Και τι να δέσεις γύρω από την άβυσσο;
ένα μαντήλι; έναν κισσό; ένα σεληνόφως;
Γυρνώ τροχιές ατέρμονες
γύρω απ' αυτό το κέντρο που διαλύεται
μήπως το πλέξω με το θέλω
μήπως το πείσω με το πείσμα
μα όλο κι εγώ αδυνατίζω
μυριάδες χέρια και φωνές και μάτια
ξεσκίζουν κάθε πλέξη
Να διαλυθει! Να διαλυθεί!
ό,τι μας έχτισαν
και ό,τι χτίσαμε
μέσα σ' αυτό χτιστήκαμε
όρθια φαντάσματα
Να διαλυθεί! Να διαλυθεί!
ουρλιάζουν
κι άκαρπη κάθε μου προσπάθεια
να πλέξω τα κουρέλια
"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger
Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011
Δευτέρα 2 Μαΐου 2011
ο στίχος
Χαροκαμένες γυναίκες
Πέφτω στην άνοιξη
Το άλλοτε έγινε κάποτε
Δεν υπάρχει ανάπαυλα
Δεν αρρωσταίνω ποτέ
Πενθώ πάντα
Η μητέρα εικόνισμα
Νεκρή στ’ όνειρό μου
Η άνοιξη τρέχει
Ο άγνωστος πέθανε
Με τα γαλάζια του μάτια
Χαροκαμένες γυναίκες ο στίχος
Αρκεί
Χαροκαμένες γυναίκες
Η άνοιξη τρέχει
(Κουτσαίνω ανάμεσα)
Πέφτω στην άνοιξη
Το άλλοτε έγινε κάποτε
Δεν υπάρχει ανάπαυλα
Δεν αρρωσταίνω ποτέ
Πενθώ πάντα
Η μητέρα εικόνισμα
Νεκρή στ’ όνειρό μου
Η άνοιξη τρέχει
Ο άγνωστος πέθανε
Με τα γαλάζια του μάτια
Χαροκαμένες γυναίκες ο στίχος
Αρκεί
Χαροκαμένες γυναίκες
Η άνοιξη τρέχει
(Κουτσαίνω ανάμεσα)
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Λευκοφόρος την διάνοιαν
"Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο, κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ τού είναι απολύτως άχρηστα. Μιλώ πέραν από την ανάγκη και πάνω από την ανισότητα των πεπρωμένων."
(Οδ. Ελύτης, "Εν λευκώ")Καλή Ανάσταση
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Ανασκαφές
Προειδοποίηση:
Οι σπηλιές έχουν δύο ανοίγματα.
Κανένα δεν βγάζει στον παράδεισο
I.
Οι κρυψώνες όλο και λιγοστεύουν
Υπάρχει πάντα ένας καλός λόγος να μισείς
Λίγο το ένα λίγο το άλλο
λες και δεν το ‘ξερες από παλιά
πώς αρπάζουν τα ξερόκλαδα
Αν κρυφτείς τελικά στη σπηλιά
άσε λίγο ανοιχτό το στόμιο
μη πνιγείς απ’ τους καπνούς
και ζεστάσου στη φωτιά σου
Εκείνοι καίγονται τρίζοντας
Μη γλείφεις τα δάχτυλά σου απ’ την πείνα
γονάτισε και παρακάλεσε
ν’ αντέξουν μέχρι το πρωί
Αύριο θα βγεις πάλι
να μαζέψεις φρύγανα
στην κοιλάδα της απωλείας
II.
Λέω ν’ ανοίξω αυτή την πόρτα
ελευθερώνοντας τα νερά
πρωτοβρόχια, καταιγίδες
και θλιμμένες ψιχάλες
Ίσως μετά έρθει η είδηση
το αναπάντεχο κενό
που εκκολάπτει
Συνάντησα τον αδερφό, τη μάννα, τον πατέρα
στα βλέφαρα μιας αγριότητας υγρής
να τρεμοπαίζουν με τη μοίρα
Νικούσαν πάντα τα νερά
και όποιος επιπλεύσει
Το ίδιο και στην πίκρα
ένα σανίδι, ένα πτώμα, ένας φελλός
και πού και πού κάποιος απελπισμένος
Τι ωφελεί να κλείνεις το στόμιο της σπηλιάς
αφού κι αυτή μες στα νερά περιπλανιέται
III.
Θέλω
θέλω να σας μιλήσω
για τα μυρμηγκιασμένα χέρια
και τους σπασμένους αστραγάλους
για τα παράξενα ορυχεία
των ακατέργαστων ονείρων
για τη δυσοσμία του έρωτα
μετά την ελεεινή φυγομαχία
για τις σπηλιές που κρύβουμε τις λύπες μας
να μην τις βρουν οι άνεμοι
για όλ’ αυτά που απολιθώνονται
στα στεκάμενα νερά
και μένουν
πατήματα ζωής
στην απέραντη αλάνα της θλίψης
Θέλω για πολλοστή φορά να σας μιλήσω
όμως φοβάμαι
τη μυστική ζωή ν’ ανοίξω
γιατ’ είναι ένα σκοινί χιλιοτριμμένο
που μόλις μας κρατάει δεμένους
με τον εαυτό μας
και πώς ν’ αντέξει
τον καταιγιστικό θυμό;
Οι σπηλιές έχουν δύο ανοίγματα.
Κανένα δεν βγάζει στον παράδεισο
I.
Οι κρυψώνες όλο και λιγοστεύουν
Υπάρχει πάντα ένας καλός λόγος να μισείς
Λίγο το ένα λίγο το άλλο
λες και δεν το ‘ξερες από παλιά
πώς αρπάζουν τα ξερόκλαδα
Αν κρυφτείς τελικά στη σπηλιά
άσε λίγο ανοιχτό το στόμιο
μη πνιγείς απ’ τους καπνούς
και ζεστάσου στη φωτιά σου
Εκείνοι καίγονται τρίζοντας
Μη γλείφεις τα δάχτυλά σου απ’ την πείνα
γονάτισε και παρακάλεσε
ν’ αντέξουν μέχρι το πρωί
Αύριο θα βγεις πάλι
να μαζέψεις φρύγανα
στην κοιλάδα της απωλείας
II.
Λέω ν’ ανοίξω αυτή την πόρτα
ελευθερώνοντας τα νερά
πρωτοβρόχια, καταιγίδες
και θλιμμένες ψιχάλες
Ίσως μετά έρθει η είδηση
το αναπάντεχο κενό
που εκκολάπτει
Συνάντησα τον αδερφό, τη μάννα, τον πατέρα
στα βλέφαρα μιας αγριότητας υγρής
να τρεμοπαίζουν με τη μοίρα
Νικούσαν πάντα τα νερά
και όποιος επιπλεύσει
Το ίδιο και στην πίκρα
ένα σανίδι, ένα πτώμα, ένας φελλός
και πού και πού κάποιος απελπισμένος
Τι ωφελεί να κλείνεις το στόμιο της σπηλιάς
αφού κι αυτή μες στα νερά περιπλανιέται
III.
Θέλω
θέλω να σας μιλήσω
για τα μυρμηγκιασμένα χέρια
και τους σπασμένους αστραγάλους
για τα παράξενα ορυχεία
των ακατέργαστων ονείρων
για τη δυσοσμία του έρωτα
μετά την ελεεινή φυγομαχία
για τις σπηλιές που κρύβουμε τις λύπες μας
να μην τις βρουν οι άνεμοι
για όλ’ αυτά που απολιθώνονται
στα στεκάμενα νερά
και μένουν
πατήματα ζωής
στην απέραντη αλάνα της θλίψης
Θέλω για πολλοστή φορά να σας μιλήσω
όμως φοβάμαι
τη μυστική ζωή ν’ ανοίξω
γιατ’ είναι ένα σκοινί χιλιοτριμμένο
που μόλις μας κρατάει δεμένους
με τον εαυτό μας
και πώς ν’ αντέξει
τον καταιγιστικό θυμό;
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
ευχαριστώ
Τις μπαλωμένες νύχτες
τις σκίζω με ξυράφια
νάτος εκεί ο μικρός
-τον έλεγαν Φελίτσε-
που έπιασε την υδρόγειο
με τα μικρά του χέρια
τη γύρισε σαν σβούρα
για να βρει
εκεί! εκεί!
Κοιμάμαι στις ακτές μου
φυσάει γλυκά χειμώνας
από τα όρη του Βορρά
με μια σκιά γαλάζια
χαραγμένη
-μοιάζουν Χριστούγεννα τα χέρια του
χαρά νωπή κι απόκοσμη-
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
μπλε και μαβί
πουλιά φυτρώνουν
ένας σοφός βγάζει κλαδιά
της θάλασσας θηρία
μασούν φύλλα φωτιάς
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
στην κορυφή του κόσμου
στύβω με τα μικρά χεράκια
μια ήσυχη βραδιά Δεκέμβρη
με αναμμένα δέντρα
τραγούδι αποστάζει
απ’ τις γωνιές του μπλε
στον τρυφερό κορμό μου
δεντράκι έξι χρονών
ρετσίνι
μια λέξη πεταμένη
στου δρόμου τις πατημασιές
ευχαριστώ
από τη σκόνη τη σηκώνω
φοράω γούρι
και το βουνό μου ανεβαίνω
με τα μικρά μου πέλματα γυμνά
που δεν ματώνουν
(από arabesque)
Ευχαριστώ
τις σκίζω με ξυράφια
νάτος εκεί ο μικρός
-τον έλεγαν Φελίτσε-
που έπιασε την υδρόγειο
με τα μικρά του χέρια
τη γύρισε σαν σβούρα
για να βρει
εκεί! εκεί!
Κοιμάμαι στις ακτές μου
φυσάει γλυκά χειμώνας
από τα όρη του Βορρά
με μια σκιά γαλάζια
χαραγμένη
-μοιάζουν Χριστούγεννα τα χέρια του
χαρά νωπή κι απόκοσμη-
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
μπλε και μαβί
πουλιά φυτρώνουν
ένας σοφός βγάζει κλαδιά
της θάλασσας θηρία
μασούν φύλλα φωτιάς
αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό
στην κορυφή του κόσμου
στύβω με τα μικρά χεράκια
μια ήσυχη βραδιά Δεκέμβρη
με αναμμένα δέντρα
τραγούδι αποστάζει
απ’ τις γωνιές του μπλε
στον τρυφερό κορμό μου
δεντράκι έξι χρονών
ρετσίνι
μια λέξη πεταμένη
στου δρόμου τις πατημασιές
ευχαριστώ
από τη σκόνη τη σηκώνω
φοράω γούρι
και το βουνό μου ανεβαίνω
με τα μικρά μου πέλματα γυμνά
που δεν ματώνουν
(από arabesque)
Ευχαριστώ
όσους μ' αγάπησαν
και όσους αγαπώ
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ
ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΙ ΕΜΠΝΕΥΣΗ!
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010
Επικαιρότητα διαρκείας
Πυρομανής γεννήθηκα,
πυρομανής και θα πεθάνω!
Ούρλιαξε ο τρελός
Και αυτοπυρπολήθηκε.
πυρομανής και θα πεθάνω!
Ούρλιαξε ο τρελός
Και αυτοπυρπολήθηκε.
Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010
oliki ep-ana-fora
(της Βούλας Παπϊωάννου)
Λοιπόν θα σου το πω
μ’ όλη τη δύναμη του λάθους μου
που στις ραγισματιές ανάμεσα γλιστράει
κι εκπυρσοκροτεί
Θα σου το πω
όπως αυτό το τσάμικο
που χόρεψες ο παραστρατημένος
και ίδρωσε τουφέκια
το σινιέ πλακάκι
Το ξέρω πως θα προσπεράσεις
μ ένα κοκόρι κρυμμένο στο παλτό
-πάντα αυτό δεν έκανες;-
και θα βαλθείς να ξεφυλλίζεις πόλεις
για να στοκάρεις επιδέξια το παλιό
Μα θα στο πω
κι ας έδιωξες τον άγγελο
να μη φοβάσαι του λαδιού την ετυμηγορία
Κανείς
της πατρικής ελιάς
δεν έκαψε το έλεος
Μεσ’ απ’ τις επιδέξιες ραφές
ξεσπά
και αναβλύζει
την ώρα της χαράς
μια νικηφόρα
σταυροφορία του νερού
πάνω απ’ την οικουμένη
κυματίζει ήρωες
ένα πετράδι
στο κέντρο της ασπίδας
δείχνει καρδιά
κι εσύ
ιππέας μύθου
Δέξου το
Eίσαι το χώμα σου
Και σκύψε
Μ’ ασβέστη
σημάδεψε του ονείρου σου το όριο
όπως το περιβόλι του ο παππούς σου
να μην περνάει μαύρο κι αγριόχορτο
Να δεις
που θα μοσχοβολήσει πάλι
μέντα και μοσχομπίζελο
της μοίρας σου ο δρόμος
6/12/10
(από arabesque)
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
πέρας
Παραμερίζεις τη βαριά κουρτίνα
Μπαίνει ένα πολτώδες φως
Στην ατμόσφαιρα
Ένα σούρουπο αχνό ηλεκτρικό
Και κουρασμένος ουρανός
Πίσω απ’ τους τοίχους
Ψιθυριστοί μονόλογοι
Που βρωμάνε άπλυτα δόντια
Πιο πέρα
Η ανάσα από δεντρολίβανο
Ενός λυπημένου
Δίπλα ένα αγόρι
Ψάχνει τ’ όνειρό του κάτω από το κρεβάτι
Πιο ‘κει γέροι που λιώνουν
Νοσοκόμες που βρίζουν
Ο αέρας τρίζει μια παράξενη αρρώστια
Γεμάτη μυίγες
Και ψόφιες καρδιές
Έπειτα έρχεται η νύχτα
Με σιγανά χτυπήματα στις πόρτες
Αφήνει ένα κανάτι γάλα
Κρυφά ανοίγεις και το παίρνεις
Ελπίζοντας πως σήμερα θα κοιμηθείς
Χωρίς εφιάλτες
Δίπλα στον εαυτό σου που πεθαίνει
Υπολογίζεις τις μέρες και τις νύχτες
Που θα συνεχιστεί αυτό
Χάνεις το λογαριασμό
Όπως όταν μετράς τα μυρμήγκια
Μιας μυρμηγκοφωλιάς
Διαπιστώνεις πως «όλα κινούνται»
Και βάζεις τις παντόφλες σου
Για να μετρήσεις τα πόδια σου
Τα μυρμήγκια κατοικούν πια στο μυαλό σου
Και δεν τολμάς να κοιμηθείς
Στο τέλος εκείνη η επίμονη επιθυμία
Που ποτέ δεν κατοίκησε
Γίνεται η μοναδική σου κόρη
Τη βλέπεις να μεγαλώνει παρθένα
Γεμίζει το κάδρο
Με βλέμμα sfumato
Χαμογελάει
Με το τελευταίο σου νόημα
Η Μόνα Λίζα σου
Απλώνει στο παράθυρο δέντρα
Που σβήνουν κάθε νόημα
Ο Μιχαήλ Άγγελος πλησιάζει αργά
Βγάζει ένα μαχαίρι και σε κόβει
Κοιμάσαι δίπλα στους εφιάλτες
Γυμνός ο εαυτός σου
(από arabesque)
Μπαίνει ένα πολτώδες φως
Στην ατμόσφαιρα
Ένα σούρουπο αχνό ηλεκτρικό
Και κουρασμένος ουρανός
Πίσω απ’ τους τοίχους
Ψιθυριστοί μονόλογοι
Που βρωμάνε άπλυτα δόντια
Πιο πέρα
Η ανάσα από δεντρολίβανο
Ενός λυπημένου
Δίπλα ένα αγόρι
Ψάχνει τ’ όνειρό του κάτω από το κρεβάτι
Πιο ‘κει γέροι που λιώνουν
Νοσοκόμες που βρίζουν
Ο αέρας τρίζει μια παράξενη αρρώστια
Γεμάτη μυίγες
Και ψόφιες καρδιές
Έπειτα έρχεται η νύχτα
Με σιγανά χτυπήματα στις πόρτες
Αφήνει ένα κανάτι γάλα
Κρυφά ανοίγεις και το παίρνεις
Ελπίζοντας πως σήμερα θα κοιμηθείς
Χωρίς εφιάλτες
Δίπλα στον εαυτό σου που πεθαίνει
Υπολογίζεις τις μέρες και τις νύχτες
Που θα συνεχιστεί αυτό
Χάνεις το λογαριασμό
Όπως όταν μετράς τα μυρμήγκια
Μιας μυρμηγκοφωλιάς
Διαπιστώνεις πως «όλα κινούνται»
Και βάζεις τις παντόφλες σου
Για να μετρήσεις τα πόδια σου
Τα μυρμήγκια κατοικούν πια στο μυαλό σου
Και δεν τολμάς να κοιμηθείς
Στο τέλος εκείνη η επίμονη επιθυμία
Που ποτέ δεν κατοίκησε
Γίνεται η μοναδική σου κόρη
Τη βλέπεις να μεγαλώνει παρθένα
Γεμίζει το κάδρο
Με βλέμμα sfumato
Χαμογελάει
Με το τελευταίο σου νόημα
Η Μόνα Λίζα σου
Απλώνει στο παράθυρο δέντρα
Που σβήνουν κάθε νόημα
Ο Μιχαήλ Άγγελος πλησιάζει αργά
Βγάζει ένα μαχαίρι και σε κόβει
Κοιμάσαι δίπλα στους εφιάλτες
Γυμνός ο εαυτός σου
(από arabesque)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


