"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

το Τίποτα που Ανθίζει

Το Ολοκαύτωμα, η Ποίηση & ο Paul Celan.

«… το να γράψει κανείς ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα…».
Η γνωστή αυτή φράση του Αντόρνο, μας –ή θα έπρεπε να μας- στοιχειώνει όλους. Ό,τι έγινε εκεί, δεν αφορά και δεν στιγματίζει μόνο εκείνους, τους ναζί, τους Γερμανούς, τους «άλλους». Το να δείξουμε αλλού, και να αποστρέψουμε το βλέμμα, δεν μας διασώζει, ούτε μας απαλλάσσει. Γιατί καθένας θα μπορούσε να ήταν εκεί, εκείνος. «Αυτό» που συνέβη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν ήταν το ανοσιούργημα ενός παράφρονος, αλλά εκατομμυρίων καθημερινών ανθρώπων, ίδιων με όλους εμάς, που πίστεψαν, που ζητωκραύγασαν, που συμμετείχαν έμπρακτα, που αφιονίστηκαν με το παραλήρημα της δόξας και της δύναμης. Η διάσταση και η έκταση του «φαινομένου» δεν αφήνει περιθώρια ελαφρυντικών. Η ανθρωπότητα τότε ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το θηρίο που βρυχάται στα υπόγειά της. Ξέβρασε τη λάσπη που κρύβει στα σωθικά της. Κι αυτό είναι κάτι που την σημάδεψε για πάντα. Είναι μια αβυσσαλέα ρήξη του ανθρώπινου «εγώ» με τον εαυτό του. Έκτοτε αυτό το «εγώ» κρέμεται στην ακρότητα της ύπαρξής του, από μια κλωστή. Μια κλωστή αμφιβολίας. Μετά την φρικαλεότητα του ναζισμού κανείς δεν μπορεί - ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για το έδαφος πάνω στο οποίο πατάει. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να διαβεβαιώνει για το «νόημα», για ένα όποιο νόημα.
Το Ολοκαύτωμα σκέπασε ολόκληρο τον κόσμο με τη στάχτη του, μια στάχτη, που ποτέ η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να πετάξει από πάνω της.

Ο Paul Celan, που έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς ποιητές, είναι ολόκληρος, από την κορυφή ως τα νύχια, από την αρχή ως το τέλος, σκεπασμένος με αυτή τη στάχτη. Συσσωματώνει στη ζωή και το λόγο του εκείνη την αβυσσαλέα ρήξη, εκείνη την καταλυτική αμφιβολία, εκείνο το αγιάτρευτο τραύμα της ανθρωπότητας.
Μεγαλωμένος στο ειρηνικό, πολυπολιτισμικό περιβάλλον του Τσερνόβιτς, από μητέρα Γερμανίδα και πατέρα Εβραίο, ήταν πρωτοετής φοιτητής τον Ιούλιο του 1939, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, που τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του. Το ’41 τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν το Τσερνόβιτς, και οι γονείς του οδηγούνται σε στρατόπεδα εξόντωσης. Ο πατέρας του πεθαίνει από τις κακουχίες, και η μητέρα του που λατρεύει, και που τον έχει εκθρέψει με την γερμανική κλασική παιδεία, εκτελείται με μια σφαίρα στον αυχένα. Ο ίδιος εκτοπίζεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούν τι κάνει στο στρατόπεδο, απαντά μονολεκτικά: «σκάβω». Παράλληλα γράφει ποιήματα, στη γλώσσα της μητέρας του και των δολοφόνων της, την γερμανική, που είναι ταυτόχρονα γι’ αυτόν γλώσσα πατρίδα και γλώσσα εξορία. Αργότερα θα πει:

Ήταν χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν,

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δεν δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, και σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.


Με την ήττα των Γερμανών η περιπέτεια δεν τελειώνει. Ο γενέθλιος τόπος γίνεται σοβιετική επαρχία, που οι Ρώσοι θέλουν να εκκαθαρίσουν από τις μειονότητες των Εβραίων και των Ρουμάνων. Έτσι φεύγει για το Βουκουρέστι, απ’ όπου μετά από λίγα χρόνια, λόγω σκλήρυνσης του καθεστώτος, θα αναγκαστεί να ξαναφύγει κρυφά, και μέσω Βουδαπέστης να φτάσει στη Βιέννη, όπου δεν κατορθώνει να πάρει άδεια παραμονής. Καταλήγει στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται πλέον μόνιμα, τον Ιούλιο του 1948. Εκεί σπουδάζει, εργάζεται, γράφει ποίηση, ταξιδεύει, αναγνωρίζεται και βραβεύεται για το έργο του, μέχρι τον Απρίλιο του 1970, οπότε σε ηλικία πενήντα ετών, με διαταραγμένες τις φρένες, πέφτει στον Σηκουάνα και δίνει τέλος στην ζωή του.
Από τα νεκρά χείλη του, είναι σαν να ανεβαίνει ο «Ψαλμός»:

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.


(από τη συλλογή «του κανενός το ρόδο», μετ. Χρήστος Λάζος)

Ο Paul Celan διαλέγεται με την ίδια του τη ζωή, με την ποίηση και το θάνατό του, με τον Αντόρνο, τον επίσης Εβραίο φιλόσοφο, που δεν συνάντησε στο ραντεβού, που μία και μοναδική φορά κανόνισαν, λες μέχρι κι αυτή η αποτυχημένη συνάντηση να επισφραγίζει την, παρά την αμοιβαία έλξη και αλληλεγγύη, διαφωνία τους.
Γιατί ο Paul Celan με την ίδια την τραγική του μοίρα επιτείνει την σκοτεινή απόφανση του στοχαστή, αλλά και απαντά ταυτόχρονα. Και η απάντησή του είναι καταφατική. Παρά την τραγική του ζωή και τον τραγικό του θάνατο, που είναι η επιτομή της τραγικότητας του ίδιου του ανθρώπου, ο Τσέλαν λέει:
Ναι, μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Άουσβιτς. Μόνο που ποτέ δεν θα μπορέσει να είναι πάλι όπως ήταν πριν απ’ αυτό.
Η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να είναι παρά το Τίποτα που ανθίζει.
Όπως και κάθε τι το ανθρώπινο…


Δείτε ακόμη:



Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

αντικατοπτρισμός

Ξυπνώ με φοίνικες στα μάτια μου
Ψηλούς όσο το μπόι της απόστασης
Που με χωρίζει από την πεζότητα των βημάτων μου
Με χαιρετούν φορτωμένοι φεγγάρια ασύντακτα
Άλλοτε κόκκινα, άλλοτε χρυσά, άλλοτε αχνά γαλάζια
Πνιγμένα στην υγρασία που ανεβαίνει πηχτή
Από τη ζεστασιά του χώματος
Οι ιθαγενείς εκεί κρυφοί
Χαμένοι μέσα στην καρδιά τους
Τρυφερή σαν καρπός φωτεινής νύχτας
Και το χαμόγελό τους ποτίζει τον υγρό αέρα
Με χρυσίζουσες ριπές
Τα μαύρα τους μαλλιά αστράφτουν
Υγεία ξεχασμένη από την εποχή των αθώων λίθων
Και κολυμπάει της αιώνιας σοφίας ο ιχθύς
Στα βαθιά τους μάτια
Οι άνθρωποι εκεί φύτρωσαν στην άμμο μαζί με τους φοίνικες
Κι αναδεύουν τα χέρια τους μόνο προς τον ουρανό
Καθώς συλλέγουν από τα φρούτα το γάλα της ζωής
Ή ανοίγοντας τις αγκαλιές τους στα ευγενικά καλάμια
Τα σπίτια τους αυτά μόνο πλέουν στο νερό
Δεμένα προσωρινά απ’ τον κορμό της φοινικιάς
Έτοιμα πάντα για το μεγάλο ταξίδι
Μα πνίγονται πάντα στο ίδιο νερό που τους γέννησε
Ίδια κι απαράλλαχτα μ’ όλους εμάς
Που καρφώνουμε τα σπίτια μας στο χώμα
Να μην τα πάρει ο άνεμος

Μόνο που είναι πιο ήσυχο να λιώνεις στο νερό
Αντί στο χώμα



(από arabesque)

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Δύο αφηγήσεις

(Neda Doany)

Η ευλογημένη των νεκρών

Άρχισε να τραβάει προς τον ορίζοντα. Στη μια της μασχάλη είχε κάνει φωλιά μια χελιδονομάννα. Στην άλλη ένα μικρό φίδι. Προχωρούσε προσέχοντας τις κινήσεις των χεριών της, μη χαλάσει τις φωλιές. Ανησυχούσε και να μη διαταράξει την ασφάλεια της άγνοιας. Τα αυγά κινδύνευαν εκατέρωθεν. Ευτυχώς, σκεφτόταν, η θέση δεν διευκολύνει την αποκάλυψη. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η αριστερή της πλευρά ήταν από άμμο. Η δεξιά από κλαδιά. Στη μέση έτρεχε ένας ποταμός. Ξεκινούσε από τη ρίζα του μετώπου και την διέτρεχε ως κάτω, με διακλαδώσεις στα χέρια και τα πόδια. Τον είχε ονομάσει Αλ Ασάρ, χωρίς να ξέρει γιατί. Έβρισκε στον δρόμο της αγριόχορτα καθώς προχωρούσε, και τα ξερίζωνε μηχανικά. Στα φρύδια της πού και πού έπεφτε χιόνι. Το τίναζε με βιαστικές κινήσεις και τότε κινδύνευαν οι φωλιές να χαλάσουν. Κάποιες φορές χιόνιζε και στον ύπνο της. Ξυπνούσε με κρυστάλλους να κρέμονται μπρος στα μάτια της, λούζοντας τις βλεφαρίδες της σιγά-σιγά, καθώς ο ήλιος ανέβαινε.
...............................................
Η συνέχεια εδώ

(Lucian Freud)

Αναμονή

Τα μαλλιά του μάκραιναν ακατάστατα κι επίμονα. Τσουλούφια πετάγονταν δεξιά κι αριστερά, σαν κλαδιά γέρικου κέδρου. Και τον σκέπαζαν. Ώρες - ώρες του φαινόταν πως και τα δάχτυλά του μάκραιναν έτσι ανεξέλεγκτα, αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρος. Όμως όλο και περισσότερο ένοιωθε να κολλάει πάνω στα έπιπλα που καθόταν, καθώς η σάρκα του –έπρεπε πια να το παραδεχτεί- είχε αρχίσει να αποσυντίθεται. Ευτυχώς δεν πονούσε, έτσι που έλιωνε αργά, μόνο που τον ενοχλούσαν όλοι αυτοί οι λεκέδες πάνω στον καναπέ, στις καρέκλες, στο στρώμα, παντού.
..........................................
Η συνέχεια εδώ

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Πολιτισμός ή βαρβαρότητα;

Κι όμως. Είναι διαφορετικοί. Πολύ διαφορετικοί απ’ ό,τι μέχρι τώρα έχουμε ζήσει. Από κάθε άποψη. Ο λόγος, οι φυσιογνωμίες, τα βιογραφικά, η κουλτούρα, η νοοτροπία, ο τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς των νέων πολιτικών ηγετών δεν έχουν καμμία σχέση με όσα ξέραμε. Φαίνεται ότι το «οι άριστοι, όχι οι αρεστοί», ήδη υλοποιείται.
Τόσο τα πρόσωπα, όσο και η πρόταση, εμπνέουν εμπιστοσύνη, όχι μόνο για την έξοδο από το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει, αλλά και για την προοπτική της εξέλιξης αυτού του τόπου. Προτεραιότητα στις κοινωνικές και δημοκρατικές αξίες, στον άνθρωπο, στο περιβάλλον, στην ποιότητα, στην έρευνα, στον πολιτισμό, στην λειτουργία των θεσμών, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Μ’ έναν λόγο όλα όσα επί χρόνια πιστεύαμε και περιμέναμε, πέρα από αγκυλώσεις και ιδεοληψίες. Φυσικά όλα χρήζουν επαλήθευσης στην πράξη. Αλλά όλα τα πρώτα δείγματα γραφής αυτών των δύο πρώτων ημερών της νέας διακυβέρνησης επιβεβαιώνουν μέχρι στιγμής το ειλικρινές των προθέσεων, αλλά και την ικανότητα και την αποφαστιστικότητα υλοποίησης.
Γι’ αυτό ας σοβαρευτούμε.
Ίσως δεν το συνειδητοποιούμε, αλλά ζούμε ιστορικές στιγμές.
Γιατί απ' τη μια οι καιροί είναι πραγματικά και πολύπλευρα δύσκολοι, οι εξελίξεις ραγδαίες, και η απαίτηση για νέες προσεγγίσεις, στάσεις και αντιλήψεις επιτακτική .
Απ' την άλλη ξέρουμε όλοι ότι στην Ελλάδα εδώ και καιρό έχει πάρει το πάνω χέρι η βαρβαρότητα. Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα θαύμα, για να ξαναπάρει το πάνω χέρι ο Πολιτισμός, με την ευρύτατη έννοια.
Τα θαύματα όμως δεν γίνονται παρά αν τα πιστέψουμε πολλοί και με πάθος.
Ας ευχηθούμε και ας προσπαθήσουμε λοιπόν να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνο αυτοί που θα κυβερνήσουν, αλλά κι εμείς όλοι.
Γιατί, εκεί που έχουμε φτάσει, πιο πολύ αμφιβάλλω για το αν εμείς, ο «κυρίαρχος λαός» θα ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των πολιτικών μας ταγών, παρά εκείνοι στις δικές μας.

Καλή δύναμη σε όλους μας!

(Στις φωτογραφίες είναι τα ανίψια μου. Ας έχουμε όλοι στο νου μας τα παιδιά μας, στην κάθε πράξη ή παράλειψή μας. Στο κάθε ναι και στο κάθε όχι μας.)