"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Σάββατο 1 Μαΐου 2010


Γενέθλιος μήνας ο Μάιος, και μήνας της χαράς, της ομορφιάς και της αναγέννησης στην προσωπική μου σημειολογία. Σκέφτηκα λοιπόν να τον γιορτάσω φτιάχνοντας λουλούδια και στολίδια για εμάς τις γυναίκες, που -κατά γενική ομολογία- είμαστε η χαρά και η ομορφιά της ζωής (όποτε το θέλουμε βέβαια! :)))

Τα αποτελέσματα της μαγιάτικης έμπνευσης θα εκτεθούν την Παρασκευή 7/5, στο μπαρ Cabaret Voltaire, στον Κεραμεικό (Μαραθώνος 30), όπου πολλοί καλλιτέχνες θα παρουσιάσουν τα έργα τους (ζωγραφική, κατασκευές, κόσμημα) από τις 6.30 το απόγευμα, μέχρι όσο κρατήσει το κέφι μας!

Η βραδιά θα κορυφωθεί με ζωγραφική επί σκηνής από τη Μαριέλα Κωνσταντινίδου, σ' έναν εικαστικό - μουσκό διάλογο με το ντουέτο Φίλιππος Κατραλής & Thomy, σε ροκ και μπλουζ κομμάτια.
Αν η ιδέα σας εμπνέει, ελάτε για ένα ποτό। Θα περάσουμε ωραία :)
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

με Αγάπη


Επειδή έχω ξεμείνει από υπολογιστή, μια έκτακτη ανάρτηση, για θερμές ευχές στους Γιώργους και τις Γιωργίες (που τυχαίνει να έχω πολλούς και αγαπημένους!)

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ (και... χορτάτα!:)))

Επ' ευκαιρία, ας κάνουμε και καμιά προσευχή στον Άγιο, γιατί έτσι που πάμε μόνο αυτός μου φαίνεται μπορεί να σκοτώσει τον δράκο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος που μας έβαλε στο μάτι.................

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Μια βραδιά θεάτρου με φιλικό ζευγάρι

Πώς να σκεφτώ τη νύχτα
Ν’ ανάψουν τα μάτια μου;

Σηκώνομαι στα δάχτυλα
Εξαντλώ το ύψος μου
Σαν ησυχία κινείται το τριχωτό παραμύθι
Πρέπει να το πιάσω πριν φύγει από τη χαραμάδα
Κατεβάζω ταχύτητα
Στριγκλίζω στη στροφή
Και βγαίνω
Σ’ ένα λούνα-παρκ με αλογάκια
Γίνομαι ακόμα πιο ακαταλαβίστικη
Πριν φανεί πάλι το αίμα και με συλλάβουν
Καθώς φοράω τα λουστρινένια μου πέδιλα
Να πάω στη θηλυκή μου έπαρση
Έρχεται ένα τσούρμο στεναγμοί
Τους απωθώ με αξιοπρέπεια
Γιατί είναι μια κυρία που κοιτάζει αυστηρά
Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχώ
Τα πράγματα έρχονται μόνα τους
Ξυπόλητα και ταπεινά έξω απ’ το θέατρο
Πρεζόνια ζητιανεύουν
Την προσωρινή τους ευτυχία
Δεν τους δίνουμε λεφτά για να τα αποτρέψουμε
Όλα πρέπει να έχουν διάρκεια
Οι θεατές πληρώνουν υπομονετικά
Την είσοδό τους στην παράσταση
Υιοθετώ και πάλι ένα μωρό αγνώστου ταυτότητας
Να έχω να νανουρίζω
Και αποτραβιέμαι στο κυανό δωμάτιο
Με τις βραδυφλεγείς ανάσες
Δεν υπακούω
Σε μια ειλικρινή λίμνη
Αόρατης ηρεμίας
Έχει ο καιρός γυρίσματα και θα πνιγώ
Έτσι βρίσκομαι πάντα
Με το ένα πόδι ψηλά
Κι ένα χέρι ανάμεσα στα καλώδια
Αρρωσταίνω μόνη
Για το καλό της ανθρωπότητας
Και γιατί η ζωή εμβολιάζεται μόνο με ζωή
Αν και οι αιμομιξίες χοίρων
Έδωσαν εντυπωσιακά αποτελέσματα
Όταν αφέθηκαν ελεύθερες ιδού! Ιδού! Παντού!
Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά
Με τόσους τσακωμούς γέμισε ο τόπος αίματα
Καρφιά, γυαλιά, και ποιος θα καθαρίσει;
Πάω να ισιώσω τη γραβάτα σου
Μα νομίζεις πως θέλω να σε πνίξω
Υποχωρώ με τάξη
Γιατί μια κυρία κοιτάζει πάντα προσεκτικά
Κι έπειτα αλλάζουν τα πράγματα
Και γίνεται μια δυσαρέσκεια βαριά
Καθώς εκείνη προχωράει μικροκαμωμένη
Λεπτή σαν φλούδα
Με πηδηχτά βηματάκια στη Σταδίου
Κι εκείνος κάτω απ’ την τραγιάσκα του
Και το στενό του βλέμμα ακολουθεί
Κανείς τους δεν θέλει να φύγει
Αλλά ούτε και να μείνει
Πάρε παράδειγμα λοιπόν
Όλα βρίσκουν την ισορροπία τους
Αν τ’ αφήσεις στην ήσυχη καταστροφή τους
Πώς διανοήθηκες να λυπηθείς
Για κάτι τόσο αποτελεσματικό
Ό,τι κι αν κάνεις
Η αυλαία θα πέσει
Και το πρεζόνι έμαθε να κοιμάται
Χωρίς μια στάλα ευτυχία
Όλα γλιστράνε ασταμάτητα
Απ’ τη χαραμάδα
Του βραδυφλεγούς δωματίου
Και το ρολόι δεν μετανιώνει ποτέ

Ευτυχώς
Πάντα έρχεται ένα τρένο
Όταν είμαι κολλημένη στη γωνία
Με τα φώτα του
Πάνω μου
Στο τρίτο κουδούνι
Το έργο αρχίζει


από arabesque

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

της διαρκούς Ανάστασης...

αφιερωμένο στην παρέα
των τρελών νερών



Είναι αυτό που έρχεται
μέσα σε κάθε στάλα μέρας ή βροχής
κρυμμένο ένα μήλο Εσπερίδων
μετά τους παγετούς τραβώντας πάνω
με της συμπόνιας τα έλκηθρα
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου

Για ένα ψωμί γίνονται όλα
φτιαγμένο από χέρια
που θέρισαν ατόφια καλοκαίρια
κι αληθινά τζιτζίκια
και για μια ταπεινή βαρκούλα
που περιμένει υπομονετικά
των αποστόλων την καλή ψαριά

Όχι. Δεν σου μιλώ για βάσανα
να δικαιολογηθώ που οι μέρες μου
με καταδιώκουν από μένα
-και ποιος δεν έχει δει
μια μαυροφορεμένη
ή έναν γέροντα διωγμένο απ’ τη ζωή του
να σιωπούν-

σου μιλώ
για κείνη τη βουή της άνοιξης
που κρύβεται στο χώμα
τριξίματα χιλιάδες σπόρων
σκαθάρια αγουροξυπνημένα
για τη σαίτα του ήλιου σου μιλώ
που σπήλιωσε στα μανιτάρια των ερώτων
και με τη σαύρα παίζει τρίλιζα
ποιος θα κερδίσει
σου μιλώ κυρίως
για το μωρό της άνοιξης
που κάθε χρόνο σπαργανώνεται
ανθεστήριο
μα το γυρνούν συγκαθιστό μυστήριο
οι μικροί θεοί
μέχρι ν’ αποφασίσουν
σε ποιον θα το χαρίσουν

και είναι αυτό χρυσό ένα μήλο
αποσπερίτης αίνιγμα
που με κυλάει και με πάει
στον άλλο μύλο
του σταριού και του ανέμου
μέχρι…



Καλή Ανάσταση!

(από arabesque)

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Συστάσεις


Κι όμως. Μέσα απ’ αυτό το ξεχαρβάλωμα, τη γενικευμένη αλητεία και το σωρό των σκουπιδιών, στα οποία συνοψίζεται η Ελλάδα του σήμερα, ξεπετάγονται άνθη. Αναζητώντας επίμονα στα ράφια των βιβλιοπωλείων ελπιδοφόρες φωνές –φταίει γι’ αυτό η πίστη μου ότι η ζωή βρίσκει πάντα τον τρόπο να γεννιέται από τις στάχτες της- ανακαλύπτω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να εμφανίζονται νέοι ποιητές με λόγο δυνατό, φρέσκο και ανατρεπτικό. Ίσως αυτή η νέα γενιά που ανδρώθηκε μέσα στη διάλυση, συνειδητοποιεί ότι το μόνο που της απέμεινε είναι να πάρει τα πράγματα στα δικά της χέρια. Ίσως να συμβαίνει αυτό που συνήθως λέμε, ότι φτάσαμε στον πάτο και τώρα δεν έχουμε παρά ν’ αρχίσουμε πάλι ν’ ανεβαίνουμε. Ίσως. Δεν θέλω να βιαστώ, γιατί η ιστορία προχωράει πολύ πιο αργά από τις δικές μας επιθυμίες. Ας πω μόνο ότι αφού αυτή η κοινωνία γεννάει ακόμη ποιητές, μπορούμε να ελπίζουμε.
Ένας από αυτούς, που ανακάλυψα πρόσφατα, είναι ο Γιάννης Στίγκας. Γεννημένος το 1977, με τρεις ήδη ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, με εντυπωσίασε με τον ολοζώντανο, αιχμηρό αλλά και με λυρικό βάθος, γεμάτο αιφνίδιες ανατροπές, πυκνώσεις και τομές, λόγο του. Αντιγράφω μερικά ποιήματά του από τη δεύτερη συλλογή του, με τίτλο «η όραση θ’ αρχίσει ξανά», για να σας τον συστήσω. Απολαύστε τον.


Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος Ι

Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες

Γνωρίζω που γεννούν τ’ αυγά τους οι υλακές

όλα στο στήθος σύρριζα

αν αγαπήσεις του γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλλει τους επαίτες

Αφού σου το ‘πε και στον ύπνο σου:

«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως

κυρίως

αυτούς που φεγγαρώθηκαν

εγώ θα τους βυζάξω»

~~~~~~~~~~~~~~~



Τόσο πικρό χρυσάφι ΙΙΙ

Μια μέρα
ο χρόνος θα τουμπάρει
και θα παίξουμε

εδώ η ζωή
εκεί η ζωή

αλλιώς
το παιχνίδι της ικεσίας

η πιο λευκή
κερδίζει

~~~~~~~~~~~~~~~~



Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου
και σκόνταψα στ’ αλήθεια


Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
ν’ ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β΄ Γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θ’ αρχίσει ξανά

το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι

μιας σπίθας υπόθεση η ζωή

αλλού η ζωή
κι αλλού η σπίθα

Ν’ αφήσεις την επίλυση στον άνεμο
ή
φρόντισε με τα θαύματα
να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
να είναι ο έρωτας
το Δέκα του Χαμού
και να σε θέλει

Εγώ το χρόνο μου

χρακ και χρακ

μ’ ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
θα τα πουν στις εφημερίδες

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου

κοίτα

~~~~~~~~~~~~~


Έτσι μπορώ και κοιμάμαι

Λοιπόν
ό,τι και να μαδήσετε
θα γίνει πάλι προσευχή
για να πατήσω εγώ
τέρμα τα γκάζια της
κι όλα ν’ αφρίζουν πίσω μου

τον άγγελο δεν τόνε κάνουν τα φτερά του

έτσι μαρσάρει η ποίηση
στο γύρο του θανάτου

Καμιά φορά

χειροκροτάτε κιόλας

*
Φυσικά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα

Ο πανικός θα συνεχίσει να υψώνεται

τώρα είναι ένα τετραώροφο
(κοτζάμ θηρίο)
όλο ατσάλι και χολή
(καθ’ όλα νόμιμο)
κάτω απ’ το βλέφαρο
όσο το σκέφτομαι τόσο θα περισσεύει θειάφι

γιατί ανάμεσα σε ουαί και ήμαρτον
υπάρχει πάντα χώρος για την έκρηξη

διαβάστε πάλι τον Ηράκλειτο
αλλά ζωσμένο εκρηκτικά
κι ανένδοτα ρολόγια

(ορίστε και τα θραύσματα)

*
Θα καταρρεύσει
Θα καταρρεύσει, ναι

αλλά

πόσους θα πάρει στο λαιμό του;


~~~~~~~~~~~~~~~~

Και το μότο της συλλογής:

Δεν έχει μπέσα το θαύμα.
Είναι λευκό
και φέρεται σαν κόκκινο




Τα έργα του Γιάννη Στίγκα είναι:
«Η αλητεία του αίματος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2004
«Η όραση θ’ αρχίσει ξανά», εκδ. Κέδρος, 2006
«Ισόπαλο τραύμα», εκδ. Κέδρος, 2009

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

υπό το πρίσμα


William Turner
(snowstorm)


Το αληθινό σπίτι έσπασε

Ένα κουτσό δέντρο σκοντάφτει πάνω μου
Και με παρακαλεί
Η ρίζα καρφώνεται στο μπράτσο μου
Κρέμομαι
Ο άνεμος κοιτάζει αδιάφορος
Πετάω μια κουβέντα στο κενό
Ένα πουλί τσιμπολογάει και φεύγει

Φτύνω στη δεξιά μου παλάμη
Πιάνω το φτυάρι
Σκάβω εκεί που όλοι κοιμούνται
Κανείς δεν αποκρίνεται για ώρα

Η Θεοδώρα πλησιάζει αργά από το Βυζάντιο
Με ευγενή μεγαλοπρέπεια
«Άργησες»
Χρησιμοποιεί ένα προπέτασμα βελούδου
Για δικαιολογία
Ο τελευταίος ταπεινός
Μαζεύει ένα κομμάτι χώμα και το τρώει
Εκείνη δακρύζει
«Δεν υπάρχουν παιδιά, εξηγώ
όλες οι ηλικίες έχουν κατασχεθεί»
«Πιστεύετε ακόμη στην αυτοκρατορία;»
«Έχουν και τα σύνορα κατασχεθεί»
Απαντώ
Εκείνη γκρεμίζεται
Παίρνοντας μαζί της τον αβάπτιστο άνθρωπο

Για λίγο επικρατεί απόλυτη ακινησία
Περιμένω το σεισμό από στιγμή σε στιγμή
Μα ο θάνατος έρχεται μόνος
Μ’ ένα βρώμικο σακάκι
Κι ένα κατουρημένο παντελόνι
«Σε περίμενα πιο αρχοντικό» του λέω
«Δεν τα βγάζεις πέρα πια με τους αλήτες»
Μου απαντάει
«Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;»
«Τον εξευτελισμό μου» λέει και βάζει τα κλάματα
Μένω αμήχανη για λίγο. Σοκαρισμένη
Έπειτα βγάζω απ’ την τσέπη μου τη «Χιονοθύελλα»
«Το φύλαγα μια ζωή. Πάρ’ το σε παρακαλώ.
Δεν αξίζει σ’ εσένα να κλαις»
Το φοράει μ’ ευγνωμοσύνη. Και με μια
Γενναιόδωρη κίνηση
Με τραβάει μέσα

Κατεβαίνοντας τη ρουφήχτρα
Βλέπω τον Turner να ορμάει με τα νύχια
Πάνω στο καναβάτσο

Το δέντρο ξεκαρφώνεται από πάνω μου
Και μου χαμογελάει

Το αληθινό σπίτι είναι ο χρόνος.



(από Arabesque)

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

αφηγήσεις

Αν και οι φωτογραφίες είναι άκρως ερασιτεχνικές και αδικούν τα έργα, παραθέτω σήμερα δουλειά του Τ. Δημόπουλου -αφού σας το υποσχέθηκα-, σχολιάζοντας ποιητικά τις χρωματικές αφηγήσεις του.



όλα τα ψέματά μου δεν αρκούν να σε στολίσω




στημένο το παιχνίδι απ' την αρχή

τι κι αν προσεύχομαι και αν ξιφομαχώ

πάνω στην τσόχα



ξεγέλασε τα μυστικά τους

πριν καταλάβουν το σκοτάδι σου



τι κι αν τα έπαιξες όλα για όλα

η θάλασσα πάντα θα λέει

την τελευταία λέξη


είν' εύκολο να τρέξεις μ' ενθουσιασμό

στην πτώση

φτάνει μια παιδική τσουλήθρα

και μια εντολή απ' τ' άγνωστο





είναι ο κόσμος ένας μικρός ανθός

πώς μέσα του παράξενα σε χάνω






C' est ridicule να ντρέπεσαι

που όλα

τόσο αδιάντροπα ξεχνούν





σμίλεψε τη λάβα σου

αν θες ν' ανέβεις ουρανό






του φεγγαριού το δρόμο

θηρία τον φυλάνε

πρόσεχε!



Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Ένας φύσει και τέχνη αντικομφορμιστής


(η γειτονιά μας)



Ο Τάκης Δημόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1951. Όταν τέλειωσε το σχολείο, το 1968, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της χούντας και το ανήσυχο νεανικό του πνεύμα τον ωθούν να φύγει από την Ελλάδα. Ταξιδεύει με ωτοστόπ ως την Αγγλία, και εν συνεχεία για δύο χρόνια περιπλανιέται στην Ευρώπη, εισπνέοντας την ηλεκτρισμένη και γεμάτη υποσχέσεις ατμόσφαιρα της εποχής. Το 1970 καταλήγει στη Σουηδία, μια χώρα όπου το ελευθεριακό κλίμα του γαλλικού Μάη παίρνει σάρκα και οστά. Ζει εκεί μέχρι το 1979, όπου και αρχίζει να ζωγραφίζει, παρακολουθεί μαθήματα, συμμετέχει σε πειραματικά σχήματα, εκθέτει τη δουλειά του.
Γυρίζοντας στην Αθήνα εκθέτει στην γκαλερί «Ώρα» και στην γκαλερί «Εγγονόπουλος», παίρνει εγκωμιαστικές κριτικές, και δύο έργα του αγοράζονται από τον Ίωνα Βορρέ και συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης. Αλλά η ταξιδιάρικη και αντικομφορμιστική φύση του δεν τον αφήνουν σε ησυχία, ούτε του επιτρέπουν να ακολουθήσει τους πεπατημένους δρόμους. Συνεχίζει για πάνω από δύο δεκαετίες την εσωτερική και εξωτερική περιπλάνησή του, ταξιδεύοντας και ζωγραφίζοντας συνέχεια, μακριά όμως από τους κατεστημένους κύκλους.
Το 2005 αποφασίζει να υποβάλει πάλι τον εαυτό του στη δοκιμασία της δημόσιας έκθεσης, κι έτσι, την τελευταία πενταετία, παρουσιάζει τη δουλειά του σε σημαντικό αριθμό ατομικών και συλλογικών εκθέσεων, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται και στη διοργάνωση εικαστικών εκδηλώσεων με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών.



Η γραφή του ιδιόρρυθμη, δυναμική και απολύτως αναγνωρίσιμη. Η παλέτα του πλούσια, κινείται από τα σκοτεινά γκρίζα ως τα σχεδόν καθαρά και φωτεινά χρώματα, χωρίς να φοβάται τις αντιθέσεις και τις εντάσεις. Η πινελιά του σαφής και λιτή, σε αντίθεση με τα θέματά του που δημιουργούν εκ του μηδενός κόσμους πολύπλοκους, λυρικούς ή εφιαλτικούς. Με χαρακτήρα άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε καταγγελτικό, άλλοτε τρυφερό, και συχνά με καθαρούς συμβολισμούς ή ονειρικές παρασημάνσεις, τα έργα του αποκαλύπτουν την προσωπική και κοινωνική του ευαισθησία. Έναν άνθρωπο που βιώνει την αλλοπρόσαλλη ζωή μας με παιδική αθωότητα και ακούραστο ρομαντισμό.
Ο Τάκης Δημόπουλος ίσως αποτυπώνει στη δουλειά του τον σημερινό homo universalis, που ανήκει παντού και πουθενά, που διαλέγεται με το λαβύρινθο του κόσμου και της ύπαρξης, με τρόπο σαρκαστικό και τραγικό ταυτόχρονα. Αναμφισβήτητα μια ενδιαφέρουσα εξπρεσσιονιστική προσέγγιση της σχετικιστικής μεταμοντέρνας εποχής μας, με πνεύμα οικουμενικό, αλλά και με διεισδυτική ουμανιστική ματιά.

(ιδέες)

----------------------------------------------------------

(στην επόμενη ανάρτηση σας επιφυλάσσω περισσότερα έργα του, με πρωτότυπη παρουσίαση)

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

σε ρυθμό presto et animato


Να λοιπόν μια καλή αφορμή να βυθιστείς
Σ’ αυτόν τον πολτό από πράξεις
Και δυσνόητες αποφάσεις

Η βαριά λέξη δεν σου αποκαλύπτει εύκολα
Το πρόσωπό της μέσα στον καθρέφτη
Πολλαπλά είδωλα και δυσοίωνες προβλέψεις
Διάστικτες κινήσεις τρυπούν κάθε προσπάθεια

Στο μετρό συνάντησα πάλι
Μετά από καιρό
Το αληθινό πρόσωπο με όλη τη σκληρότητα
Και όλη τη συγκίνηση

Ήμουν όμορφη στα ωραία μου ρούχα
Κι ένα υφασμάτινο λουλούδι στο πέτο

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση

Το μαυριδερό αγόρι με την ελεεινή φτώχια
Στεκόταν όρθιο για ν’ αποφύγει
Τα λερωμένα βλέμματα των καθαρών

Η μετάνοια είναι ομολογία ενοχής
Πώς γίνεται να εξαλείψει το τετελεσμένο;

Καθισμένη για λίγο
Όσο κρατούσε αυτή η διαδρομή
Στην άκρη της αγωνίας
Έβλεπα μόνο τις καθημερινές φιγούρες
Που περνούν και φεύγουν
Χωρίς ντροπή και χωρίς περηφάνια

Νομίζω πως μου εμφανίστηκε
Σαν άγγελος γερμένος στη βροχή
Υγρός και δειλός
Χωρίς καμιά πρόθεση
Πριν ή μετά την ελευθερία

Καμιά μάγισσα δεν θα μπορούσε να έχει
Τόσο μυστικά μάτια
Όσο αυτή η άδολη αδιαφορία

Η αληθινή δυστυχία σε κρατάει τόσο σφιχτά
Μέσα στο δέρμα, την κοιλιά, το στόμα
Που όλα γίνονται άγνωστα

Η μοίρα είναι τραπουλόχαρτα
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Αυτό συμβαίνει στους ουρανούς
Και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθεις
Κάποιο κολλάει πάνω σου χωρίς αιτία

Και υπάρχει μόνο μια πράξη
Να φας για να μην πεινάς
Ή να ντυθείς για να μην κρυώνεις
Ή να κρυφτείς για να μη σε σκοτώσουν
Μια τυφλή πράξη

Το μίσος γεννιέται από την απώλεια
Όπως και η νοσταλγία

Η ενοχή είναι μια κυρία
Που δεν έμαθε ποτέ να πλέκει
Ούτε να ξηλώνει
Μια ανεπίδεκτη ζωής κυρία

Το μαυριδερό αγόρι
Γνωρίζει την αθωότητα της πείνας
Γιατί δεν πρόλαβε να διδαχτεί

Χάθηκε μέσα στο πλήθος της επόμενης στάσης
Εγώ γύρισα σπίτι μου

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση



(από arabesque)

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

ες αύριον

σε όλα τα σακάτικα
με όλη μου την περιφρόνηση



Υπάρχει πάντα στο πλάι
ένα λευκό σκουλήκι
που απεργάζεται τα σάλια του
με μαεστρία
ξέρει την παντοδυναμία του
και δεν βιάζεται
αντίθετα μ’ εμένα
που
το στόμα μου άπληστο
να ρουφήξει τα πάντα
τα μάσησα όλα και τα ‘φτυσα
νεκρά κουκούτσια
μέσα στο ιλιγγιώδες πέλαγος
ο κόσμος γυρίζει
μ’ έναν ακατάστατο ρυθμό
σαρακοφαγωμένος
από εκατοντάδες λευκά σκουλήκια
που τον τροχίζουν
στις πιο απρόσμενες μεριές
να γίνουν γωνίες
πάνω τους κόβεται
ακόμη κι ο πιο προνοητικός
κι εγώ που δοκίμασα το αίμα μου
τόσες φορές
ξέρω πολύ καλά
πόσο εύκολο είναι να γίνουν όλα
μια γλυκόπικρη σάλτσα
από πίστη κι απελπισία
και πώς αυτή πήζει
και ξαναγίνεται ένα άγριο ζώο
που γραπώνεται από την πρώτη
τυχαία πέτρα
έρχεται έτσι ο Θεός και σου λέει
«άρον τον κράββατόν σου…»
έρχεται και το πρώτο λουλούδι της άνοιξης
κι οι ανέμελοι φίλοι
που ξεχνούν ή δεν ξέρουν
τακτοποιείς τα λάφυρα με μια τελευταία γεύση
αφήνεις κι έναν υπαινιγμό
για τον κρυφό αδελφό
η φωτιά σ’ αρπάζει
πριν καλά-καλά κλείσεις το συρτάρι
και σε ρίχνει μέσα της
αδηφάγα φωτιά
ο κόσμος περιστρέφεται
με ανόμοιους κύκλους
προς κάθε κατεύθυνση
και ο τοξότης ρίχνει το βέλος του
από πολύ παλιά
ως εκεί που δεν βλέπεις
από την κοιλιά του λευκού φιδιού
την ώρα που αναπαύεσαι
δίπλα στην πυρά
σκεπάζοντας με τρυφερή τέφρα
το μωρό που πέθανε πρόωρα
όπως το συνηθίζουν τα πιο όμορφα μωρά

η επανάληψη δεν είναι ποτέ ίδια
και η στιγμή δεν περιμένει

ακούω κιόλας το σύριγμα
στο κέντρο της ανάσας

τι θα ζήσει;