

Είναι αυτό που έρχεται
μέσα σε κάθε στάλα μέρας ή βροχής
κρυμμένο ένα μήλο Εσπερίδων
μετά τους παγετούς τραβώντας πάνω
με της συμπόνιας τα έλκηθρα
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου
Για ένα ψωμί γίνονται όλα
φτιαγμένο από χέρια
που θέρισαν ατόφια καλοκαίρια
κι αληθινά τζιτζίκια
και για μια ταπεινή βαρκούλα
που περιμένει υπομονετικά
των αποστόλων την καλή ψαριά
Όχι. Δεν σου μιλώ για βάσανα
να δικαιολογηθώ που οι μέρες μου
με καταδιώκουν από μένα
-και ποιος δεν έχει δει
μια μαυροφορεμένη
ή έναν γέροντα διωγμένο απ’ τη ζωή του
να σιωπούν-
σου μιλώ
για κείνη τη βουή της άνοιξης
που κρύβεται στο χώμα
τριξίματα χιλιάδες σπόρων
σκαθάρια αγουροξυπνημένα
για τη σαίτα του ήλιου σου μιλώ
που σπήλιωσε στα μανιτάρια των ερώτων
και με τη σαύρα παίζει τρίλιζα
ποιος θα κερδίσει
σου μιλώ κυρίως
για το μωρό της άνοιξης
που κάθε χρόνο σπαργανώνεται
ανθεστήριο
μα το γυρνούν συγκαθιστό μυστήριο
οι μικροί θεοί
μέχρι ν’ αποφασίσουν
σε ποιον θα το χαρίσουν
και είναι αυτό χρυσό ένα μήλο
αποσπερίτης αίνιγμα
που με κυλάει και με πάει
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου
μέχρι…
Καλή Ανάσταση!
(από arabesque)


ξεγέλασε τα μυστικά τους
πριν καταλάβουν το σκοτάδι σου
τι κι αν τα έπαιξες όλα για όλα
η θάλασσα πάντα θα λέει
την τελευταία λέξη
είν' εύκολο να τρέξεις μ' ενθουσιασμό
στην πτώση
φτάνει μια παιδική τσουλήθρα
και μια εντολή απ' τ' άγνωστο
είναι ο κόσμος ένας μικρός ανθός
πώς μέσα του παράξενα σε χάνω

C' est ridicule να ντρέπεσαι
σμίλεψε τη λάβα σου

του φεγγαριού το δρόμο
Υπάρχει πάντα στο πλάι
ένα λευκό σκουλήκι
που απεργάζεται τα σάλια του
με μαεστρία
ξέρει την παντοδυναμία του
και δεν βιάζεται
αντίθετα μ’ εμένα
που
το στόμα μου άπληστο
να ρουφήξει τα πάντα
τα μάσησα όλα και τα ‘φτυσα
νεκρά κουκούτσια
μέσα στο ιλιγγιώδες πέλαγος
ο κόσμος γυρίζει
μ’ έναν ακατάστατο ρυθμό
σαρακοφαγωμένος
από εκατοντάδες λευκά σκουλήκια
που τον τροχίζουν
στις πιο απρόσμενες μεριές
να γίνουν γωνίες
πάνω τους κόβεται
ακόμη κι ο πιο προνοητικός
κι εγώ που δοκίμασα το αίμα μου
τόσες φορές
ξέρω πολύ καλά
πόσο εύκολο είναι να γίνουν όλα
μια γλυκόπικρη σάλτσα
από πίστη κι απελπισία
και πώς αυτή πήζει
και ξαναγίνεται ένα άγριο ζώο
που γραπώνεται από την πρώτη
τυχαία πέτρα
έρχεται έτσι ο Θεός και σου λέει
«άρον τον κράββατόν σου…»
έρχεται και το πρώτο λουλούδι της άνοιξης
κι οι ανέμελοι φίλοι
που ξεχνούν ή δεν ξέρουν
τακτοποιείς τα λάφυρα με μια τελευταία γεύση
αφήνεις κι έναν υπαινιγμό
για τον κρυφό αδελφό
η φωτιά σ’ αρπάζει
πριν καλά-καλά κλείσεις το συρτάρι
και σε ρίχνει μέσα της
αδηφάγα φωτιά
ο κόσμος περιστρέφεται
με ανόμοιους κύκλους
προς κάθε κατεύθυνση
και ο τοξότης ρίχνει το βέλος του
από πολύ παλιά
ως εκεί που δεν βλέπεις
από την κοιλιά του λευκού φιδιού
την ώρα που αναπαύεσαι
δίπλα στην πυρά
σκεπάζοντας με τρυφερή τέφρα
το μωρό που πέθανε πρόωρα
όπως το συνηθίζουν τα πιο όμορφα μωρά
η επανάληψη δεν είναι ποτέ ίδια
και η στιγμή δεν περιμένει
ακούω κιόλας το σύριγμα
στο κέντρο της ανάσας
τι θα ζήσει;