Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που συχνά λέγεται, ότι η ελληνική γλώσσα είναι πιο πλούσια από άλλες, λόγω του μεγάλου της λεξιλογίου. Πιστεύω όμως ότι ο πραγματικός της πλούτος οφείλεται κυρίως σε ένα άλλο, πέραν της υπαρκτής ή όχι υπεροχής της ως προς το πλήθος των λέξεων που την απαρτίζουν, ισχυρό πλεονέκτημα. Στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές λέξεις φορτίζονται σημασιολογικά. Στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο συνάπτεται το σημαίνον (φωνητικό σύμπλεγμα) με το σημαινόμενο (έννοια).

Η κατ’ αρχήν κοινή σε όλες τις γλώσσες συμβατική σχέση μεταξύ σημαίνοντος-σημαινομένου, η αυθαίρετη δηλαδή σύνδεση ενός φθογγικού συνδυασμού (σημαίνον) με μια σημασία (σημαινόμενο) που συναποτελούν το γλωσσικό σημείο (λέξη), κάμπτεται στην ελληνική, η οποία παρουσιάζει σε πολύ μεγάλη έκταση σε σχέση με τις άλλες γλώσσες μια «σχετική αιτιότητα», που μειώνει αντίστοιχα τον φύσει αυθαίρετο-συμβατικό χαρακτήρα αυτής της σύνδεσης.
Η διαφορά που διαπιστώνουμε αναλύοντας κάθετα, μελετώντας δηλαδή την ιστορική-ετυμολογική μορφή των ελληνικών λέξεων, βασίζεται στο ότι οι ελληνικές λέξεις, λόγω της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας που προαναφέρθηκε, έχουν «εσωτερικεύσει» τις σημασίες που η πορεία τους μέσα στον χρόνο κατέγραψε, και αποτυπώνουν έτσι όχι μόνο την/τις σημασία/ες που φέρουν ως λειτουργικά γλωσσικά σημεία του παρόντος, αλλά και την νοηματική διαχρονία της ελληνικής σκέψης. Ή για να το πω διαφορετικά μέσα στο όστρακο των φθόγγων κάθε λέξης κρύβονται σαν ζωντανός οργανισμός όλα τα νοήματα που κατά καιρούς ενδύθηκαν τη συγκεκριμένη φωνητική μορφή, καθώς και οι συνθέσεις, μεταλλαγές, διαπλοκές, με άλλες έννοιες και σημασίες, αποκαλύπτοντας ένα ολόκληρο πλέγμα νοηματικών αλληλουχιών και συναρτήσεων. Μπορεί κανείς μέσα σε μια και μόνο λέξη και στα παράγωγα ή σύνθετά της, να προσεγγίσει γνωσιολογικής, οντολογικής, ηθικής, δηλαδή φιλοσοφικής τάξης, ζητήματα, όπως έχουν αποτυπωθεί κατά την μακρά πορεία της χρήσης και εξέλιξης της γλώσσας, και συνακόλουθα της ελληνικής σκέψης.
Έτσι, βυθίζοντας το βλέμμα μέσα στην ελληνική λέξη / γλώσσα, βλέπεις συχνά σαν μέσα από υποβρύχιο γυαλί, το βάθος και την έκταση του ελληνικού πνεύματος στην κοινωνική και φιλοσοφική του διάσταση.
Ας χρησιμοποιήσω, για να γίνω πιο κατανοητή, δυο – τρία παραδείγματα, τελείως ενδεικτικά. Αν κάποιος θελήσει ωστόσο να μπει σ’ αυτό το συναρπαστικό «παιχνίδι», θα βρεθεί πολύ συχνά ενώπιον ανάλογων αποκαλυπτικών εκπλήξεων.
Ας δούμε για παράδειγμα τη λέξη «όμορφο».
Το φθογγικό σύμπλεγμα /omorfo/ είναι άραγε τελείως αυθαίρετα συνδεδεμένο με το σημαινόμενό του (έννοια της ομορφιάς), όπως συμβαίνει με την αντίστοιχη λέξη beau της γαλλικής, beauty της αγγλικής κ.λ.π., υπακούει δηλαδή μόνο σε μια σύμβαση που συνάπτει με τρόπο εξωτερικό τους συγκεκριμένους φθόγγους με την συγκεκριμένη σημασία, ή μήπως υπάρχουν εντός του φωνήματος κάποια στοιχεία που το συνδέουν με την σημασία που εκφράζει;
Όπως όλοι γνωρίζουμε το όμορφο είναι παραφθορά της λέξης εύμορφο, η οποία συντίθεται από το μόριο ευ + το ουσιαστικό μορφή. Η ίδια η λέξη-γλωσσικό σημείο επομένως εμπεριέχει την οντολογική διάσταση της έννοιας (ομορφιά) που σημαίνει. Μας επεξηγεί δηλαδή ότι όμορφο για την ελληνική σκέψη, είναι αυτό που έχει καλή μορφή. Και αν τα πράγματα σταματούσαν εδώ, θα είχαμε μεν μια κατ’ αρχήν προσέγγιση της οντολογικής υπόστασης της ομορφιάς, πράγμα ούτως ή άλλως σημαντικό, αλλά θα παρέμενε ως νοηματικό κενό ο ορισμός του «καλή»: ποια είναι η «καλή» μορφή; Μα η λέξη εισχωρεί ακόμη πιο πολύ στο φιλοσοφικό βάθος της «ευμορφίας». Το «ευ» προέρχεται από το ρ. ειμί. Άρα όμορφο είναι αυτό που έχει την μορφή που «είναι». Δηλαδή αυτό που πραγματώνει, που παίρνει την μορφή της ουσίας του, της αλήθειας του. Εκείνο επομένως που κατορθώνει να εξωτερικεύσει, να εκφράσει με την ίδια του την μορφή, αυτό που πραγματικά είναι. Τουτέστιν το αυθεντικό, το γνήσιο, το όχι επιτηδευμένο. Να τι είναι όμορφο! Πρόκειται για μια λέξη-ορισμό που εμπεριέχει και συνθέτει το οντολογικό, γνωσιολογικό και ηθικό ταυτόχρονα υπόβαθρο της κύριας έννοιας της αισθητικής.: Όμορφο είναι, γνωρίζω πως είναι, πρέπει να είναι, εκείνο που ενσωματώνει στην μορφή του, και αποκαλύπτει με αυτήν, τον εαυτό του αυτ-ούσιο (ας θυμηθούμε εν παρόδω, ότι και η ουσία από το ρ. ειμί προέρχεται). Αν σκεφτούμε το πόσο μελάνι έχει χυθεί από τα μεγάλα μυαλά της παγκόσμιας σκέψης για τον ορισμό τής τόσο δυσπρόσιτης φιλοσοφικά έννοιας της ομορφιάς, χωρίς συχνά επιτυχία, θα συνειδητοποιήσουμε την τεράστια αξία τής παραπάνω, σε μια και μόνο λέξη συμπυκνωμένης σκέψης.
Αν μάλιστα σ’ αυτήν συναρτήσουμε και την αριστοτελική «εντελέχεια» (>εν + τέλος = σκοπός + έχειν), ως συνέχεια της πρωτογενούς αυτής σημασιοδότησης, το οδοιπορικό μας στην ελληνική ονοματοθεσία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον και φιλοσοφικό εύρος.
Επεκτείνοντας το εννοιολογικό δίχτυ που υποβαστάζει την ελληνική γλώσσα σε όλη της την έκταση, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε την πολύ στενή σχέση μεταξύ κάλλους και καλού, διαπιστώνοντας, σ’ ένα όλο και διευρυνόμενο έδαφος, την άρρηκτη σχέση μεταξύ αισθητικής και ηθικής, που διατρέχει το ελληνικό πνεύμα, ή ενδιαφέροντα πλέγματα λέξεων που υποδηλώνουν ανάλογες εσωτερικές συναρτήσεις και νοηματικές συνεπαγωγές, όπως π.χ. αρετή, άριστος, αρμός, άρμα, αριθμός, αρμονία, κ.λ.π. που έλκουν όλες την προέλευσή τους άμεσα ή έμμεσα από το ρήμα «αραρίσκω» ( = συνάπτω, ενώνω, αρμόζω).
(συνεχίζεται...)