"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί Ποίησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Έκτωρ Κακναβάτος, ένας Ποιητής Υψικάμινος

Μέσα στην εκλογική παμφωνία αναχώρησε στις 9/11/2010 ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος, σαν να θέλησε με την κορύφωση της σιωπής του, μ’ αυτή την ευθυτενή παύση, να ενορχηστρώσει τη χαοτική περιδίνηση της εποχής. Όπως έκανε πάντα και με την ποιητική του φωνή.
Φωνή αμάλγαμα ακατάλυτης εφηβείας και καταλυτικής σοφίας. Ένα εκρηκτικό μείγμα πίστης και πίκρας. Οργής κι επιθυμίας. Είναι ο ποιητής που «σφαγμένη εντός του μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει» .
Μια φωνή γεμάτη σύμφωνα που κονταροχτυπιούνται (όπως κάνουν και στο ιδιόνομά του τα «κάπα» και τα «ταυ»), γεμάτη εκθαμβωτικές παραφυάδες συμβόλων, ιστορίας και γλώσσας, γεμάτη σπινθήρες και αριστοτεχνικά άλματα από τις κορυφογραμμές του νου στο ζέον υποσυνείδητο, και από εκεί στην «πάμφωτη αταξία» του υπερκείμενου και υποκείμενου των πάντων χάους.
Υπερρεαλιστής που δεν υπέκυψε ωστόσο ποτέ στους ανερμάτιστους συνειρμούς του ασυνειδήτου. Αντίθετα εκτόξευσε τη λάβα του πάνω στη συνείδηση για να την φωτίσει και να την οπλίσει. «Η ποίηση –λέει- όχημα εκ βαθέων, παραβιάζοντας τα σύνορα του ελεγχόμενου λόγου, αναγγέλλει τον παφλασμό του θαύματος.» Και αλλού: «Ποιητική ζωή = πλάτεμα της συνείδησης, κατάδυση στο υπόστρωμά της, στο μάγμα της και στην κίνησή του προς τη μορφογένεση.»
Η εκπληκτική λεκτική του ελευθερία, η τολμηρή του ακροβασία στα ακρότατα όρια της γλώσσας ήταν πάντα στοχευμένη και εύστοχη. Η γλώσσα, όπως και ο κόσμος, στην ποίησή του είναι ένα μαγικό βουνό που αλλάζει διαρκώς μορφές, σπηλιές, ξέφωτα και μονοπάτια, γκρεμούς και κορυφές. Ένα παλλόμενο σύμπαν ανεξιχνίαστων νοημάτων. Και ο ποιητής είναι ο προφήτης που κατοικεί στα έγκατά του και σκάβει μέχρι να βγει στο φως. «Δεν είναι που υπάρχουν τα πράγματα έτσι που υπάρχουν, αλλά που μπορούν να υπάρχουν και αλλιώς χάρη στους ποιητές.» Αυτό έκανε ο Κακναβάτος. Δεν έπαιζε με την ποίηση. Ιερουργούσε. Λόγος υψικάμινος. Λόγος υπερβατικός. Λόγος ανυπότακτος, που βράζει πάνω στο καζάνι της ανθρώπινης ύπαρξης –«ρωτώ γι’ αυτά και τα’ άλλα που αποσιωπήθηκαν / για την πληγή μας / που έγινε ακατοίκητη» -, και μετατρέπεται σε ριπή. Σε βλέμμα σαρωτικό και αποκαλυπτικό των μύχιων του Κόσμου -«με τρεις σφαίρες στην κοιλιά / έβγαλ’ από μέσα μου το χαοτικό καλντερίμι» -, για να καταλήξει «μόνο τον αγέρα λέω αγέρα / γιατί μόνον ελόγου του μπορεί και είναι ο μύθος του» . Κι εσύ, ο αναγνώστης, ο συνομιλητής του «Άκουγες το πάλεμα που εντός του κάνανε οι λέξεις / ίσαμε που ‘βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές του…»
Γιατί ο Κακναβάτος δεν παραδόθηκε ποτέ. Σε τίποτα και σε κανέναν. Ούτε στις σειρήνες της δημοσιότητας, ούτε στους «κύκλους» που απονέμουν τα βραβεία και τους τίτλους, ούτε καν καλά-καλά στον έκθαμβο αναγνώστη του «μιας κι ήταν όλος έξω του αγέρα / μιας κι ήταν πέρα» .
Γι’ αυτό είναι από τις μεγαλύτερες τιμές της ζωής μου –ίσως η μεγαλύτερη- οι λίγες κουβέντες του στο τηλέφωνο, όταν του ταχυδρόμησα, με δέος και χτυποκάρδι το πρώτο μου βιβλίο, ζητώντας τη γνώμη του: «Αυτό είναι ποίηση! Έχω πολλά να σας πω… μπράβο σας!» Η συγκίνησή μου δεν με άφησε να αρθρώσω πολλά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να τον παρακαλέσω για μια επίσκεψη, για να τον γνωρίσω από κοντά, αλλά η υγεία του δεν του το επέτρεπε «Δεν πηγαίνω πια στο γραφείο μου… έχω κινητικά προβλήματα… ίσως αργότερα…», μου είπε. Αλλά αυτό το «αργότερα» δυστυχώς δεν ήρθε… Τον πρόλαβαν τα κουπιά του Ηράκλειτου :


Το λιοπύρι ανάσκελα στην άμμο
στο πεζούλι της Νίσυρος
αφημένο το εσώρουχο της θάλασσας


Και ξάφνου όρθια
Κι ακίνητα τα κουπιά του Ηράκλειτου
… που αν χτυπήσουν πάλι τα νερά
θα ‘ναι που
θα ‘χουν πια διαβεί τα μάτια σου
και το σάστισμα θα ‘χει κοπάσει


Διάβηκαν πια τα μάτια του, αλλά μας έμεινε η ευλογία του:


«Σκοπός της ζωής μας είναι η αχανής εμβέλεια της κάθε μας ευχής».


Όσο για μένα, δεν μπορώ να κρύψω ούτε τη λύπη, ούτε το θαυμασμό, ούτε την ευγνωμοσύνη μου. Ο Κακναβάτος ήταν κάτι παραπάνω από ένας ακόμη μεγάλος ποιητής. Ήταν για μένα μύστης. Μετά τον Κάλβο, που ξεκλείδωσε στα παιδικά ακόμη μάτια μου τον θαυμαστό κόσμο της ποίησης, ο Κακναβάτος -μαζί με τον Σεφέρη και τον Ελύτη-, ήταν αυτός που μου μίλησε σε μια γλώσσα που πίστεψα έκτοτε σαν τη μοναδική αληθινή. Ήταν αυτός που με μαχαίρωσε μια για πάντα με τη φωνή του:




………
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.




Το λιγότερο λοιπόν που μπορώ να κάνω σήμερα, που η απώλειά του γίνεται μαύρη κηλίδα στη ζωή μας, είναι να πω σ’ αυτούς που χάσανε το δρόμο τους, στους πολυεδρικούς, τους φωνακλάδες, τους διεφθαρμένους, πως εκείνος:




Ήτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους,


που κύλαε τα ίσα πάνου.


Μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.



Εδώ μπορείτε να ακούσετε απαγγελίες ποιημάτων του:

http://poiein.podomatic.com/player/web/2010-11-17T12_07_54-08_00

http://poiein.podomatic.com/entry/index/2010-11-17T12_07_54-08_00


Κλείνω την ελάχιστη αυτή αναφορά με λίγα ποιήματά του από τη «Διήγηση» (Ποιήματα, τ.Α, 1943-1974)


Ρήγμα στον κρόταφο


Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.


Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


(1967)




Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο


Ο στόμφος εκούρασε• σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση•
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια
παρακμάζει• σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
– συγγνώμη• ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις• λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…


Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.


(1968)




Λέγοντας πέτρες


Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…


Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.


(1969)




Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο


Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.


Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ


Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τελείωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.


Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.


(1968)




Τροχιά

Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.


Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.


Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.


(1972)




Η όψη σου ὅταν ρωτᾶς


Θυμήσου· τὸ μαχαίρι μου ἀσκεῖται
συνέχεια στὸ δίκαιον.
Ρωτᾶς γιὰ τὴ ρωγμὴ στὸν τοῖχο
ποὺ στάζει τὸν ἀμίλητο.
Ρωτᾶς γιὰ ἔξοδο, γιὰ τὴ ρωγμή σου.
Ἡ ὄψη σου ὅταν ρωτᾶς νησὶ τῆς ἄβυσσος.
Πῶς σέρνεται μὲ τὴ λαβωματιὰ σὲ θάμνα
καὶ ἀχνάρια πίσω του τὰ αἵματα;


Αὐτὸ ποὺ τρίζει μέσα στὴ σιωπὴ
εἶναι τὸ μονοπάτι σου
ποὺ τώρα μόνο πάει καὶ πάει.


(1967)





Σύντομο βιογραφικό


Γεννηµένος στον Πειραιά το 1920 από κεφαλονίτες γονείς, σπούδασε Μαθηµατικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών. Το πραγµατικό όνοµά του ήταν Γιώργος Κοντογιώργης, και το πρώτο του ποίηµα δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Κατεύθυνση» το 1943.
Στην Κατοχή πήρε µέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση, το 1947, εξορίστηκε πρώτα στην Ικαρία και µετά στη Μακρόνησο – απ’ όπου επέστρεψε το 1949 –, γεγονός που κατέστησε απαγορευτικό τον διορισµό του στη Μέση Εκπαίδευση.
∆ούλεψε όµως στην ιδιωτική εκπαίδευση – από το 1958 έως το 1962 είχε και δικό του φροντιστήριο στη Σύρο – ώσπου, το 1979, διορίζεται για πρώτη φορά στο ∆ηµόσιο, από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε το 1986.
Τη δεκαετία του 1980 είχε τη θέση του εκπαιδευτικού συµβούλου στο υπουργείο Παιδείας. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό µέλος και αντιπρόεδρος κατά τη διετία 1984-1986 της Εταιρείας Συγγραφέων.
Υπήρξε θαυµαστής και µελετητής της Πυρηνικής Φυσικής, της Φιλοσοφίας, της αρχαίας και της βυζαντινής ποίησης – από τον Πίνδαρο µέχριτον Ρωµανό τον Μελωδό – καθώς και του δηµοτικού τραγουδιού.




Εργογραφία


Fuga, Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1943, Αθήνα, Κείμενα, 1972


Διασπορά, Αθήνα, Πρώτη Ύλη, 1961


Η κλίμακα του λίθου, Αθήνα, Ζάρβανος, 1964


Τετραψήφιο, Αθήνα, Κείμενα, 1971


Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή, Αθήνα, Κείμενα, 1972


Διήγηση, Αθήνα, Συντεχνία, 1974, Αθήνα, Κείμενα, 1981


Η κλίμακα του λίθου - Διασπορά, Αθήνα, Καστανιώτης, 1977


Οδός Λαιστρυγόνων, Αθήνα, Κείμενα, 1978


Τα μαχαίρια της Κίρκης, Αθήνα, Κείμενα, 1981


Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας, Αθήνα, Κείμενα, 1981


In perpetuum, Αθήνα, Κείμενα, 1983, σελ. 64, (2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης)


Κιβώτιο ταχυτήτων, Αθήνα, Κείμενα, 1987


Ποιήματα Α΄ τόμος (1943-1974), Αθήνα, Aγρα, 1990


Ποιήματα Β΄ τόμος (1978-1987), Αθήνα, Aγρα, 1990


Για τον "Μεγάλο Ανατολικό" (δοκίμιο), Αθήνα, Aγρα, 1991


Οικισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός, Αθήνα, Aγρα, 1995


Χαοτικά, Αθήνα, Aγρα, 1997


Ακαρεί, Αθήνα, Aγρα, 2001


Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες, Αθήνα, Aγρα, 2001


Στα πρόσω ιαχής, Αθήνα, Άγρα, 2005


Βραχέα και μακρά» Για την ποίηση / Γλώσσα και λόγος, Αθήνα, Άγρα, 2005






Μεταφράσεις των έργων του


Ποιήματά του περιέχονται στην ανθολογία Contemporary Greek Poetry, [tr.by] Kimon Friar, Athens, Greek Ministry of Culture, 1985, 488 pp.


Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα: αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά, ολλανδικά και ρωσικά.


Μεταφραστικό του έργο:


Joyce Mansour, Ερωτικά, Αθήνα, Συντεχνία, 1975. Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 48


Joyce Mansour, Rapaces. Όρνια, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 62


Marcel Schwob, Vies Imaginaires, Φανταστικοί βίοι, Αθήνα, Aγρα, 1987, σελ. 176


Joyce Mansour, Jules Cesar, Η Ιούλιος Καίσαρ, Αθήνα, Ρόπτρον, 1990, σελ. 70


Joyce Mansour, Cries, Dechirures, Rapaces, Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, Αθήνα, Aγρα, 1994, σελ. 148, ISBN: 960-325-093-7


Julien Gracq, Andre Breton. Επάνοδος στον Μπρετόν, Αθήνα, Aγρα, 1997, σελ. 24, ΙSBN: 960-325-200-Χ


Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε και στις παρακάτω διευθύνσεις:

http://www.poiein.gr/archives/date/2010/11/18

http://www.sarantakos.com/nkk.html

http://vanessa111.wordpress.com/2010/09/03/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%89%CF%81-%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-1943-1987/

http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/2031/1/mihail_OYTOPIA_30.pdf

http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3178:%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B5-%CE%B5%CF%85%CE%B8%CF%85%CF%84%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%AC-%CE%B1%CF%80%E2%80


http://www.aristerovima.gr/details.php?id=1135


http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=580958

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Διαλεκτικός... λυρισμός


(Γ. Κούρος)

«Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;»

Έχουν περάσει περισσότερα από τριάντα χρόνια, όταν ο Ελύτης έγραφε:
«Μπαίνοντας ο 20ος αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα –ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τζέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν.»
Αν έτσι αισθανόταν ο ποιητής τη δεκαετία του ’70, μπορούμε να φανταστούμε πόσο «άστεγος και περιττός» νιώθει ο σημερινός ποιητής. Τόσο ώστε κάποιοι να μιλούν ακόμη και για το τέλος της Ποίησης. Μεταξύ αυτών και άνθρωποι που σέβομαι βαθύτατα, όπως ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης. Σε ένα δοκίμιό του αναρωτιέται: «Ποια είναι λοιπόν η ηλικία της ποίησης σήμερα; Η ποίηση δεν υπήρξε από πάντα. Δεν υπήρξε για πάντα. Υπήρξε από κάποτε και κάποτε θα τελειώσει. Όσο για σήμερα η ποίηση λιγοστεύει.»
Πνέει τα λοίσθια λοιπόν η ποίηση; Ίσως και να είναι έτσι.
Θα επιχειρήσω ωστόσο μια μικρή, κατά μία μόνο λέξη, παραλλαγή στα λόγια του Λεοντάρη, που φωτίζει –ή σκιάζει- διαφορετικά το ερώτημα:
«Ποια είναι λοιπόν η ηλικία του ανθρώπου σήμερα; Ο άνθρωπος δεν υπήρξε από πάντα. Δεν υπήρξε για πάντα. Υπήρξε από κάποτε και κάποτε θα τελειώσει. Όσο για σήμερα ο άνθρωπος λιγοστεύει». Να κάτι στο οποίο θα συμφωνήσουμε φοβάμαι όλοι.
.................

(η συνέχεια εδώ)

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

το Τίποτα που Ανθίζει

Το Ολοκαύτωμα, η Ποίηση & ο Paul Celan.

«… το να γράψει κανείς ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα…».
Η γνωστή αυτή φράση του Αντόρνο, μας –ή θα έπρεπε να μας- στοιχειώνει όλους. Ό,τι έγινε εκεί, δεν αφορά και δεν στιγματίζει μόνο εκείνους, τους ναζί, τους Γερμανούς, τους «άλλους». Το να δείξουμε αλλού, και να αποστρέψουμε το βλέμμα, δεν μας διασώζει, ούτε μας απαλλάσσει. Γιατί καθένας θα μπορούσε να ήταν εκεί, εκείνος. «Αυτό» που συνέβη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν ήταν το ανοσιούργημα ενός παράφρονος, αλλά εκατομμυρίων καθημερινών ανθρώπων, ίδιων με όλους εμάς, που πίστεψαν, που ζητωκραύγασαν, που συμμετείχαν έμπρακτα, που αφιονίστηκαν με το παραλήρημα της δόξας και της δύναμης. Η διάσταση και η έκταση του «φαινομένου» δεν αφήνει περιθώρια ελαφρυντικών. Η ανθρωπότητα τότε ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το θηρίο που βρυχάται στα υπόγειά της. Ξέβρασε τη λάσπη που κρύβει στα σωθικά της. Κι αυτό είναι κάτι που την σημάδεψε για πάντα. Είναι μια αβυσσαλέα ρήξη του ανθρώπινου «εγώ» με τον εαυτό του. Έκτοτε αυτό το «εγώ» κρέμεται στην ακρότητα της ύπαρξής του, από μια κλωστή. Μια κλωστή αμφιβολίας. Μετά την φρικαλεότητα του ναζισμού κανείς δεν μπορεί - ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να είναι σίγουρος για το έδαφος πάνω στο οποίο πατάει. Κανείς δεν μπορεί –ούτε δικαιούται- να διαβεβαιώνει για το «νόημα», για ένα όποιο νόημα.
Το Ολοκαύτωμα σκέπασε ολόκληρο τον κόσμο με τη στάχτη του, μια στάχτη, που ποτέ η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να πετάξει από πάνω της.

Ο Paul Celan, που έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς ποιητές, είναι ολόκληρος, από την κορυφή ως τα νύχια, από την αρχή ως το τέλος, σκεπασμένος με αυτή τη στάχτη. Συσσωματώνει στη ζωή και το λόγο του εκείνη την αβυσσαλέα ρήξη, εκείνη την καταλυτική αμφιβολία, εκείνο το αγιάτρευτο τραύμα της ανθρωπότητας.
Μεγαλωμένος στο ειρηνικό, πολυπολιτισμικό περιβάλλον του Τσερνόβιτς, από μητέρα Γερμανίδα και πατέρα Εβραίο, ήταν πρωτοετής φοιτητής τον Ιούλιο του 1939, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, που τον ανάγκασε να διακόψει τις σπουδές του. Το ’41 τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν το Τσερνόβιτς, και οι γονείς του οδηγούνται σε στρατόπεδα εξόντωσης. Ο πατέρας του πεθαίνει από τις κακουχίες, και η μητέρα του που λατρεύει, και που τον έχει εκθρέψει με την γερμανική κλασική παιδεία, εκτελείται με μια σφαίρα στον αυχένα. Ο ίδιος εκτοπίζεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούν τι κάνει στο στρατόπεδο, απαντά μονολεκτικά: «σκάβω». Παράλληλα γράφει ποιήματα, στη γλώσσα της μητέρας του και των δολοφόνων της, την γερμανική, που είναι ταυτόχρονα γι’ αυτόν γλώσσα πατρίδα και γλώσσα εξορία. Αργότερα θα πει:

Ήταν χώμα μέσα τους, και
αυτοί έσκαβαν,

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δεν δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, και σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.


Με την ήττα των Γερμανών η περιπέτεια δεν τελειώνει. Ο γενέθλιος τόπος γίνεται σοβιετική επαρχία, που οι Ρώσοι θέλουν να εκκαθαρίσουν από τις μειονότητες των Εβραίων και των Ρουμάνων. Έτσι φεύγει για το Βουκουρέστι, απ’ όπου μετά από λίγα χρόνια, λόγω σκλήρυνσης του καθεστώτος, θα αναγκαστεί να ξαναφύγει κρυφά, και μέσω Βουδαπέστης να φτάσει στη Βιέννη, όπου δεν κατορθώνει να πάρει άδεια παραμονής. Καταλήγει στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται πλέον μόνιμα, τον Ιούλιο του 1948. Εκεί σπουδάζει, εργάζεται, γράφει ποίηση, ταξιδεύει, αναγνωρίζεται και βραβεύεται για το έργο του, μέχρι τον Απρίλιο του 1970, οπότε σε ηλικία πενήντα ετών, με διαταραγμένες τις φρένες, πέφτει στον Σηκουάνα και δίνει τέλος στην ζωή του.
Από τα νεκρά χείλη του, είναι σαν να ανεβαίνει ο «Ψαλμός»:

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.


(από τη συλλογή «του κανενός το ρόδο», μετ. Χρήστος Λάζος)

Ο Paul Celan διαλέγεται με την ίδια του τη ζωή, με την ποίηση και το θάνατό του, με τον Αντόρνο, τον επίσης Εβραίο φιλόσοφο, που δεν συνάντησε στο ραντεβού, που μία και μοναδική φορά κανόνισαν, λες μέχρι κι αυτή η αποτυχημένη συνάντηση να επισφραγίζει την, παρά την αμοιβαία έλξη και αλληλεγγύη, διαφωνία τους.
Γιατί ο Paul Celan με την ίδια την τραγική του μοίρα επιτείνει την σκοτεινή απόφανση του στοχαστή, αλλά και απαντά ταυτόχρονα. Και η απάντησή του είναι καταφατική. Παρά την τραγική του ζωή και τον τραγικό του θάνατο, που είναι η επιτομή της τραγικότητας του ίδιου του ανθρώπου, ο Τσέλαν λέει:
Ναι, μπορεί να υπάρξει ποίηση μετά το Άουσβιτς. Μόνο που ποτέ δεν θα μπορέσει να είναι πάλι όπως ήταν πριν απ’ αυτό.
Η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα δεν μπορεί να είναι παρά το Τίποτα που ανθίζει.
Όπως και κάθε τι το ανθρώπινο…


Δείτε ακόμη:



Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Ο ποιητής είναι?

Σε μια σταράτη και μεστή, χωρίς τις συνηθισμένες λογοτεχνίζουσες φιοριτούρες, συζήτησή του με τον Μάνο Στεφανίδη, ο Νάσος Βαγενάς μεταξύ άλλων, γενικότερου ενδιαφέροντος θεμάτων, δηλώνει: "ο ποιητής είναι τρόπος δεν είναι δήλωση". Επειδή πολύ μου αρέσει αυτός ο αφορισμός, σας τον μεταφέρω, και σας προτρέπω να διαβάσετε την ενδιαφέρουσα κουβέντα.
Από εμένα ένα ποίημα του πανεπιστημιακού - ποιητή Νάσου Βαγενά, από την "Βιογραφία".

Διαβάζεις εφημερίδα. Οι τελευταίες ειδήσεις είναι πανάρχαιες. Η φωνή σου

Γεμίζει με χώμα το δωμάτιο. Δεν υπάρχει να βοηθήσει κανείς.

Η μέρα είναι σιδερένια. Τετράγωνη. Με σκόνη στις άκρες. Γελάς

Και κάθεσαι στον καθρέφτη να βάψεις τα μάτια σου.

Εγώ βγάζω το χώμα απ' τα μαλλιά.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Ποίηση - ποδόσφαιρο: 1-0






Ήταν ωραία, πολύ ωραία, προχτές το βράδυ. Πολύς ο κόσμος, πολλή η ζεστασιά. Πολλή η Ποίηση. Αυτή η αληθινή ποίηση που δεν περιορίζεται στον λόγο. Που απλώνεται και ρέει ανάμεσα στα χέρια και στα βλέμματα. Έτσι ένιωσα εγώ, έτσι μου είπαν και άλλοι πολλοί πως ένιωσαν. Και τους πιστεύω. Γιατί το ποιητικό γεγονός σού αποκαλύπτεται σαν μια απρόσμενη μαγεία, που λύνει και δένει τους αρμούς απ’ την αρχή… αλλιώς…
Προχτές το βράδυ ήταν όλοι πανέμορφοι. Όλοι όσοι συνετέλεσαν δημιουργικά στην ατμόσφαιρα της βραδιάς, η Τζίνα Αποστολοπούλου, ο Κώστας Γεραντώνης, η Σοφία Σιωρά, ο Άγγελος Σιωράς, ο Νίκος Λεβογιάννης, ο Παρασκευάς Καρασούλος, όλα τα γνωστά ή άγνωστα, μα τόσο ευγενικά, πρόσωπα που συμμετείχαν με τη συγκίνηση και την προσοχή τους. Όλοι ήταν υπέροχοι. Και είναι αυτή η μεγαλύτερη δικαίωση που μπορείς να πάρεις όταν γράφεις. Να νιώσεις το έργο σου παλλόμενο ανάμεσα σε καρδιές και σώματα να ενώνει τις αισθήσεις, να συντονίζει τον μύθο…

Σας ευχαριστώ όλους από τα βάθη της καρδιάς μου γι’ αυτό που μου χαρίσατε.

(Φωτογραφίες από τις πρόβες μπορείτε να δείτε εδώ. )

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Ποιητικά δοκίμια ανθρωπογνωσίας

Στη σύντομη εισαγωγή ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, των οποίων έχει επιμεληθεί την μετάφραση, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:

«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».


Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».

Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου, λοιπόν, ένα φιλί και μια παραδοχή, τώρα –ιδίως- που φεύγω. Δεν είχες λάθος: όνειρο ήτανε η ζωή μου. Έχει, ωστόσο, σημασία αν ήταν μέρα ή νύχτα, ψευδαίσθηση ή όχι, η πτώση των ελπίδων μου; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε. Αυτό!

Στέκομαι. Ακούω κύματα να ωρύονται το μαρτύριο κάποιας ακτής. Κοιτάζω το χέρι μου: κρατάω μια φούχτα άμμο χρυσή… ασήμαντο απόκτημα! Και πώς γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα, πώς χάνεται. Βουλιάζει κι εγώ θρηνώ. Θρηνώ. Βουλιάζει! Θεέ μου, αν έσφιγγα γερά το χέρι, θα την έσωζα; Θα την κρατούσα μακριά απ’ τ’ ανελέητο κύμα; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε; Αυτό;

(Έντγκαρ Άλλαν Πόε, περιοδικό «Ποιητική» τ. 1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)



Ο λαβύρινθος

Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς», μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (2)

Επί του πρακτέου λοιπόν τρία σονέτα σήμερα: η περίφημη «Λήθη» του Λορέντσου Μαβίλη, ένα από τα «παραμελημένα» σονέτα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, και το αγαπημένο μου από χρόνια «Πάθος» του Ιωάννη Γρυπάρη.
Παρατηρήστε, ακούστε, αισθανθείτε τον όμορφο ποιητικό τους λόγο. Την ροή και τον διαφορετικό ρυθμό τους, όπως το αίσθημα του καθενός ορίζει. Το πώς παίζουν, διαπλέκονται και εξελίσσονται τα σύμφωνα και τα συμπλέγματα, σαν μουσική υποκρουση του συναισθήματος. Πώς κάθε λέξη παίρνει τη θέση της χωρίς ούτε να περισσεύει, ούτε και να περνάει πάνω από το σύνολο, όπως ένας δεμένος θίασος φωνών. Την πυκνότητα, την καθαρότητα και την ευθυβολία των εικόνων, Το πώς πάλλεται, καθώς εναλλάσσεται από εικόνα σε εικόνα, αλλά και σε διαφορετικά υποστρώματα, το συναίσθημα. Πώς μένουν προσηλωμένα στο στόχο τους απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και πόσο στέρεα οικοδομούν και κλιμακώνουν το θέμα τους, από στίχο σε στίχο και από τετράστιχο σε τετράστιχο, ως την κορύφωση και την πύκνωση του εξάστιχου. Τέλος την λεπτότητα του ύφους, την πρωτοτυπία της ιδέας, την μουσικότητα της σύνθεσης και την ατμόσφαιρα που το καθένα υποβάλει ανάλογα με το θέμα του (ταραχή και θλίψη το πρώτο, τρυφερότητα και γαλήνη το δεύτερο, παραφορά και ορμητικότητα το τρίτο)
Απολαύστε με λίγα λόγια τρία κομψοτεχνήματα λόγου, με τον ίδιο τρόπο που κανείς απολαμβάνει μια Παναγιά γλυκοφιλούσα, «δια χειρός» κατανυκτικού αγιογράφου, κι ας μην πιστεύει σε κανένα Θεό…

(Θα σας πρότεινα να κλείσετε την μουσική στο πλάι, για ν’ ακούσετε την δική τους –άλλωστε σονέτο σημαίνει … τραγουδάκι :)


Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα ο βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται,-

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

(Λορέντσος Μαβίλης)



…Κι έπαψες να μιλείς. Ήμουν σιμά σου
και τόσο σπλαχνικό κι αγνό και πράο
ήταν κυρά το μάγο ανάβλεμμά σου
που τη στιγμή ποτέ δε λησμονάω!

Κι εμέθυσα απ’ τη γλύκα της ματιάς σου
που τήνε βλέπω ομπρός μου όπου κι αν πάω
κι η λίμνη κι η γαλήνη κι η καρδιά σου
όλα σου λέγαν πόσο σ’ αγαπάω

Κι ω μυστικό θαράπιο απ’ το κορμί μου
σαν άυλο γνέφι επέταξε η ψυχή μου
και το άχραντό σου ετύλιξε το σώμα

Και τη φωτίζουν του ματιού σου οι αχτίδες
και στον καθρέφτη του νερού την είδες
να τρεμολάμπει μες στο μπλάβο χρώμα.

(Κωνσταντίνος Θεοτόκης)



Πάθος

Ως πότε η ζωή μας να σαπίζη
σαν τα στεκάμενα νερά η θλιμμένη,
και μες στο βούρκο της λιμνιάς ν’ ανθίζη
λευκά παρθενικά η Νυμφαία* ντυμένη;

Το πάθος το τρανό ζητώ που ορίζει
τη μοίρα της ζωής σα να ήταν ξένη
και την τυφλήν απόφαση χαρίζει
που ρίχνουνται στα κύματα οι πνιγμένοι.

Πόθοι νόθοι κρυφοί και πόθοι στείροι,
που αποτρυγάτε το άρρωστο όνειρό μου,
ήρθε το πάθος το τρανό να σύρη

και μένα σκλάβο του έξω νου και νόμου,
να μάθω και να πω πως είναι ίσως
πιο δυνατή η αγάπη κι απ’ το μίσος.

(Ιωάννης Γρυπάρης)

*λευκό λουλούδι που φυτρώνει στις ακρολιμνιές

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (1)

Το δώρο ενός πολύ καλού φίλου, ένα βιβλίο με τα σονέτα του Κων. Θεοτόκη -την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα, όπως και πολλοί άλλοι πιστεύω-, ήταν η αιτία να βυθιστώ πάλι, μετά από πολύ καιρό, στην θάλασσα των στίχων αυτού του εν πολλοίς παρωχημένου ποιητικού είδους.
Είναι αλήθεια ότι η ρίμα και το μέτρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου, είτε όταν γράφω είτε όταν διαβάζω ποίηση. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η ποίηση πρέπει να είναι κοντά στην φυσική ομιλούμενη γλώσσα. Να μπορεί ν’ ακολουθήσει την αναπνοή της εποχής που ζει, τον τόνο και τον παλμό της. Να αντλεί από τα υπόγεια ρεύματα και τις αναθυμιάσεις του καιρού της το αίσθημα, τις άδηλες ή ομολογημένες αγωνίες και επιθυμίες των ανθρώπων με τους οποίους συγχρωτίζεται, ούτως ώστε να αρθρώνει έναν λόγο που μετουσιώνει όλ’ αυτά σε ποιητικότητα –και επομένως τα αναβαθμίζει στην διαχρονία- και εν συνεχεία τα ενσταλάζει γόνιμα στο κοινωνικό σώμα. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια εποχή βίαιη, σπασμωδική, κατακερματισμένη, σαν την δική μας, η μελωδικότητα, και ο άλλοτε λυρικός, άλλοτε έντονα δραματικός, τόνος του σονέτου, δεν μπορεί ούτε να συντονιστεί με το συλλογικό φαντασιακό, ούτε να διεισδύσει στο ταραγμένο «κοινωνικό υποσυνείδητο», και επομένως να βρει ευήκοον ακροατήριο. Γι’ αυτό και διαφωνώ -αν και κατανοώ πολύ καλά, και ως ένα βαθμό συμμερίζομαι, τους λόγους- με την τάση που παρατηρείται από κάποιους, συχνότατα αξιόλογους, ανθρώπους του χώρου, για μια επιστροφή στα σχήματα αυτά. Πιστεύω ότι ο στίχος αφότου έσπασε τα δεσμά του, ποτέ δεν θα ξαναϋποκύψει σ’ αυτά οικειοθελώς.
Τα παραπάνω δεν μας εμποδίζουν φυσικά να απολαύσουμε τις αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές κατασκευές, να εγκαταλειφθούμε στον τρυφερό ή σπαρακτικό κυματισμό τους, να γευτούμε την ομορφιά ενός ατόφιου ποιητικού λόγου.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ίσως πιο σημαντικό και από την αισθητική απόλαυση, που αυτό το συγκεκριμένο είδος, το σονέτο, προσφέρει, ιδιαίτερα σε όσους από εμάς παλεύουμε να κάνουμε ποίηση: Υψηλή ποιητική. Το σονέτο είναι αναμφισβήτητα ένα κομψοτέχνημα ποιητικού λόγου. Τα αυστηρά πλαίσια μέσα στα οποία είναι αναγκασμένο να κινηθεί (ρίμα, αριθμός στίχων, μέτρο) επιβάλλουν πολύ καλοδουλεμένη γραφή και υψηλών προδιαγραφών τεχνική. Απαιτούν λεπτοδουλειά που μοιάζει με κέντημα σε πολύ λεπτή γάζα. Σμίλεμα όχι μόνο στίχο-στίχο, όχι μόνο λέξη-λέξη, αλλά ακόμη και συλλαβή-συλλαβή, φθόγγο-φθόγγο. Επιπλέον η μικρή του έκταση επιβάλλει πυκνό και πολύ σφιχτά δομημένο ανάπτυγμα, που πρέπει να εξελίσσεται ανοδικά, χωρίς πουθενά να χάνεται στον δρόμο, χωρίς ούτε μία περιττή διακλάδωση, ή πλαδαρότητα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διατηρεί λαμπερό τον στίχο και το νόημά του απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Πρέπει ακόμη αυτό το μικρό, σαν μια ανάσα, ποιητικό αρχιτεκτόνημα, να έχει κομψότητα, λεπτότητα, λάμψη, αλλά και υποβλητικότητα. Αυτά προϋποθέτουν πρωτοτυπία, όχι κατ’ ανάγκην στο θέμα, όσο στους ποιητικούς τρόπους και τα ποιητικά «τεχνάσματα», ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι σπινθηροβόλο, να έχει παλμό και να μπορεί να μεταδώσει την συγκίνηση και το αίσθημα που ο δημιουργός του επιθυμεί.
Φυσικά όλα τα σονέτα δεν επιτυγχάνουν αυτό το ύψιστο αποτέλεσμα. Εξαρτάται από τη μαστοριά του ποιητή. Στο βαθμό όμως που πλησιάζουν αυτές τις αρετές, αγγίζουν περισσότερο ή λιγότερο την λάμψη ενός ποιητικού διαμαντιού.
Όλ’ αυτά τα λέω όχι μόνο για να υμνήσω ένα ποιητικό είδος που τείνει να εκλείψει -κάτι όχι επιλήψιμο, αν ο χρόνος το έχει προσπεράσει-, αλλά κυρίως για να προτρέψω όλους εμάς που προσπαθούμε να γράψουμε ποίηση, να σκύψουμε πάνω σ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα, για να μάθουμε. Γιατί θα είναι καλό για την Ποίηση να καταλάβουμε, ότι η ελευθερία του στίχου, που κληρονομήσαμε από πρωτοπόρους και επαναστάτες αυτής της μεγάλης και ανθεκτικής παρά τους πανταχόθεν εχθρούς Τέχνης, δεν είναι ασυδοσία. Θέλω να πω ότι το να γράφουμε «ελεύθερα» (χωρίς ομοιοκαταληξία, μέτρο κ.λ.π.) δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γράφουμε «άτεχνα». Το ανεξέλεγκτο παραλήρημα, οι λεκτικές ακροβασίες, οι κοινοτοπίες, οι επαναλήψεις, η άνευ λόγου συναισθηματική υπερβολή ή ο στόμφος, το ξεχείλωμα του κειμένου προς κάθε κατεύθυνση, η έλλειψη οργάνωσης, δομής και οικονομίας, η επίδειξη «ποιητικότητας», η λεξιλαγνεία και ο βερμπαλισμός, η απουσία βάθους ή/και πρωτοτυπίας, η άνευ λόγου παράθεση «ποιητικών» λέξεων ή αντίστροφα ευτελών καθημερινών, με στόχο μόνο τον εντυπωσιασμό και όχι κάποιο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η απουσία γενικότερα στην εκάστοτε ποιητική κατασκευή οποιουδήποτε στόχου ή ουσίας (σκόπιμα δεν χρησιμοποιώ την λέξη «νόημα», γιατί ο στόχος μπορεί να είναι και μόνο ένα αίσθημα, μια εικόνα ή ο,τιδήποτε άλλο, όπως και να ‘χει όμως πρέπει να υπάρχει), όλ’ αυτά και άλλα πολλά που παρατηρούμε συχνά στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή, δεν είναι εμπλουτισμός του ποιητικού λόγου, αλλά φτώχια του. Και το χειρότερο, έχουν επίπτωση πάνω στο ίδιο το σώμα της Ποίησης. Γιατί την ευτελίζουν, την καθιστούν αναξιόπιστη στα μάτια των πιθανών αποδεκτών της και επιτείνουν, αντί να πολεμούν, το ούτως ή άλλως -για λόγους πέραν των ατομικών μας επιθυμιών και δυνατοτήτων-αντιποιητικό κλίμα και πνεύμα της εποχής που ζούμε.
Φυσικά τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να αποθαρρύνουν, να αποτρέψουν ή να απογοητεύσουν. Κάθε άλλο. Αντίθετα είμαι της άποψης ότι όσο πιο πολύ, και πιο πολλοί, αισθανόμαστε την ανάγκη να εκφρασθούμε ποιητικά, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να ανακάμψει το γονατισμένο όραμά μας για μια ζωή όπου η ποίηση δεν θα είναι τέχνη, αλλά υπαρκτικός τρόπος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωσή μας να τιμούμε αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι πιστεύουμε. Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη του και να προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν. Η ευκολία του βγάζω όπως-όπως στο χαρτί ό,τι με ταλανίζει, ίσα για να απαλλαγώ απ’ αυτό ή, ακόμη χειρότερα, για να καταγραφώ ως ποιητής, δεν είναι σε καμμία περίπτωση Ποίηση. Είναι είτε απλό ξέδομα είτε μεγαλομανία, πράγματα που δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός από τον γράφοντα. Η Ποίηση όμως μας αφορά όλους και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο αντιποιητικοί γίνονται οι καιροί. Είναι από τις λίγες ανάσες που μας έχουν απομείνει. Γι’ αυτό ας την σεβαστούμε. Η μελέτη των μεγάλων επιτευγμάτων της ποιητικής Τέχνης μάς βοηθάει να ανταποκριθούμε στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε όταν πιάνουμε το μολύβι. Μη ξεχνάμε ότι η Ποίηση είναι η μόνη Τέχνη της οποίας τα μυστικά δεν διδάσκονται. Οι μόνοι δάσκαλοί μας είναι οι λαμπρές στιγμές του παρελθόντος της. Αυτές και η μόνη ευλογία μας. Και το σονέτο, σαν ένα πολύ υψηλών τεχνικών απαιτήσεων στιχούργημα, είναι ό,τι πρέπει «δάσκαλος» για μας τους… μαθητευόμενους της τέχνης. Αν λοιπόν δεν θέλουμε να μας καταραστεί και αυτή και ο χρόνος, ας κάτσουμε στα θρανία με σταυρωμένα χέρια και ας το ακούσουμε προσεκτικά.

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Της... διαρκούς (επ)Ανάστασης


(Αφιερωμένο σ' εκείνους που γιορτάζουν)


"Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα –ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν (…) ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, δια, επί –άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι. Καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να έχεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;(…)
«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει». Άρα; Μηδέν ο μαθητής. -«Ο ήλιος κυκλωδίωκτος, ως αράχη, μ’ εδίπλωνεν». Άρα; Κενό.(…)
Κι όμως κάποιο άλλο «άρα» θα πρέπει να υπάρχει. Κάπου εκεί, κατά το μέρος του μυστηρίου, ή κατά το μέρος της φωνητικής, ή και τα δύο μαζί.(…)
Αναρωτιέμαι: Μήπως θα ήταν χρήσιμο να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι μια διαφορετική από μέρους τους διαχείριση των στοιχείων της πραγματικότητας θα μπορούσε πάλι να τα βγάζει σε αλλιώς αυστηρά και αλλιώς αποδεικτέα μαθηματικά;
Ο ποιητής διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία κατά τρόπο λευκό, μη προσοδοφόρο, ανεπίκαιρο, αλλά και για τούτο απρόσβλητον.(…)
«Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν…» Αλήθεια, εδώ πού πάει το «άρα»; Φοβούμαι, στο Α του Κενταύρου. Και είναι άδικο. Δεν επιτρέπεται να παραμένει ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη γη με τα τέσσερα. Τα υλικά του αγαθά που αέναα εκμηδενίζονται «συν τη αναλώσει» -και πώς να γίνει αλλιώς;- τον καταδικάζουν ουσιαστικά σε ισόβια: γραφείο-αυτοκίνητο-κρεβάτι-αποχωρητήριο-φέρετρο. Κι’ όμως, γι’ αυτά παθαίνεται και σκοτώνεται σ’ όλη του τη ζωή. Πόσο ευπρόσδεκτος λοιπόν θα ήταν εδώ ένας λιγάκι λοξός, που θα ‘πιανε από την άλλη άκρη το πρόβλημα και θα τους έλεγε χωρίς ενδοιασμούς: Εθισθείτε στην ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι μια ωραία γυναίκα που σας προσφέρεται –και δράσετε. Μη διστάσετε να εκλάβετε τα μαλλιά της για σύννεφα ή τη λύπη της για σιγανόφωνο τραγούδι. Μόνον ακούτε και χαϊδεύετε, χαϊδεύετε κι ακούτε.(…) Η πόρτα τότε μπορεί ν’ ανοίξει. Το σύννεφο να περάσει μέσα.(…) Οπόταν, βέβαια, θα ρωτήσει ο άλλος: Και το κέρδος; Ποιο είναι;
Απάντηση: Όλα και τίποτα. Είναι η μυστική κίνηση των πραγμάτων, κάτι που διπλασιάζει την ικανότητά σου ν’ αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας. Επειδή –να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. (…) Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγό νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο. Είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά τον χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου.
Υπερβολές; Δε νομίζω. Μάλλον ακριβολογίες. (...)"

(Από το "Η μέθοδος του ΆΡΑ", Εν λευκώ, Οδ. Ελύτης)
(το έργο είναι του Duane Keiser)

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Αλιεύοντας

Η Ποίηση είναι πάνω από εμένα, εσένα, τον καθένα από ‘μας. Η Ποίηση είναι η ανθρώπινη φωνή, στην καρδιά του χρόνου. Αρθρώνεται από εμένα ή εσένα, αλλά δεν ανήκει σε κανέναν μας. Ανήκει σε όλους μας.
Αυτός ο χώρος δεν θέλω να είναι ένας χώρος όπου θα κοινοποιώ μόνο τους δικούς μου στίχους. Αγαπώ την Ποίηση πιο πολύ από τον εαυτό μου. Ή μάλλον όχι. Επειδή αγαπώ τον εαυτό μου, αγαπώ την Ποίηση. Γιατί ποιος μπορεί να είναι ο εαυτός μου, χωρίς τον ποιητικό τόπο. Χωρίς την ποιητική συνθήκη. Μιλώ για την Ποίηση, αλλά στο μυαλό μου έχω την Τέχνη. Κι ακόμη πιο πέρα. Στην συνείδησή μου η Ποίηση είναι ταυτισμένη με την ποιητική σύλληψη του Κόσμου. Γιατί η Ποίηση δεν είναι λόγια στο χαρτί. Είναι τρόπος ύπαρξης. Ματιάς. Σχέσης. Είναι γνώση. Μια άλλης τάξης διαμεσολάβηση της εμπειρίας. Γεννιέται από το βλέμμα μας. Και μέσα από το βλέμμα μας ξαναγεννάει τον κόσμο. Το πάθος, η έμπνευση, ο έρωτας, ο υπαρξιακός τρόμος, είναι όροι ποιητικοί. Όπως κι αν εκφράζονται, όπου κι αν απευθύνονται. Ο ποιητικός λόγος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι μοναχικός. Αφότου κατατεθεί αποτελεί τόπο χωρίς φράχτες. Προσβάσιμο από όποιον έχει ανάγκη να πιει από το νεράκι του –που μπορεί να είναι και νερό που καίει, έτερον εκάτερον. Του ποιήματος μετέχει ο αναγνώστης ισότιμα με τον ποιητή, στον βαθμό φυσικά που ο τελευταίος κατορθώνει να μετουσιώσει το βίωμά του σε παλμό. Και να εισχωρήσει στην φλέβα. Ναι. Η Ποίηση είναι ενέσιμο υλικό. Που ρέει ενδοφλέβια. Που μας κάνει -αν προσφέρουμε τον καρπό μας- αδελφοποιτούς.
Είναι γι’ αυτό που σ’ αυτό το μπλογκ δεν βάζω μόνο δικά μου ποιήματα, αλλά ό,τι με συγκινεί. Ό,τι με τρέφει και με κρατάει ζωντανή. Εγκαινιάζω σήμερα μια καινούρια ετικέτα, με τίτλο «αλιεύοντας», όπου θα φιλοξενώ τον λόγο άγνωστων και όχι καταξιωμένων ποιητών, που ανακαλύπτω είτε στο διαδίκτυο είτε σε έντυπη μορφή. Γιατί η Ποίηση δεν είναι σε καμμία περίπτωση, μικρόψυχη και ιδιοτελής. Όσο περισσότερο κοινωνείται, τόσο περισσότερο μετουσιώνεται σε σάρκα και αίμα του θαύματος που όλοι προσδοκούμε.
Μοναδικό κριτήριο, το διευκρινίζω προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, η δική μου συγκίνηση. Δεν διεκδικώ ούτε στο ελάχιστο ρόλο κριτικού. Θα βάζω απλά, απλούστατα, ό,τι βρίσκει τον τρόπο να μου μεταδώσει την μυστική του ταραχή.
(μια που, ξέχασα να πω, κάθε ποίημα είναι ένα κρυφό ερώτημα που ψάχνει την διατύπωσή του…)
Ελπίζοντας να μεταλάβετε την ανάσα του.
Επειδή η αγωνία είναι ίσως η πρώτη ύλη τού μαζί. Και του ιερού.


Το πρώτο ποίημα αυτής της σειράς είναι του Δημοσθένη Μιχαλακόπουλου (από την σελίδα του ζώνη του Ωρίωνα).


το χέρι

Απέναντι από το κρεβάτι μου
ο Λευκάτας.
η μετέωρη σκέψη μου άσπρος, κάτασπρος βράχος, στη
θάλασσα που πλημμυρίζει το δωμάτιο, και βασανίζεται από τα διαδοχικά
κύματα των φουρτουνιασμένων ωρών. Κι ακούγονται φθόγγοι
ελληνικοί καθώς αφρίζει το πέλαγο.

Τις αυγές
η Σαπφώ βάφει το Ιόνιο με το αίμα της
για να ξημερωθώ
πεσμένος μπρούμυτα στο παγωμένο πάτωμα,

και το απλωμένο χέρι μου, σαν σε προσπάθεια να προλάβει να κλείσει στη
χούφτα του την άμμο απ’ την κλεψύδρα όλων των αιώνων,
έχει
τα σημάδια που του άφησε αυτό που δεν πρόφτασε να κρατήσει.
(το έργο είναι του Duane Keiser)

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Η ποιητική πολυσημία των λέξεων της ελληνικής

Πριν κάποια χρόνια, στις διακοπές μου σ' ένα πανέμορφο παραθαλάσσιο χωριό της Λακωνίας, είχα μια κουβέντα με μια Αγγλίδα, φίλη ενός φίλου, άγγλου επίσης και πολύ καλού ακουαρελίστα, εγκατεστημένων σχεδόν σ' αυτό το χωριό μόνιμα. Παρά την μεγάλη αγάπη και των δύο για την Ελλάδα, δεν είχαν καταφέρει να μάθουν ελληνικά. Αυτή είναι μια στάση που γενικά με ενοχλεί, γιατί πιστεύω ότι όταν φιλοξενείσαι σ' έναν τόπο, οφείλεις να τον τιμάς και να προσπαθείς να μετέχεις του πολιτισμού του, πολύ περισσότερο της κύριας έκφρασης αυτού του πολιτισμού, που είναι η γλώσσα του. Εν τούτοις ήταν και οι δύο πολύ συμπαθητικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι και έκανα παρέα μαζί τους, χρησιμοποιώντας κουτσά-στραβά τα πολύ λίγα αγγλικά που ξέρω εντελώς ερασιτεχνικά.

Εκείνο λοιπόν το ωραίο καλοκαιρινό μεσημέρι, μεταξύ ψαρομεζέδων και δροσερού λευκού κρασιού, κατάφερα (δεν φτάνει που με τα χίλια ζόρια βγάζαμε άκρη ακόμη και για τα βασικά) να μπλεχτώ σε μια συζήτηση, με θέμα την ελληνική γλώσσα! -ίσως υποσυνείδητα ήθελα να τους ψέξω κόσμια που επέμεναν να μη θέλουν να μπουν στον κόπο μιας τέτοιας εξαίσιας γλώσσας σαν την ελληνική. Και μάλιστα βάλθηκα να δείξω στην καθ' όλα τ' άλλα συμπαθή Αγγλίδα φίλη, ότι η ελληνική είναι μια γλώσσα που διαφέρει από τις άλλες λατινογενείς, ως προς το ότι είναι εγγενώς νοηματικά φορτισμένη. Ότι οι λέξεις φέρουν στο σώμα τους (ετυμολογικά) σημασίες και συνδηλώσεις όχι αμέσως ορατές, που λειτουργούν κάτω και παράλληλα με τις τρέχουσες σημασίες που έχουν κατά τη χρήση τους στην καθομιλουμένη. Σημασίες που επιβιώνουν επί χιλιετίες, έχοντας περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο των ελλήνων. Καταλαβαίνετε τι άθλος ήταν αυτός, αν σκεφθείτε ότι τα αγγλικά μου είναι παραπάνω από... σπαστά!!! Προφανώς όμως το πάθος και η πίστη σ' αυτό που αγαπάς κάνει θαύματα. Γιατί τα κατάφερα!!! Μέχρι και παραδείγματα της έφερα και της ανέλυσα, τα οποία την έκαναν να θαυμάσει για πρώτη φορά αυτή την μέχρι τότε καταγεγραμμένη στη συνείδησή της ως... στριφνή και παράξενη γλώσσα.

Αυτή την κουβέντα την θυμήθηκα, διαβάζοντας ένα ανέκδοτο κείμενο του Κορνήλιου Καστοριάδη με τίτλο "Εκφραστικά μέσα της ποιήσεως", που αναφέρεται σ' αυτό ακριβώς που προσπάθησα να εξηγήσω στην φίλη. Το βρήκα στην ιστοσελίδα του Μικρού Απόπλου (http://www.mikrosapoplous.gr/) και αναδημοσιεύω ένα μικρό μόνο μέρος του, για να πάρετε μια γεύση. Αξίζει όμως να το διαβάσετε ολόκληρο, γιατί δίνει θαυμάσια παραδείγματα της "αδιαίρετης πολυσημίας των λέξεων", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, της ελληνικής γλώσσας.


"Μερικές μεταφραστικές δυσκολίες μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές στηρίζονταν συχνά σ' ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας, κοινό πιθανώς με άλλες πρωτογενείς γλώσσες, γνώρισμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε αδιαίρετη πολυσημία των λέξεων και των γραμματικών πτώσεων. Οι νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έχουν πλέον αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι ποιητές προσέφυγαν σε άλλες οδούς προκειμένου να δημιουργήσουν μια συγκρίσιμη εκφραστική ένταση.
Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν σε μια εξέταση των οδών της ποιητικής εκφραστικότητας και ιδιαίτερα της σημασιακής μουσικότητας της. [...]


Αδιαίρετη πολυσημία και στον Αισχύλο, στον Προμηθέα. Όταν ο Προμηθεύς, καρφωμένος στον βράχο του επικαλείται ως μάρτυρα των πόνων που άδικα υφίσταται (στ. 89 επ.) τη μητέρα του Γη, τον θείο Αιθέρα, τις πηγές των ποταμών και τις πνοές των ανέμων, καλεί επίσης το:

ποντίων τε κυμάτων
ανήριθμον γέλασμα

Ας αφήσουμε τον πλούτο των τρόπων (έχουμε συγχρόνως προσωποποιία και υπαλλαγή· αναρίθμητα είναι τα κύματα και όχι το γέλιο τους) για να περιορισθούμε στη λέξη γέλασμα. Θα το μεταφράσουμε αναγκαστικά με τη λέξη γέλιο.
Όμως ένας αρχαίος Έλληνας, ακούοντας ή διαβάζοντας τον στίχο, δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί και το άλλο νόημα του
γελάω, που βρίσκουμε στο επίθετο Ζευς γελέων, Ζευς του φωτός, ή στην ιωνική φυλή Γελέοντες, οι επιφανείς, οι λαμπροί. Υπάρχει συνεπώς μια έντονη αρμονική του γελάσματος, και πιθανώς μια ετυμολογική συγγένεια με το γέλας, λάμψη, σπινθηροβόλημα. Και σήμερα ακόμη λέμε: Τί γελαστή αυτή η μέρα! Είναι γελαστή, διότι είναι ηλιόλουστη, λαμπερή. Όταν και σήμερα, όπως στα χρόνια του Αισχύλου, βρισκόμαστε στη θάλασσα, και ειδικά στο Αιγαίο, βλέπουμε ιδίοις όμμασιν αυτό το ανήριθμον γέλασμα, αυτήν την ατέλειωτη μαρμαρυγή των κυμάτων στο φως του μεσημεριού."

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

Λίγα λόγια αφιερωμένα σε μια ταλαντούχο νέα ποιήτρια

Ένα νεαρό κορίτσι γράφει. Ο λόγος της χείμαρρος. Λέξεις πολύτιμες εκβάλλουν στο χαρτί, λέξεις πετράδια. Η γραφή της ατίθαση. Ικανή για όλα. Σπάει νόρμες, αναποδογυρίζει αλληλουχίες. Εκλεπτύνεται ως το ακρότατο σημείο και χάνεται ξαφνικά για να ξαναεμφανιστεί εκεί που δεν το περιμένεις. Γλώσσα που λύνεται και δένεται κατά πώς θέλει. Ανατρέποντας τον εαυτό της και ανασυστήνοντάς τον πάλι κατά πώς θέλει.
Θέλει;… Στέκομαι. Θέλει αλήθεια κάτι αυτός ο λόγος; Διαβάζω πάλι. Για να καταλάβω. Ν’ ανακαλύψω. Διαβάζω. Βλέπω πάλι αυτά που έβλεπα πριν. Παρατηρώ τις αρετές της γραφής. Αλλά… Αλλά φευ, δεν συγκινούμαι. «Η Ποίηση είναι εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος», έλεγε ο W. Benjamin, και είναι αυτός ένας από τους καλύτερους ορισμούς της ποίησης απ’ όσους έχω συναντήσει. Η «αισθητική απόλαυση» τι άλλο είναι αν όχι συγκίνηση; Το ωραίο στην Τέχνη δεν έχει καμμιά σχέση με το ωραίο στην φύση. Η παρατήρηση του Χέγγελ ότι το ωραίο στην Τέχνη είναι ανώτερο από το ωραίο΄στην φύση, αν και τιμά την πρώτη, είναι λάθος. Γιατί η διάφορα δεν είναι διαφορά κλίμακας, αλλά ταυτότητας. Το ωραίο στην φύση υπηρετεί την ανάγκη, ενώ το ωραίο στην Τέχνη την υπερβαίνει. Τα λουλούδια είναι όμορφα γιατί πρέπει να προσελκύουν –με το χρώμα και το άρωμά τους- τα έντομα προκειμένου να τελεσθεί ο κύκλος της αναπαραγωγής. Το αγκάθι είναι άσχημο για μας τους ανθρώπους, γιατί δεν μας προσφέρεται προς βρώσιν, ενώ εκείνο απλώς αμύνεται στις επιθέσεις. Το ωραίο στην Τέχνη όμως δεν είναι χρηστικό.
Ωραίο στην Τέχνη είναι εκείνο που συγ-κινεί. Αυτό που κινητοποιεί το σύνολο του ψυχισμού. Αυτό το αμάλγαμα βούλησης, επιθυμίας, φαντασίας, γνώσης, που συνωθείται μέσα μας όχι πάντα ειρηνικά και αρμονικά -μάλλον το αντίθετο- και που ωστόσο αποτελεί την βαθύτερη ουσία μας, εκβάλλοντας στο παρελθόν και στο μέλλον, ατομικό και συλλογικό, ασύντακτα, αδιάκριτα, ανυπάκουα σε κάθε νόμο, εσωτερικό ή εξωτερικό. Σ’ αυτήν την άμορφη και σε διαρκή κίνηση μάζα του εσώτερου εγώ μας, βρίσκει τρόπο να εισέλθει το μαγικό χέρι της Τέχνης και να την ταράξει, παρωθώντας μας στην αυτοϋπέρβασή μας. Στήνοντας μια γέφυρα για το αλλού. Τον πέραν της ανάγκης τόπο. Γιατί στις ευτυχείς της στιγμές πάει πολύ βαθιά το μαχαίρι της Τέχνης. Τέμνει την ίδια την αιωνιότητα, φτάνοντας στον απώτερο τόπο της ενότητάς της. Κι εκεί συναντά απ’ τον αντίθετο δρόμο, από τα μύχιά του, τον άνθρωπο. Αυτή την μοναδικότητα, που συντίθεται από χρόνο και χώρο στην αδιαίρετη μορφή τους σαν μια πύκνωση. Με όλα τα σπέρματα της ύπαρξης μέσα της. Και είναι αυτά που αγγίζει, αναμοχλεύει και ζωντανεύει η Τέχνη, ανασύροντάς στην επιφάνεια το αόρατο, και όμως υπαρκτό, δείχνοντάς μας έτσι το ίδιο το άπειρο. Την απειρία των μορφών και των δυνατοτήτων του Είναι.
Γιατί τα λέω όλ’ αυτά; Για να επανέλθω στην νεαρή ποιήτρια που μου έδωσε το έναυσμα αυτής της διαδρομής. Για να βρω απάντηση στο γιατί η σημαντική και ενδιαφέρουσα γραφή της δεν κατορθώνει να φτάσει στην συγκίνησή μου. Για να ανακαλύψω και αποκαλύψω ότι ο λόγος είναι πως δεν επιτυγχάνει ν’ αγγίξει τον πυρήνα της ύπαρξής μου. Να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο, όπου κάθε ανθρώπινο πλάσμα συναντάει το άλλο και τον εαυτό του εξ αρχής, και μαζί, και δια μέσου αυτής της συνάντησης, τον Κόσμο ολόκληρο. Όταν η Ποίηση δεν κατορθώνει να φτάσει σ’ αυτό το απώτατο σημείο αναπαρθένευσης της ύπαρξης, δεν μπορεί να παράξει «αισθητική συγκίνηση». Κι ας έχει όλα τα κλειδιά. Για να το επιτύχει πρέπει να θέλει να ξεκλειδώσει. Να θέλει να φτάσει ως το κέντρο του άπειρου κόσμου. Στην πρωτογενή Αλήθεια της Ύπαρξης, όπου συμπήγνυνται όλα τα πλάσματα, παρόντα, παρελθόντα και μέλλοντα, και όλες οι μορφές τους. Και βέβαια δεν υπάρχει ένας δρόμος, ένα ποίημα, ένα έργο για να φτάσεις ως εκεί. Γιατί αυτό το κέντρο δεν είναι ένα -πώς θα μπορούσε το άπειρο να έχει ένα κέντρο;- Κάθε αληθινό έργο τέχνης είναι ένας ακόμη δρόμος, ένας ακόμη τρόπος. Ένας καινούριος δρόμος, ένας καινούριος τρόπος.
Όταν όμως ο λόγος είναι μόνο εκφορά λέξεων, όσο όμορφες ή σημασιολογικά φορτισμένες να είναι αυτές οι λέξεις, δεν είναι παρά ένα ανούσιο παιχνίδι λέξεων. Ακόμα κι αν ο ήχος τους ικανοποιεί ηχητικούς κανόνες και γίνεται ευχάριστος στην ακοή μας (ρυθμός, παρηχήσεις, συνηχήσεις κ.λ.π.), δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εύηχο παιχνίδι λέξεων. Ή ακόμα όταν ο λυρισμός χύνει ένα άρωμα πάνω στον λόγο δεν είναι και πάλι παρά ένα ευώδες παιχνίδι λέξεων. Παραμένει ένας βερμπαλισμός, που όσο κι αν αισθάνεσαι πως κάτω από τις λέξεις αναδεύει η ευαισθησία ενός ψυχισμού, προδίδει ότι το υποκείμενο δεν αποφασίζει να βουτήξει στο ίδιο του το βάθος. Έτσι το ποίημα παραμένει στην επιφάνεια των λέξεων και των σημασιών τους, ανίκανο να ταράξει και να συνεγείρει το υπαρκτικό γεγονός που λέγεται άνθρωπος με όλο το φορτίο της τραγικότητάς του. Και είναι τραγικό πλάσμα ο άνθρωπος. Χρειάζεται να το ξέρουμε αυτό. Δούλος συνάμα της θνητότητάς του, όπως όλα τα έμβια όντα αυτού του κόσμου, αλλά και ταγμένος από την ίδια του τη φύση να αναζητεί ένα νόημα που θα τον οδηγήσει στην υπέρβασή της. Αν η Ποίηση δεν κατορθώνει να τον ελευθερώσει από την πεπερασμένη συνθήκη της ανάγκης και να του ανοίξει τον δρόμο προς τον πέραν αυτής τόπο, προς τη Γνώση, την συν-αίσθηση του Παντός, αίροντας μ’ αυτόν τον τρόπο την καταλυτική επίγνωση του αναπόφευκτου τέλους της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, δεν έχει κανέναν ρόλο να παίξει. Γιατί αυτή και μόνο αυτή είναι η αποστολή της, και η επιτυχής της έκβαση είναι το μόνο που την δικαιώνει.
Για να γίνει όμως αυτό απαιτείται καθαρότητα. Χρειάζεται ο δημιουργός να απεκδυθεί όλων του των προσωπείων και να βουτήξει στο χάος που ανοίγεται μέσα του, κάτω απ’ όλες τις συμβάσεις και τους όρους. Να έχει το θάρρος να τα παίξει όλα για όλα. Και ν’ αντέξει. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα ν’ αντικρίσεις τον ίλιγγο της αβύσσου. Να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με το Τίποτα απ’ όπου γεννιέται το κάθε Τι και να ανα-γνωρίσεις εκεί ένα κάτι. Να το δεις με νέα όραση και να το γεννήσεις από την πρώτη του ουσία. Είναι αυτό που λέει ο Ταρκόφσκι όταν δηλώνει ότι «ο Ποιητης δεν περιγράφει τον κόσμο, συμμετέχει στην δημιουργία του». Και είναι επίσης αυτό που εννοεί ο Μ.Hidegger, όταν λέει ότι «η Ποίηση εγκαθιδρύει την Α-λήθεια». Αίρει το στερητικό μόριο του λανθάνειν από το Είναι. Ανασύρει μορφές από την λανθάνουσα κατάσταση στην οποία βρίσκονται μέσα στην άβυσσο του Μηδενός. Κι αυτό απαιτεί γενναιότητα. Είναι άθλος η Ποίηση. Γιατί είναι αναμέτρηση με την ίδια την υπαρξιακή αγωνία τόσο του δημιουργού, όσό και του αναγνώστη. Είναι απόκρημνη. Γεμάτη χαράδρες που αν πέσεις μέσα τους δεν υπάρχει χώμα να πατήσεις. Μα αν κατορθώσεις να πιαστείς από το πέτο σου και βγεις, έχεις κερδίσει την αθανασία. Την μέσα σου αθανασία, όχι την έξω.
Η Ποίηση εν κατακλείδι δεν είναι λόγια στο χαρτί. Είναι πλάσματα φτιαγμένα από το πιο καθαρό, το πιο αγνό υλικό του ποιητή. Είναι αυτός ο αναγκαίος -αν και όχι ικανός, μια που απαιτούνται εν συνεχεία κι άλλα πολλά- όρος, για να ευτυχήσει να συγκινήσει τον αποδέκτη της. Γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει -αν και οι εκφραστικές του δυνατότητες το καταστήσουν εφικτό- να φτάσει, να αγγίξει και να αφυπνίσει το ίδιο καθαρό ορυκτό της δικής του ύπαρξης. Την δική του ατόφια, ανόθευτη από την κοινωνική επιταγή Αλήθεια. Την αλήθεια που είναι έξω και πέραν από την δυνάστη του βίου, αυτήν που τον κρατάει δεμένο χειροπόδαρα εφ’ όρου ζωής του, την Ανάγκη. Αν η Ποίηση δεν ελευθερώνει τον άνθρωπο από αυτά τα δεσμά, προκειμένου να τον αναβαπτίσει στην πρωτογενή Ουσία που συνέχει όλα τα όντα, δεν έχει λόγο ύπαρξης.
Και είναι γι’ αυτό που ο ποιητικός λόγος δεν είναι, δεν μπορεί ποτέ να είναι, εύκολος. Χρειάζεται να μυράνεις με πολλή βάσανο τον βωμό του για να κάνει το θαύμα του. Να σε λυτρώσει από τον ίδιο τον εντός σου θάνατο.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

και μια σκέψη για τους "υπερλεξιστές"



Όταν ο λόγος διαρρηγνύει τα ιμάτιά του, γίνεται Ποίηση.
Όταν η λέξη διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, γίνεται κουρέλι.