν εκεί, εκείνος. «Αυτό» που συνέβη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν ήταν το ανοσιούργημα ενός παράφρονος, αλλά εκατομμυρίων καθημερινών ανθρώπων, ίδιων με όλους εμάς, που πίστεψαν, που ζητωκραύγασαν, που συμμετείχαν έμπρακτα, που αφιονίστηκαν με το παραλήρημα της δόξας και της δύναμης. Η διάσταση και η έκταση του «φαινομένου» δεν αφήνει περιθώρια ελαφρυντικών. Η ανθρωπότητα τότε ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το θηρίο που βρυχάται στα υπόγειά της. Ξέβρασε τη λάσπη που κρύβει στα σωθικά της. Κι αυτό είναι κάτι που την σημάδεψε για πάντα. Είναι μια αβυσσαλέα ρήξη του ανθρώπινου «εγώ» με τον εαυτό του. Έκτοτε αυτό το «εγώ» κρέμεται στην ακρότητα της ύπαρξής του, από μια κλωστή. Μια κλωστή αμφιβολίας. Μετά την φρικαλεότητα του ναζισμού κανείς δεν μπορεί - ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για το έδαφος πάνω στο οποίο πατάει. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να διαβεβαιώνει για το «νόημα», για ένα όποιο νόημα.
Το Ολοκαύτωμα σκέπασε ολόκληρο τον κόσμο με τη στάχτη του, μια στάχτη, που ποτέ η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να πετάξει από πάνω της.

Ο Paul Celan, που έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς ποιητές, είναι ολόκληρος, από την κορυφή ως τα νύχια, από την αρχή ως το τέλος, σκεπασμένος με αυτή τη στάχτη. Συσσωματώνει στη ζωή και το λόγο του εκείνη την αβυσσαλέα ρήξη, εκείνη την καταλυτική αμφιβολία, εκείνο το αγιάτρευτο τραύμα της ανθρωπότητας.
Μεγαλωμένος στο ειρηνικό, πολυπολιτισμικό περιβάλλον του Τσερνόβιτς, από μητέρα Γερμανίδα και πατέρα Εβραίο, ήταν πρωτοετής φοιτητής τον Ιούλιο του 1939, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, που τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του. Το ’41 τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν το Τσερνόβιτς, και οι γονείς του οδηγούνται σε στρατόπεδα εξόντωσης. Ο πατέρας του πεθαίνει από τις κακουχίες, και η μητέρα του που λατρεύει, και που τον έχει εκθρέψει με την γερμανική κλασική παιδεία, εκτελείται με μια σφαίρα στον αυχένα. Ο ίδιος εκτοπίζεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούν τι κάνει στο στρατόπεδο, απαντά μονολεκτικά: «σκάβω». Παράλληλα γράφει ποιήματα, στη γλώσσα της μητέρας του και των δολοφόνων της, την γερμανική, που είναι ταυτόχρονα γι’ αυτόν γλώσσα πατρίδα και γλώσσα εξορία. Αργότερα θα πει:

Ήταν χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν,

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δεν δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, και σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.


Με την ήττα των Γερμανών η περιπέτεια δεν τελειώνει. Ο γενέθλιος τόπος γίνεται σοβιετική επαρχία, που οι Ρώσοι θέλουν να εκκαθαρίσουν από τις μειονότητες των Εβραίων και των Ρουμάνων. Έτσι φεύγει για το Βουκουρέστι, απ’ όπου μετά από λίγα χρόνια, λόγω σκλήρυνσης του καθεστώτος, θα αναγκαστεί να ξαναφύγει κρυφά, και μέσω Βουδαπέστης να φτάσει στη Βιέννη, όπου δεν κατορθώνει να πάρει άδεια παραμονής. Καταλήγει στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται πλέον μόνιμα, τον Ιούλιο του 1948. Εκεί σπουδάζει, εργάζεται, γράφει ποίηση, ταξιδεύει, αναγνωρίζεται και βραβεύεται για το έργο του, μέχρι τον Απρίλιο του 1970, οπότε σε ηλικία πενήντα ετών, με διαταραγμένες τις φρένες, πέφτει στον Σηκουάνα και δίνει τέλος στην ζωή του.
Από τα νεκρά χείλη του, είναι σαν να ανεβαίνει ο «Ψαλμός»:

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.


(από τη συλλογή «του κανενός το ρόδο», μετ. Χρήστος Λάζος)

Ο Paul Celan διαλέγεται με την ίδια του τη ζωή, με την ποίηση και το θάνατό του, με τον Αντόρνο, τον επίσης Εβραίο φιλόσοφο, που δεν συνάντησε στο ραντεβού, που μία και μοναδική φορά κανόνισαν, λες μέχρι κι αυτή η αποτυχημένη συνάντηση να επισφραγίζει την, παρά την αμοιβαία έλξη και αλληλεγγύη, διαφωνία τους.
Γιατί ο Paul Celan με την ίδια την τραγική του μοίρα επιτείνει την σκοτεινή απόφανση του στοχαστή, αλλά και απαντά ταυτόχρονα. Και η απάντησή του είναι καταφατική. Παρά την τραγική του ζωή και τον τραγικό του θάνατο, που είναι η επιτομή της τραγικότητας του ίδιου του ανθρώπου, ο Τσέλαν λέει:
Ναι, μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Άουσβιτς. Μόνο που ποτέ δεν θα μπορέσει να είναι πάλι όπως ήταν πριν απ’ αυτό.
Η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να είναι παρά το Τίποτα που ανθίζει.
Όπως και κάθε τι το ανθρώπινο…


Δείτε ακόμη: