"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

υπό το πρίσμα


William Turner
(snowstorm)


Το αληθινό σπίτι έσπασε

Ένα κουτσό δέντρο σκοντάφτει πάνω μου
Και με παρακαλεί
Η ρίζα καρφώνεται στο μπράτσο μου
Κρέμομαι
Ο άνεμος κοιτάζει αδιάφορος
Πετάω μια κουβέντα στο κενό
Ένα πουλί τσιμπολογάει και φεύγει

Φτύνω στη δεξιά μου παλάμη
Πιάνω το φτυάρι
Σκάβω εκεί που όλοι κοιμούνται
Κανείς δεν αποκρίνεται για ώρα

Η Θεοδώρα πλησιάζει αργά από το Βυζάντιο
Με ευγενή μεγαλοπρέπεια
«Άργησες»
Χρησιμοποιεί ένα προπέτασμα βελούδου
Για δικαιολογία
Ο τελευταίος ταπεινός
Μαζεύει ένα κομμάτι χώμα και το τρώει
Εκείνη δακρύζει
«Δεν υπάρχουν παιδιά, εξηγώ
όλες οι ηλικίες έχουν κατασχεθεί»
«Πιστεύετε ακόμη στην αυτοκρατορία;»
«Έχουν και τα σύνορα κατασχεθεί»
Απαντώ
Εκείνη γκρεμίζεται
Παίρνοντας μαζί της τον αβάπτιστο άνθρωπο

Για λίγο επικρατεί απόλυτη ακινησία
Περιμένω το σεισμό από στιγμή σε στιγμή
Μα ο θάνατος έρχεται μόνος
Μ’ ένα βρώμικο σακάκι
Κι ένα κατουρημένο παντελόνι
«Σε περίμενα πιο αρχοντικό» του λέω
«Δεν τα βγάζεις πέρα πια με τους αλήτες»
Μου απαντάει
«Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;»
«Τον εξευτελισμό μου» λέει και βάζει τα κλάματα
Μένω αμήχανη για λίγο. Σοκαρισμένη
Έπειτα βγάζω απ’ την τσέπη μου τη «Χιονοθύελλα»
«Το φύλαγα μια ζωή. Πάρ’ το σε παρακαλώ.
Δεν αξίζει σ’ εσένα να κλαις»
Το φοράει μ’ ευγνωμοσύνη. Και με μια
Γενναιόδωρη κίνηση
Με τραβάει μέσα

Κατεβαίνοντας τη ρουφήχτρα
Βλέπω τον Turner να ορμάει με τα νύχια
Πάνω στο καναβάτσο

Το δέντρο ξεκαρφώνεται από πάνω μου
Και μου χαμογελάει

Το αληθινό σπίτι είναι ο χρόνος.



(από Arabesque)

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

αφηγήσεις

Αν και οι φωτογραφίες είναι άκρως ερασιτεχνικές και αδικούν τα έργα, παραθέτω σήμερα δουλειά του Τ. Δημόπουλου -αφού σας το υποσχέθηκα-, σχολιάζοντας ποιητικά τις χρωματικές αφηγήσεις του.



όλα τα ψέματά μου δεν αρκούν να σε στολίσω




στημένο το παιχνίδι απ' την αρχή

τι κι αν προσεύχομαι και αν ξιφομαχώ

πάνω στην τσόχα



ξεγέλασε τα μυστικά τους

πριν καταλάβουν το σκοτάδι σου



τι κι αν τα έπαιξες όλα για όλα

η θάλασσα πάντα θα λέει

την τελευταία λέξη


είν' εύκολο να τρέξεις μ' ενθουσιασμό

στην πτώση

φτάνει μια παιδική τσουλήθρα

και μια εντολή απ' τ' άγνωστο





είναι ο κόσμος ένας μικρός ανθός

πώς μέσα του παράξενα σε χάνω






C' est ridicule να ντρέπεσαι

που όλα

τόσο αδιάντροπα ξεχνούν





σμίλεψε τη λάβα σου

αν θες ν' ανέβεις ουρανό






του φεγγαριού το δρόμο

θηρία τον φυλάνε

πρόσεχε!



Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Ένας φύσει και τέχνη αντικομφορμιστής


(η γειτονιά μας)



Ο Τάκης Δημόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1951. Όταν τέλειωσε το σχολείο, το 1968, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της χούντας και το ανήσυχο νεανικό του πνεύμα τον ωθούν να φύγει από την Ελλάδα. Ταξιδεύει με ωτοστόπ ως την Αγγλία, και εν συνεχεία για δύο χρόνια περιπλανιέται στην Ευρώπη, εισπνέοντας την ηλεκτρισμένη και γεμάτη υποσχέσεις ατμόσφαιρα της εποχής. Το 1970 καταλήγει στη Σουηδία, μια χώρα όπου το ελευθεριακό κλίμα του γαλλικού Μάη παίρνει σάρκα και οστά. Ζει εκεί μέχρι το 1979, όπου και αρχίζει να ζωγραφίζει, παρακολουθεί μαθήματα, συμμετέχει σε πειραματικά σχήματα, εκθέτει τη δουλειά του.
Γυρίζοντας στην Αθήνα εκθέτει στην γκαλερί «Ώρα» και στην γκαλερί «Εγγονόπουλος», παίρνει εγκωμιαστικές κριτικές, και δύο έργα του αγοράζονται από τον Ίωνα Βορρέ και συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης. Αλλά η ταξιδιάρικη και αντικομφορμιστική φύση του δεν τον αφήνουν σε ησυχία, ούτε του επιτρέπουν να ακολουθήσει τους πεπατημένους δρόμους. Συνεχίζει για πάνω από δύο δεκαετίες την εσωτερική και εξωτερική περιπλάνησή του, ταξιδεύοντας και ζωγραφίζοντας συνέχεια, μακριά όμως από τους κατεστημένους κύκλους.
Το 2005 αποφασίζει να υποβάλει πάλι τον εαυτό του στη δοκιμασία της δημόσιας έκθεσης, κι έτσι, την τελευταία πενταετία, παρουσιάζει τη δουλειά του σε σημαντικό αριθμό ατομικών και συλλογικών εκθέσεων, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται και στη διοργάνωση εικαστικών εκδηλώσεων με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών.



Η γραφή του ιδιόρρυθμη, δυναμική και απολύτως αναγνωρίσιμη. Η παλέτα του πλούσια, κινείται από τα σκοτεινά γκρίζα ως τα σχεδόν καθαρά και φωτεινά χρώματα, χωρίς να φοβάται τις αντιθέσεις και τις εντάσεις. Η πινελιά του σαφής και λιτή, σε αντίθεση με τα θέματά του που δημιουργούν εκ του μηδενός κόσμους πολύπλοκους, λυρικούς ή εφιαλτικούς. Με χαρακτήρα άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε καταγγελτικό, άλλοτε τρυφερό, και συχνά με καθαρούς συμβολισμούς ή ονειρικές παρασημάνσεις, τα έργα του αποκαλύπτουν την προσωπική και κοινωνική του ευαισθησία. Έναν άνθρωπο που βιώνει την αλλοπρόσαλλη ζωή μας με παιδική αθωότητα και ακούραστο ρομαντισμό.
Ο Τάκης Δημόπουλος ίσως αποτυπώνει στη δουλειά του τον σημερινό homo universalis, που ανήκει παντού και πουθενά, που διαλέγεται με το λαβύρινθο του κόσμου και της ύπαρξης, με τρόπο σαρκαστικό και τραγικό ταυτόχρονα. Αναμφισβήτητα μια ενδιαφέρουσα εξπρεσσιονιστική προσέγγιση της σχετικιστικής μεταμοντέρνας εποχής μας, με πνεύμα οικουμενικό, αλλά και με διεισδυτική ουμανιστική ματιά.

(ιδέες)

----------------------------------------------------------

(στην επόμενη ανάρτηση σας επιφυλάσσω περισσότερα έργα του, με πρωτότυπη παρουσίαση)

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

σε ρυθμό presto et animato


Να λοιπόν μια καλή αφορμή να βυθιστείς
Σ’ αυτόν τον πολτό από πράξεις
Και δυσνόητες αποφάσεις

Η βαριά λέξη δεν σου αποκαλύπτει εύκολα
Το πρόσωπό της μέσα στον καθρέφτη
Πολλαπλά είδωλα και δυσοίωνες προβλέψεις
Διάστικτες κινήσεις τρυπούν κάθε προσπάθεια

Στο μετρό συνάντησα πάλι
Μετά από καιρό
Το αληθινό πρόσωπο με όλη τη σκληρότητα
Και όλη τη συγκίνηση

Ήμουν όμορφη στα ωραία μου ρούχα
Κι ένα υφασμάτινο λουλούδι στο πέτο

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση

Το μαυριδερό αγόρι με την ελεεινή φτώχια
Στεκόταν όρθιο για ν’ αποφύγει
Τα λερωμένα βλέμματα των καθαρών

Η μετάνοια είναι ομολογία ενοχής
Πώς γίνεται να εξαλείψει το τετελεσμένο;

Καθισμένη για λίγο
Όσο κρατούσε αυτή η διαδρομή
Στην άκρη της αγωνίας
Έβλεπα μόνο τις καθημερινές φιγούρες
Που περνούν και φεύγουν
Χωρίς ντροπή και χωρίς περηφάνια

Νομίζω πως μου εμφανίστηκε
Σαν άγγελος γερμένος στη βροχή
Υγρός και δειλός
Χωρίς καμιά πρόθεση
Πριν ή μετά την ελευθερία

Καμιά μάγισσα δεν θα μπορούσε να έχει
Τόσο μυστικά μάτια
Όσο αυτή η άδολη αδιαφορία

Η αληθινή δυστυχία σε κρατάει τόσο σφιχτά
Μέσα στο δέρμα, την κοιλιά, το στόμα
Που όλα γίνονται άγνωστα

Η μοίρα είναι τραπουλόχαρτα
Που τα σκορπίζει ο άνεμος
Αυτό συμβαίνει στους ουρανούς
Και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθεις
Κάποιο κολλάει πάνω σου χωρίς αιτία

Και υπάρχει μόνο μια πράξη
Να φας για να μην πεινάς
Ή να ντυθείς για να μην κρυώνεις
Ή να κρυφτείς για να μη σε σκοτώσουν
Μια τυφλή πράξη

Το μίσος γεννιέται από την απώλεια
Όπως και η νοσταλγία

Η ενοχή είναι μια κυρία
Που δεν έμαθε ποτέ να πλέκει
Ούτε να ξηλώνει
Μια ανεπίδεκτη ζωής κυρία

Το μαυριδερό αγόρι
Γνωρίζει την αθωότητα της πείνας
Γιατί δεν πρόλαβε να διδαχτεί

Χάθηκε μέσα στο πλήθος της επόμενης στάσης
Εγώ γύρισα σπίτι μου

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου
Εξαφανίζει την απόσταση



(από arabesque)

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

ες αύριον

σε όλα τα σακάτικα
με όλη μου την περιφρόνηση



Υπάρχει πάντα στο πλάι
ένα λευκό σκουλήκι
που απεργάζεται τα σάλια του
με μαεστρία
ξέρει την παντοδυναμία του
και δεν βιάζεται
αντίθετα μ’ εμένα
που
το στόμα μου άπληστο
να ρουφήξει τα πάντα
τα μάσησα όλα και τα ‘φτυσα
νεκρά κουκούτσια
μέσα στο ιλιγγιώδες πέλαγος
ο κόσμος γυρίζει
μ’ έναν ακατάστατο ρυθμό
σαρακοφαγωμένος
από εκατοντάδες λευκά σκουλήκια
που τον τροχίζουν
στις πιο απρόσμενες μεριές
να γίνουν γωνίες
πάνω τους κόβεται
ακόμη κι ο πιο προνοητικός
κι εγώ που δοκίμασα το αίμα μου
τόσες φορές
ξέρω πολύ καλά
πόσο εύκολο είναι να γίνουν όλα
μια γλυκόπικρη σάλτσα
από πίστη κι απελπισία
και πώς αυτή πήζει
και ξαναγίνεται ένα άγριο ζώο
που γραπώνεται από την πρώτη
τυχαία πέτρα
έρχεται έτσι ο Θεός και σου λέει
«άρον τον κράββατόν σου…»
έρχεται και το πρώτο λουλούδι της άνοιξης
κι οι ανέμελοι φίλοι
που ξεχνούν ή δεν ξέρουν
τακτοποιείς τα λάφυρα με μια τελευταία γεύση
αφήνεις κι έναν υπαινιγμό
για τον κρυφό αδελφό
η φωτιά σ’ αρπάζει
πριν καλά-καλά κλείσεις το συρτάρι
και σε ρίχνει μέσα της
αδηφάγα φωτιά
ο κόσμος περιστρέφεται
με ανόμοιους κύκλους
προς κάθε κατεύθυνση
και ο τοξότης ρίχνει το βέλος του
από πολύ παλιά
ως εκεί που δεν βλέπεις
από την κοιλιά του λευκού φιδιού
την ώρα που αναπαύεσαι
δίπλα στην πυρά
σκεπάζοντας με τρυφερή τέφρα
το μωρό που πέθανε πρόωρα
όπως το συνηθίζουν τα πιο όμορφα μωρά

η επανάληψη δεν είναι ποτέ ίδια
και η στιγμή δεν περιμένει

ακούω κιόλας το σύριγμα
στο κέντρο της ανάσας

τι θα ζήσει;

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

έξοδος κινδύνου


Δες πέρα απ’ αυτό το συρματόπλεγμα
είναι η άμμος
βουβή άμμος
σαρκοβόρα πουλιά δεν υπάρχουν εκεί
ούτε κάκτοι, ούτε κρυφή πηγή
μόνο άμμος ακουμπισμένη στο πουθενά
περιμένει το χέρι, το ραβδί ή το φτυάρι
ίσως και τίποτα
προσπαθώ να την κινήσω
μ’ όλες μου τις δυνάμεις
στέλνοντας κύματα βλέμματος
ή αίματος
δεν ξέρω αν θέλει να κινηθεί
ούτε αν έχει νόημα αυτή η ερώτηση
δυστυχώς όμως τη βλέπω
κι αυτό το συρματόπλεγμα
δεν μ’ εμποδίζει να βλέπω
ή ν’ αναρωτιέμαι
ο δεσμοφύλακας έρχεται
σφυρίζει απαγορεύεται
ξέρω ότι δεν μπορεί να δει
-πάντα οι δεσμοφύλακες
ήταν τυφλοί για λόγους ευνόητους-
αλλά μπορεί να απαγορεύει
γιατί είναι ο κύριος της σφυρίχτρας
δεν ωφελεί να του την πάρω
αφού δεν ξέρω να την χρησιμοποιώ
κάνω λοιπόν τα στραβά μάτια
παρατηρώντας δήθεν
τους συρμάτινους κόμπους
μ’ αυτό το φτηνό τρυκ
κερδίζω λίγη ακόμη όραση
έπειτα όμως
πρέπει να προλάβω τους κοιτώνες
όλη τη νύχτα ξανασχεδιάζω το σχέδιό μου
για να το σβήσω το πρωί
πριν το δουν οι πολίτες
και τρέξουν με τις φωτογραφικές τους μηχανές
να το σκοτώσουν
χάνω ίσως έτσι τους συμμάχους μου
αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω συμμάχους
γιατί σύμμαχοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία μας
όλη μέρα συρρράφω κρυφά λέξεις
που καταστρώνω το βράδυ
ένα αόρατο πέρασμα
το πιθανότερο είναι να κάνω λάθος
γιατί αυτός ο δρόμος είναι τελείως ελαφρύς
ιπτάμενος
οπότε κανείς δεν μπορεί να τον ακολουθήσει
ούτε εγώ
μα είναι ο μόνος τρόπος
να ονειρεύομαι τη φυγή μου
αφ’ ότου οι δεσμοφύλακες
μου απαγόρευσαν να βλέπω
απειλώντας με ότι θα με ελευθερώσουν
εκεί στη βουβή άμμο
κατάλαβα ότι η σφυρίχτρα
είναι ο καλύτερος σύμμαχος
γιατί ξέρω πότε να κλείνω τ’ αυτιά μου
και να συγγράφω φυγές

σήμερα πάλι
ένα αόρατο πέρασμα
σβήνει στην άμμο


(από Arabesque )

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

trailer

Όλα αρχίζουν από μια ερώτηση
Που απρόσκλητη χτυπάει το παντζούρι
Νύχτα βροχής
Μονότονα

Ποιος κύκλος η γνώση ή η τρέλα;

Χωρίς ανάπαυση

Ποια πόρτα ανοίγει το αόρατο να φύγει;
Και η ποινή πώς κλείνει;

Αλλόκοτη φωνή
Χρόνος υδράργυρος βαρύς να καμπυλώνει

Ασύντακτο ένα τριαντάφυλλο
Τα πέταλά του συρράπτει αλλοπρόσαλλα
Σε μυρωδιά από αίμα και παιδί.

Κι η σύρραξη αρχίζει. Χωρίς εχθρό
Εσύ και πρόσωπα της μοίρας
Φτιαγμένα από βροχή να στάζουν

Από παντού σαν φύλλα…



(Η συνέχεια εδώ)

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Διαλεκτικός... λυρισμός


(Γ. Κούρος)

«Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;»

Έχουν περάσει περισσότερα από τριάντα χρόνια, όταν ο Ελύτης έγραφε:
«Μπαίνοντας ο 20ος αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα –ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τζέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν.»
Αν έτσι αισθανόταν ο ποιητής τη δεκαετία του ’70, μπορούμε να φανταστούμε πόσο «άστεγος και περιττός» νιώθει ο σημερινός ποιητής. Τόσο ώστε κάποιοι να μιλούν ακόμη και για το τέλος της Ποίησης. Μεταξύ αυτών και άνθρωποι που σέβομαι βαθύτατα, όπως ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης. Σε ένα δοκίμιό του αναρωτιέται: «Ποια είναι λοιπόν η ηλικία της ποίησης σήμερα; Η ποίηση δεν υπήρξε από πάντα. Δεν υπήρξε για πάντα. Υπήρξε από κάποτε και κάποτε θα τελειώσει. Όσο για σήμερα η ποίηση λιγοστεύει.»
Πνέει τα λοίσθια λοιπόν η ποίηση; Ίσως και να είναι έτσι.
Θα επιχειρήσω ωστόσο μια μικρή, κατά μία μόνο λέξη, παραλλαγή στα λόγια του Λεοντάρη, που φωτίζει –ή σκιάζει- διαφορετικά το ερώτημα:
«Ποια είναι λοιπόν η ηλικία του ανθρώπου σήμερα; Ο άνθρωπος δεν υπήρξε από πάντα. Δεν υπήρξε για πάντα. Υπήρξε από κάποτε και κάποτε θα τελειώσει. Όσο για σήμερα ο άνθρωπος λιγοστεύει». Να κάτι στο οποίο θα συμφωνήσουμε φοβάμαι όλοι.
.................

(η συνέχεια εδώ)

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

"Έγραφε με ματωμένα χέρια"

Ας κάνουμε λοιπόν κάτι σαν μίνι συλλογικό αφιέρωμα!
....................................
Με αφορμή τις αναρτήσεις της Γριστρούλας, και του Γιώργου, έκανα μια βόλτα στο διαδίκτυο για αναφορές στον Άρη Αλεξάνδρου. Βρήκα μια συνέντευξη της γυναίκας του Καίτης Δρόσου, με αφορμή την επανέκδοση του "Κιβωτίου" στα γαλλικά. Μου άρεσε, και ιδού:
...................................
«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Εγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».
Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ενα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».
Εφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Ελληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Ετσι όπως ζούσαμε με τον Αρη έπρεπε ο άλλος να 'ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Επειτα, όλοι οι Ελληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Επρεπε να δώσουμε γην και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».
-Δεν τον πόναγε τον Αρη Αλεξάνδρου η χούντα; «Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Αρης σε όλη του τη ζωή; Ολο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη "Μοντ". Ούτε που την κοίταγε. "Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ", μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Οταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».
Ο Αρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.«Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Αρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το "Κιβώτιο". Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Αρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».
Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Οταν ο Αρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Οταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στιλ, τον ίδιο τόνο.
Ενα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».Μεταφράζω από τα γαλλικά.
«(...) Σχετικά τώρα με το "Κιβώτιο", α, αγαπητέ μου Αρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Οσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από "ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες" και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ' αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της "αποτυχίας ζωής και δημιουργίας"...».
Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας. Και, το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει: «Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το "Κιβώτιο", δεν έχω».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/05/2003

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Να αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάμε!

Μετά από ένα άγριο κρυολόγημα που με κρεβάτωσε πρωτοχρονιάτικα, αποφάσισα να κόψω κι εγώ την πίτα του μπλογκ, έτσι για το καλό. Και το φλουρί έπεσε στον… Διονύση Σαββόπουλο! Αυτόν τον ιδιοφυή έφηβο, που μέσα από τα μυωπικά του γυαλιά κατάφερνε πάντα να βλέπει αρκετές δεκαετίες μπροστά, και που είχαμε την μεγάλη τύχη να είμαστε σύγχρονοί του. Ο Δ.Σ. είναι από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής που κλείνει, και αν και ο ίδιος πάντα δήλωνε σεμνά τραγουδοποιός, στην πραγματικότητα είναι μεγάλος ποιητής και σπουδαίος συνθέτης ταυτόχρονα. Την εμβέλεια, την διεισδυτικότητα, την ποιότητα και την αξία του έργου του θα τα συνειδητοποιήσουμε όταν θα έχει φύγει –ως είθισται. Μέχρι τότε, και ενώ τον έχουμε ακόμη κοντά μας, ας επωφελούμαστε από τις πάντα οξύνοες επισημάνσεις του. Αντί άλλων ευχών επιλέγω τα πιο «ζουμερά» σημεία από τη συνέντευξη που έδωσε στην Κάλλια Αναγνωστάκη (για την Realnews)


-Σας πάει η σημερινή εποχή;
Αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μου. Με παραξενεύει, με αγχώνει έτσι όπως λειτουργεί. Με την τεχνολογία νιώθω νεάντερταλ. Όμως με γοητεύουν τα παιδιά, εκεί ανάμεσα στα 15 και τα 25, που ζουν αυτό το μαγικό ταξίδι. Το χυμώδες του χαρακτήρα τους. Η πρώτη γενιά που στερείται την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Στα σίξτις μάς λείπανε πολλά και δεν μας έλειπε τίποτα. Είχες την εντύπωση πως τα πάντα μπορούν να ειπωθούν και τα πάντα μπορούν να γίνουν. Το άκουγες ακόμα και στο σόλο της ηλεκτρικής κιθάρας του Χέντριξ. Σήμερα έχουμε τα πάντα και μας λείπουν όλα. Ζούμε την εποχή της απελπισίας διότι έχουμε έλλειψη νοήματος. Η πολιτική έχει γίνει θεραπαινίδα της οικονομίας. Αφηρημένες έννοιες, οι οθόνες, τα κουμπιά, το πάρε-δώσε του χρήματος έχουν καπελώσει κάθε έννοια κοινωνικής συνάφειας. Σηκώνουμε πανό διαμαρτυρίας χωρίς πολιτική πρόταση. Μέχρι ν’ αλλάξει αυτή η αφύσικη και νοσηρή κατάσταση, δεν θα ’μαστε πολύ καλά...

-Τι προτείνετε;
Παλιά, οι διάφορες ελίτ που υπήρχαν στην Ελλάδα συμμάζευαν τα πράγματα, αν και τον πολύ κόσμο τον είχαν παρατημένο στην εκκλησία και στα κόμματα. Το ’81, με το ΠαΣοΚ, απέκτησαν πρόσβαση στην εξουσία και οι «απόκληροι», που ήταν λυτρωτικό για τον τόπο. Μόνο που αυτός ο
κόσμος ήταν ανεκπαίδευτος, με αποτέλεσμα έναν ομιχλώδη προοδευτισμό για πάρα πολλά χρόνια. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ομάδες «ελίτ» που να είναι μαζί με τον πολύ κόσμο. Σ’ αυτούς και στην ευαισθησία τους στηρίζω τις ελπίδες μου.
Σήμερα, όποιος έχει να πει κάτι το απευθύνει σε κυψέλες συγκίνησης, σε πυρήνες, σε ομάδες στο διαδίκτυο...

-Τι εύχεστε για το 2010;
Να προσέξουμε το σπίτι μας, τον πλανήτη. Nα αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάμε. Δεν αρκεί να αγαπάς. Πρέπει να έχεις συνείδηση αυτού του πράγματος.

(Οι υπογραμμίσεις δικές μου)


ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!