"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Χορεύοντας με τη φωτιά



ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


στα παιδιά που ονειρεύονται

στα παιδιά που ερωτεύονται


στα παιδιά που δεν τρώνε τη φόλα

στα παιδιά που κρατάνε τους χορούς

μες στης νύχτας το λαμπάδιασμα


για να σμίξουν παλιές κι αναμμένες φωτιές

με το ροκ του μέλλοντός μας



ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Ας τους αδειάσουμε τη γωνιά

αφιερωμένο
στους ασκητές της πίστης
και στους καρεκλοκεύνταρους
της "επανάστασης"


(Ηλιογράφος)

Το τέλος της παιδικής ηλικίας.

Χάρη στη μεγάλη του αρετή και στα μεγάλα του αισθήματα, ο Θεός κράτησε αυτή τη φορά το λόγο του κι ο ασκητής έμαθε πρώτος πως γεννήθηκε ο Σωτήρης. Κι επειδή τότε εδίψασε πολύ την ευτυχία των ανθρώπων παράτησε τη βάρδια του, ακύρωσε τις τελευταίες προσευχές στο κομποσκοίνι και κατέβηκε να προσκυνήσει.
Ο πατέρας, ο γέρο-Επισταύρου (τι ζωή εξήντα χρόνια, ν’ ανοίγει κάθε μέρα κι άλλος γκρεμός και να τρέχεις να βρεις προφήτη για να τον γεμίσει) περίμενε τ’ αμόλυντα γερατειά στην πόρτα. Μέσα, όσοι ξενύχτησαν αποβραδίς, συνήθιζαν σιγά-σιγά το φως, βούιζε όλο το σπίτι σα μελίσσι:
«Χριστιανοί, αδέρφια μου κυνηγημένα στο πικρό χωράφι και στα δάχτυλα της βροχής, με τα μάτια ορθάνοιχτα τις νύχτες μήπως ανοίξουνε οι ουρανοί και δεν πάρουμε χαμπάρι, -και κάθε τόσο κάποιος να τρελαίνεται στον ύπνο του και να ξυπνάει βλαστημώντας τις άγιες εικόνες, φτάνει που μείναμε ζωντανοί αδέρφια μου, φτάνει που δαγκώσαμε τη γλώσσα και κρατήσαμε, γιατί σήμερα έδωσε ο Θεός και τα ‘χουμε πια όλα. Αφού ο ασκητής έκανε τόσο δρόμο μόνο και μόνο για να μας δει θα βγούνε τα όνειρα μ’ αυτό το παιδί, δε γίνεται να μας ξαναπιάσει πια σκοτάδι».
«Εκείνος» είπε ο ασκητής «έκανε πιο πολύ δρόμο για να ρθει σε σένα, γιατί έρχεται πάντα στους χτεσινούς φρόνιμους και στους σημερινούς γέρους. Έρχεται πάντα στην άκρη της υπομονής, στην άκρη μιας φωνής που σβήνει ξοδεμένη στο πηγάδι».
Ο ασκητής, μ’ όλο που έψαξε τόσό πολύ τον ουρανό που στα τελευταία δεν καλόβλεπε, κατάλαβε αμέσως πως ο Σωτήρης είχε τα σημάδια. Έσκυψε βαθιά στην κούνια και τον κοίταζε ώρα ατέλειωτη, τον κοίταζε με άπειρη τρυφερότητα και πόνο κι όταν σηκώθηκε κι έστρωσε στα μαλλιά το φωτοστέφανο και τα μάτια του ταξίδεψαν στην κάμαρα σαν κάποιος που μετράει τους πεθαμένους, γέμισαν δάκρυα τα βλέφαρά του.
Ο γερο-Επισταύρου, που κρατιόταν απ’ την πόρτα σα να τη στερέωνε, ή πάλι σα να την έσκαβε κρυφά (πόσο καιρό σού παίρνει άραγε να ξεχάσεις το κελί σου;) είδε να κλαίει ο ασκητής και η καρδιά του πάγωσε για το παιδί και για τη λιακάδα που μπήκε στη ζωή του.
«Μακάριε, εσύ μίλησες για την άκρη της υπομονής μα τα μάτια σου συννέφιασαν. Τα μάτια σου συννέφιασαν κι η λύπη δέρνει σαν κακός νοτιάς το πρόσωπό σου. Θα φύγει πάλι; Αυτό το τρυφερό κλαδί που ο Θεός φύτρωσε σήμερα στη σάρκα μου είναι γραμμένο να ξεραθεί προτού ανθίσει; Κι ύστερα μόνοι και με τι χέρια πια να κουβαλήσουμε τα κόκαλα ώσπου να ξαναβρούμε του καθενός τον τάφο, και με τι χέρια να χαϊδέψουμε την άνοιξη μήπως ξαναμιλήσει…»
«Μη στενοχωριέσαι», είπε τότε ήσυχα σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο ασκητής, «μη πικραίνεσαι. Εγώ δεν κλαίω για τον Σωτήρη, κλαίω για μένα, γιατί ήρθε η ώρα να πεθάνω».

Μάριος Μαρκίδης, Βιβλίο Παραπόνων, 1978



καλά Χριστούγεννα σε όλους!


(αν κι εκείνο το δέντρο στην πλατεία, δεν το βλέπω να κάνει Χριστούγεννα... :)))

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Έγγραφο αρχείου

Φωνές κατηφορίζουν στις παραλιακές λεωφόρους
Κρατούν ατιμασμένη θάλασσα και πυρομαχικά να ρίξουν
στον οπλισμένο εαυτό πίσω απ’ τις μάντρες
Τα ρημαγμένα Σαββατόβραδα σιωπούν καρτερικά
μετά τους βιασμούς
Κι οι ποιητές πήραν επ’ ώμου τα σκεπάρνια πάνε
στα κοιμητήρια να ξεθάψουν λέξεις
να βάλουν στα κοκαλιασμένα χείλη
μήπως κι αναστηθεί ο ακάθιστος

Κουράστηκα

ν’ αναβοσβήνω μάτια στο κενό
να συνορεύω με τον στοιχειωμένο πύργο
ν’ ακούω άπραγος του γείτονα τον αδικοδαρμένο σκύλο
να διώχνω από πάνω μου τις σαύρες των δακρύων
να οιωνοσκοπώ τ’ αποκαίδια

Ποιος μίλησε για θάνατο;

Είμαστε το νέο είδος των διαμελισμένων

Αλλού τα πόδια, αλλού τα μάτια, τα μαλλιά,
τα μπράτσα. Αλλού τα σπλάγχνα.
Κάνουν συνέλευση σε ώρα επείγοντος
Οχλαγωγούν και φεύγουν χωρίς απόφαση καμμιά
Δεν έμαθαν δημοκρατία τα σώματα. Δεν έχουν κόμματα,
πλειοψηφίες, δικαιώματα. Μόνο τη βία ξέρουν
Είθισται να νικούν τα πόδια που κλωτσάνε
Άλλοτε τρέχουν αφήνοντας ξωπίσω τους
πορδές και μνήμες άχρηστες
κατά περίπτωση ανάγκης

Γράφω στους τοίχους συνθήματα παλιά
«άστον τρελό στη τρέλα του»,
«το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον»,
«ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω"
«από την πόλη έρχομαι και στη κορφή κανέλα»
«παν μέτρον άριστον»
κι άλλα που ξεπετάγονται φλασιές απ’ τη γωνία
ύπουλα σκάει μύτη το υποσυνείδητο κουκουλοφόρο
με σπρέυ για να βρούνε λέει οι απόγονοι
αρχαιολογικά ευρήματα να καταλάβουν την Βαβέλ νο2
Κρεμάω τα χέρια στη κρεμάστρα, το παραδέχομαι,
μού είναι άχρηστα την ώρα της κραυγής
Χαϊδεύω μόνο ελαφρά τα δάχτυλά μου να ζήσει λίγο ακόμα
η αφή ως τα Χριστούγεννα

έπειτα βλέπουμε

Πάω για ύπνο. Κουράστηκα πολύ.
Μία Λιλί Μαρλέν έρχεται αργά από το βάθος
Όμως τα νύχια μεγαλώνουν απειλητικά μακριά μου
ίσως να γδέρνουν άθελά μου ένα κελί
ίσως να σκίζουν κάποιον άνθρωπο
μα πού να τάβρω να τα κόψω;
Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Κουράστηκα να τρέχω να μαζεύω
εδώ κι εκεί κομμάτια
σήμερα θα κοιμηθώ αγκαλιά με την Λιλί
και το αριστερό μου χέρι

αύριο βλέπουμε

Άκουσα κάπου να μιλάνε για πουλιά
θα πάω αύριο αν μπορέσω
να κλέψω ένα φτερό
να το φορέσω στις ευχές μου όταν τις συναντήσω
Αλλά θα τις γνωρίσω; Έχουν χαθεί καιρό
Ίσως έχουν γεράσει.

Ας πάψω πια ν’ ανησυχώ. Αύριο θα σκεφτώ.

Αύριο; Ποιο αύριο; Κιόλας ξημέρωσε.
Δεν πρόλαβα να κοιμηθώ.
Μήπως κοιμάμαι και καθόλου; Δε βαριέσαι.
Ας κλείσω άλλη μια αφύπνιση.
Έτσι κι αλλιώς όλα τα ίδια θα ‘ναι πάλι.
Κανείς δεν θα γνωρίζει τι ποιεί η δεξιά του.
Τι είμαι εγώ για να γνωρίζω;

Πες μου Λιλί
"Μπορεί ο άνεμος να εξηγήσει γιατί έγινε καταιγίδα;"

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Μονόπρακτο σε χιλιάδες πράξεις

Χρόνια ρουθούνιζε κάτω απ’ τα πόδια. Θηρίο φιμωμένο. Το ένιωθες. Ναυτία. Ανέβαινε από τις πατούσες. Έβγαινε απ' το στόμα αναθυμιάσεις. Έρχεται. Θα πνίξει.. Δεν σε καταλαβαίνει. Σε κοιτάζει παστωμένος πέντε-έξι στρώματα βερνίκι. Μέσα απ’ το βρώμικο αμάξι σου βλέπεις κοκκινοκίτρινα φανάρια ασυνάρτητα. Πίσω στην άσφαλτο ο ουρανός λιωμένος. Ο τύπος λαδωμένος μέσα-έξω σπινιάρει να προφτάσει πρώτος το καινούριο ντηλ. Στο επόμενο φανάρι ο κουλός δεν σου ζητάει. Απαιτεί. Με μάτι άγριο απ’ την πείνα. Δίνεις. Ταμείο αλληλεγγύης τα φανάρια λες. Μα το παράθυρο ερμητικά κλειστό της διπλανής κυρίας. Με αχυρένιο το μαλλί και το μυαλό, ακκίζεται. Περήφανα θα γαμηθεί με ιδιοκτήτη πρώτης πίστας στη λεωφόρο. Δεν έχει τίποτα να φοβάται. Ο ουρανός ξωπίσω πατημένος άρχισε κιόλας να βρωμίζει. Παρκάρεις εξουθενωμένη.. Κείνο το τρίξιμο κάτω απ’ τα πόδια δε λέει να σταματήσει. Και το μυαλό γυρίζει. Ταβέρνα. Κουτούκι το θυμάσαι, σήμερα επέκταση παράνομη με τζαμαρία να χωράει. Πλήθος. Χοντρές αβάσταχτες κοιλιές. Γυναίκες ιδρωμένες. Υστερικά χορεύουν αντρικά. Να δείξουν πως μπορούν. Το ίδιο και τα τσιφτετέλια. Χλιμιντρίζουν πάνω τους λογής-λογής γιορντάνια και χρυσά. Οι άντρες καμαρώνουν ή βαριούνται. Τέλειωσε το φαί. Πάμε να φύγουμε. Ο λαός γιορτάζει. Την άνοδο της κλίμακας. Πατάτα, παϊδάκι, άντε και στο πατέ. Μακαριότητα και ρέψιμο. Ευτυχία. Η κόρη τους γατόνι. Πηδήχτηκε με τον καθηγητή. Πήρε πτυχίο. Κι ο γιος στη Ρουμανία πλήρωσε κάνα δυο. Ήρθε γιατρός. Ωραίο παληκάρι. Τάφτιαξε με κόρη κλινικάρχη. Σε λίγα χρόνια θα σφάζει ανενόχλητος. «Κακόκεφη σε βλέπω». Ξαφνιάζεσαι. Γυρνάς. Ο φίλος «άντε γεια μας». «Ρε σύντροφε, πού βλέπεις την υγεία για να πιω;» Δεν σε καταλαβαίνει. «Έχεις τίποτα;» «Όλα», του λες και απορεί. «Ζαλάδα από παντού», του εξηγείς. «Ήπιες πολύ;» «Απ’ όλα», σαδιστικά επιμένεις, να δεις ως πού θα πάει. Τα κάποτε υγρά του μάτια δεν ξέρουν πώς να σου φερθούν. Το casual δερμάτινο σακάκι υποψιάζεται, μα σωπαίνει. «Ένας καθηγητής, δικός σου, αριστερός, μου ‘λέγαν τα παιδιά, φασίστας μες στη τάξη», πετάω ξαφνικά στα μούτρα του. «Τι μου το λες;», η ενοχή αρχίζει ν’ αγριεύει. «Να κάνεις κάτι», συνεχίζω αδίστακτα, κουράστηκα με τις ψευτιές, «δεν είσαι συνδικαλιστής, οργανωμένος, στέλεχος;…» «Είμαι σε άλλη οργάνωση», με διακόπτει νευρικά. Του χάλασα το κέφι. Βραδιάτικο. «Άσ’ τα αυτά. Το Σάββατο έχουμε κανονίσει Ρέμο. Θάρθεις;» πάει να ισιώσει την κατάσταση. «Βρε αϊ πνίξου!». Σηκώνομαι και φεύγω απ’ την αηδία. Μα η ζαλάδα του κόσμου όλου γύρω μου. Κι ο ουρανός στην άσφαλτο έχει σαπίσει. Ζέχνει. Το χώμα τρίζει επικίνδυνα. Το βλέπεις. Έρχεται. Φτάνεις στο σπίτι ίσα-ίσα. Ανοίγεις τηλεόραση. Λάβα κακιά απ’ τα έγκατα ξερνάει ο κόσμος. Συντέλεια στα ρουθούνια ανεβαίνει. Μικρά παιδιά παίζουν φωτιά. Άγουρα μάτια βλέπουν νύχτα. Σφάζουν της πόλης την κοιλιά. Πετροβολούν τον θάνατο. Οργή Θεού. Και ο λαός κοιμάται. Λάβα κακιά ξεχείλισε. Τους καίει στα κρεβάτια έντρομους. Ιδρώνουν τύψεις. Κρεμιούνται απ’ τις οθόνες να σωθούν. Ο Μάγιστρος, με τη φωνή ατάραχη από το μηχανάκι στο λαιμό, ασύστολα επικρίνει τ’ ανόσια πλάσματά του. Έχει δεμένα όλα τα σκοινιά. Θα επιζήσει επί παντός. Η ψεύτικη ψιλόλιγνη κουνάει βλεφαρίδες προγραμματισμένες σε κρίση συνείδησεως «αχ τα παιδιά μας…», η νταντά έχει καλά κλειδώσει τα δικά της. Ο τρίτος με λαμπιόνια κρεμασμένα μπρος στα μάτια αστράφτει για τη βία, να έχει τους εμπόρους. Κι ένας αρκούδος κουρδισμένος στην κορυφή, κουνάει χέρια χείλη, με υπευθυνότητα. Γυαλίζουν εν ολίγοις όλες οι γραβάτες λόγια βαρύγδουπα που τρέχουν με τα σάλια, ως να τελειώσει κι αυτό το νταβαντούρι. Κι ο πεινασμένος μετανιώνει που δεν βούτηξε κι αυτός κανένα κινητό μες στην αναμπουμπούλα. «Αξιοπρέπεια, ψελλίζεις, φιλότιμο, σε ύστατη προσπάθεια.» «Τι είν’ αυτά; Με κοροϊδεύεις; Στο ’21 είμαστε ακόμα; Προοδέψαμε. Δεν το κατάλαβες;»
Λυγίζει ακόμα κι ο Θεός. Βάζει τα κλάματα. Βρέχει. Σβήνουν οι φωτιές. Έκλεισαν πέντε μέρες. Έτσι είναι πάντα. Πιο γρήγορη η καταστροφή απ’ τη δημιουργία.
Στον πατημένο ουρανό κοιμάται ένα αγόρι.
Αυλαία.


ΥΓ. Θ’ αργήσει η επόμενη παράσταση.
Μα πρέπει να ‘χει happy end. Βαρέθηκα τα δράματα.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008



ΠΕΝΘΟΣ


Όχι μόνο για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο


Αλλά και για την κοινωνία μας

-που καίει τα μυαλά, και όσα δεν καίει τα σκοτώνει

-που θα ξεχάσει, όταν "ξεχάσουν" τα κανάλια

-που θα συνεχίσει μακάρια παχύδερμη τον δρόμο της.



Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες αυτού του παιδιού,
γιατί παράγουμε,
με την βλακεία, το βόλεμα και την ανοχή μας,
διαφθορά, βία, και παιδιά σε απόγνωση.
Αν αυτά τα παιδιά κάψουν όλη την Αθήνα,
δεν θα απορήσω.
Εμάς θα καίνε και ό,τι τους παραδώσαμε
για κόσμο.
Και θα έχουν δίκιο.



Οι καλύτερες σκέψεις που έχω διαβάσει αυτές τις μέρες, εδώ

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Γιώργης Παυλόπουλος


Στις 26/11 έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος. Άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στον Πύργο Ηλείας, όπου γεννήθηκε (1924), πήγε σχολείο, έζησε χαμηλόφωνα και δημιουργικά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.
Αν και φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Εργάστηκε βιοποριστικά ως λογιστής και γραμματέας σε ιδιωτικούς φορείς και αφοσιώθηκε στην ποίηση.
Εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1943, με τη δημοσίευση του ποιήματός του «Ο νεκρός Γ. Π.» στο τεύχος 4 του περιοδικού Οδυσσέας, που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Αν και έγραφε από πολύ νωρίς, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1971 («Το κατώγι», εκδ. Ερμής). Ακολούθησαν οι συλλογές «Το σακί», Κέδρος 1980, «Τα αντικλείδια», Στιγμή 1988, «Τριαντατρία χαϊκού», Στιγμή 1990, «Της Γύφτισσας», ιδιωτική έκδοση, 1996, «Λίγος άμμος», Νεφέλη 1997, «Πού είναι τα πουλιά;», Κέδρος 2004. Με μόλις 7 ποιητικές συλλογές σε διάστημα 60 χρόνων, θεωρείται ολιγογράφος ποιητής.
Χαρακτηριστικός και σημαντικός εκπρόσωπος της Α΄ Μεταπολεμικής γενιάς, ο Γιώργης Παυλόπουλος συνδέθηκε πνευματικά-δημιουργικά με τον Γιώργο Σεφέρη, ενώ διατήρησε εκλεκτικές συγγένειες με τον Νίκο Καχτίτση και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, και συνεργάστηκε με τον φίλο του ποιητή Τάκη Σινόπουλο, σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων.
Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά Ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες, και μεταφράστηκαν στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Ρωσία, Η.Π.Α. και Καναδά.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με τη ζωγραφική.
Το 2002, από τις εκδόσεις Σοκόλης, εκδόθηκε η αλληλογραφία του με τον φίλο του πεζογράφο Νίκο Καχτίτση (Τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο).
Η επικείμενη κυκλοφορία μιας συνολικής έκδοσης με τίτλο «Να μην τους ξεχάσω» (εκδόσεις «Κέδρος»), μπορεί να χαρακτηριστεί ιδανική έξοδος για έναν πραγματικό μύστη της ποίησης.
Η ποιητική δημιουργία του Γιώργη Παυλόπουλου συμβαδίζει με τις πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις του 20ού αιώνα, και καταγράφει σε στίχους και άλλα γραπτά όλο το συγκινησιακό φορτίο, τη στοχαστική μελαγχολία και τις δραματικές αναρωτήσεις της δύσκολης αυτής εποχής, που βίωσε σε πρώτο πρόσωπο. Γραφή βιωματική, αισθαντική, με διάθεση φιλοσοφική και με διάχυτο το αίσθημα της θλίψης και της απώλειας, όχι μόνον ανθρώπων –φίλων, συντρόφων, γυναικών- αλλά και της ίδιας της ζωής, του έρωτα, της νεότητας, του οράματος. Εικόνες ζωντανές και συχνά τολμηρές στην σύλληψή τους, αλλά ταυτόχρονα με μια καταλυτική λιτότητα και ευθυβολία, αποτυπώνουν τόσο την αδυσώπητη περιρρέουσα ιστορική πραγματικότητα, όσο και τον βιωμένο ερωτικό πόθο, την διάψευση των ελπίδων και των ονείρων, τον φόβο και την ασίγαστη αμφιβολία ενός παλλόμενου ψυχισμού, την μνήμη και την σχέση της με τις διαρκείς εσωτερικές και εξωτερικές ανακατατάξεις, την αγάπη ως σταθερό σημείο αναφοράς, αλλά και την εναγώνια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της μυστηριακής φύσης της ίδιας της ποίησης.

Φίλος ποιητής που τον γνώριζε και τον επισκεπτόταν μου έχει μεταφέρει την εικόνα ενός πράου, ευγενικού και γλυκού ανθρώπου, με βαθύτητα σκέψης και ψυχής, πάντα πρόθυμου να ενθαρρύνει και να βοηθήσει με την γνώμη και τις πολύτιμες συμβουλές του τους νέους δημιουργούς.

Για το «καλό ταξίδι» αναρτώ τρία ποιήματά του που αποτυπώνουν το πάλεμα του ποιητή με την ποιητική λέξη, με το ποίημα, με την ίδια την Ποίηση. Αυτήν που υπηρέτησε σαν παθιασμένος εραστής σε όλη του την ζωή.
Γιατί όπως ο ίδιος σημειώνει στην εκδήλωση του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες», που έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της Κύπρου», στις 8-12-1997:

«Τὸ μόνο ποὺ ξέρω είναι πως ο Ποιητὴς ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. (…) Τη μυστήρια αγάπη του γιὰ τη Ζωὴ δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτὸ που κρύβει η ζωή. ‘Οπως ο έρωτας κρύβει αυτὸ που μας κάνει ερωτευμένους.
Η Ποίηση λοιπὸν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δυό; Πράξη ερωτικὴ και συνάμα πράξη απόγνωσης.»

Και συνεχίζει:

«Και τι είναι τελικὰ το Ποίημα; Ίσως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητὴς για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτὸ θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο απὸ την ίδια τη ζωή.»

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.

(Τα αντικλείδια)


Η ΛΕΞΗ

Τυφλός από χρόνια
πάλευε μ' ενα μαύρο κάρβουνο
να γράψει μια λέξη
πάνω στο απόλυτο σκοτάδι.

Καμιά γραφή και καμιά φωνή
δε θα μπορούσε ν' αποδώσει
το φριχτό νόημά της.

Δε βρισκόταν σε κανένα λεξικό.

Στ' όνειρό του την έβλεπε
αχνά χαραγμένη
μέσα σε σπήλαιο ανερεύνητο
και φοβόταν πως οι άνθρωποι
κάποτε θα την ανακαλύψουν.

Ο ίδιος ουδέποτε τόλμησε να την προφέρει.
Μήτε ήξερε γιατί βασανιζόταν
να γράψει αυτή τη λέξη.

(Πού είναι τα πουλιά; )


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για νʼ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

(Τα αντικλείδια)


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Από μια πρώτη συγκίνηση, (ανάτυπο από τον τόμο Για το Σεφέρη), Αθήνα, 1962.
Το Κατώγι, Ερμής, 1971.
Το Σακί, Κέδρος, 1980.
Τα Αντικλείδια, Στιγμή, 1988, (ανατύπωση, 1994).
Τριαντατρία Χαϊκού, Στιγμή, 1990.
Της Γύφτισσας, (τετράγλωσση έκδοση), Πύργος, ιδιωτική έκδοση, 1996.
Λίγος Άμμος, Αθήνα, Νεφέλη, 1997.
Ποιήματα 1943-1997 (συγκεντρωτική έκδοση), Νεφέλη 2001.
Memories from George Seferis and Seven Poems, (tr. by Darlene Fife), West Virginia - USA, Bookstore Lewisburg, 2001.
Πού είναι τα πουλιά; Κέδρος 2004.
Γράμματα από την Αμερική, Γαβριηλίδης 2008.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ

Στα αγγλικά:The Cellar, [tr.by]: Peter Levi, London, Anvil Press Poetry, 1977.
The Passkeys, [tr.by]: Darlene Fife, West Virginia - USA, Roadrunner Press, 1994.
A little sand, [tr.by]: Darlene Fife, West Virginia - USA, Bookstore Lewisburg, 1999.Στα ισπανικά:Las Lliaves Maestras, [tr.by]: Angel Marinez Fernandez, Espana, Santa Cruz de Tenerife, 1995.


Περισσότερα ποιήματα και κείμενα, βιογραφικά στοιχεία, συνεντεύξεις κ.λ.π. του Ποιητή, μπορείτε να διαβάσετε στις ιστοσελίδες:










Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Τουλάχιστον

------

Κατρακυλάς στον θάνατο ασταμάτητα.

Από ποια μάγια ν’ αρπαχτείς
Που κάτω από τα πόδια σου η σάρα των ανθρώπων
Ένα κλαδί από μύθο μια στιγμή πάνω από το κενό να μετεωριστείς
Πριν διαλυθείς στο ουρλιαχτό σου

(Και μη νομίζεις πως δεν ξέρει όλων των αστεριών τις λάμψεις,
τις περιστροφές και τις εκλείψεις του φωτός τις αναπόφευκτες
που δένουν το στερέωμα σφιχτά
και το νερό στ’ αυλάκι έχει δει να τρέχει γαργαλώντας
της γης την αμασχάλη με τα χόρτα
και να γυρίζει θέλοντας και μη στο βουερό ποτάμι
πριν μοναχό του εξαντληθεί από μανία στροφής
κι όλον τον μόχθο έχει δει να πήζει πίκρα στου πατέρα του το χέρι
και στο σφιγμένο στόμα η αντοχή της μάννας του να ‘χει τραβήξει
μια παύλα οριστική και αμετάκλητη.
Όλα τα ξέρει, μη νομίζεις, της νομοτέλειας τα βάναυσα
Μα ίσα-ίσα είναι γι’ αυτό που πάει ανάστροφα υποσκάπτοντας
Με κρούσεις ρυθμικές βία στη βία).

Όλοι χαροπαλεύουμε εκ γενετής

Τουλάχιστον
ας έχει ο καθένας
την πτώση που αξίζει

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

"Αρτούρο Ούι"


"Αρτούρο Ούι" του Μπέρτολτ Μπρεχτ, για δεύτερη χρονιά
στο Θέατρο Σχεδία από 20/11 ως 20/1.



Ένα έργο για την διαπλοκή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας -σας θυμίζει κάτι;-, με την σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Κανελλόπουλου, που αποτυπώνει με τρόπο προκλητικό το κωμικοτραγικό και ταυτόχρονα στυγνό παιχνίδι ισχυρών, παρατρεχάμενων, ανδρείκελων και όλου αυτού του ανάλγητου γνωστού-άγνωστου συναφιού, στην πλάτη της εκκωφαντικά απούσας κοινωνίας.

Βουτάδων 34 - Γκάζι
Παραστάσεις:
Πέμπτη με Δευτέρα, 9 και 15
Κυριακή στις 4
Κυριακή και Δευτέρα: είσοδος ελεύθερη

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Αννίτα ζεις, εσύ μας οδηγείς!

-επετειακόν-


(ευτυχώς οι συνειρμοί παραμένουν ελεύθεροι...
το ίδιο και η θλίψη των ποιητών...)


ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ

Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, καιγότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μια κόλαση, πλάγιασε πάλι, απέναντι η Φανή,

το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δεκαεφτά που πέθανε, κι όξω απ’ την κάμαρα ο σταθμός, σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.

Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας

την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μούτρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας

την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θάλασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον ήλιο καίγοντας.

Έτσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι, βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζίκια το κεφάλι του πριζότανε.

Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντίλαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χωράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,

έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας τα γεγονότα τ’ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,

χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ’ άλλο, κράζοντας, και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.

Κατέβηκε παντού η σιωπή.

Κατέβηκε με τ’ άροτρο ο Θεός.

Άσπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντα, και το φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ’ άσπρα του δάχτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός

είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα πουλιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την άκρη τ’ ουρανού.

Κι είπε ο Θεός.

Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην πέτρα του γιαλού.
Ήρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο δρόμος όξω απ’ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κ η κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η Φανή,

στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκινοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φανάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το χριστό σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε

χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύνταξη κι ο σκούρος τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέσματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.

Κι εφάνηκε απ’ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρθε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την αλυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της κομένο απ’ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι της.

Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα με τ’ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα-κόκαλα, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.

Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.

Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.

Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βράχια νερό κι πέτρες χάθηκαν,

η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,

τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,

μονάχα ο κούφιος ουρανός.




Τάκης Σινόπουλος, Νεκρόδειπνος

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

ο κ. Κόυνερ απαντά


Σε εποχές κρίσης -σαν τη δική μας-, ο άνθρωπος αναζητεί απαντήσεις σε ερωτήσεις κρίσεως -σαν τις δικές μας.

Ο κ. Κόυνερ (του οποίου το όνομα Keuner υπαινίσσεται τη λέξη keiner=κανένας) απαντά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:



Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινώ εγώ ο ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.


Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ’ όνομα Χμ,χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυο-τρεις φορές: Χμ.χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνωμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ., κουνώντας το κεφάλι του, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ, χμ, γιατί πιστεύουν ότι δε σημαίνει τίποτα.


Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι αποκρίθηκε ο κ. Κ. ο άνθρωπος.


Ο κ. Κ. κοίταξε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.



Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου , του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.



"Ιστορίες του κ. Κόυνερ", Μπέρτολτ Μπρεχτ

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Άντε, κι ο ουρανός καράβι λοιπόν!

Κι επειδή μόλις κάποιοι "μεθυστές" μου θύμισαν ότι γιορτάζω, να κεράσω τραγουδάκι ταιριαστόν....

Υγιαίνομεν! -παραδόξως πως... αλλά το πράττομεν.... :)))))))))

Αρκετά με την Αμερική και την αλλαγή -ή "αλλαγή"- της.
Εδώ έχουμε καυτά προβλήματα! Μας έριξαν στάχτη στα μάτια όλοι οι συνωμότες (πολιτικοί και δημοσιογράφοι), μας έβαλαν ν' ασχολούμαστε με τον Ομπάμα, για να περάσουν από την πίσω πόρτα το αντεθνικό νομοσχέδιο περί απαγόρευσης του καπνίσματος!!!
Δε φτάνει που έχουν βάλει χέρι στο στομάχι μας -που γουργουρίζει τελευταία όλο και πιο απειλητικά- θέλουν τώρα να βάλουν χέρι και στον... καρκίνο μας!!!!!

Ο ανένδοτος αρχίζει ΤΩΡΑ!
Κάτω τα χέρια από τον καρκίνο μου!


Και ιδού η πρώτη σφαίρα (άρτι αφιχθείσα με mail) κατά της εγχώριας καταπάτησης του -πιο- ανθρώπινου δικαιώματος, τουτέστιν του δικαιώματος στην απόλαυση:


Ενας παπάς αποφασίζει, οτι μια επίδειξη θα έδινε άλλη βαρύτητα στο κυριακάτικο κήρυγμα, γι αυτό έβαλε 4 σκουλήκια σε 4 μπουκάλια.
-Το πρώτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε οινόπνευμα
-Το δεύτερο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καπνό
-Το τρίτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε σπέρμα
-και το τέταρτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καθαρό νερό.

Στο τέλος του κηρύγματός του ο παπάς δίνει τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής:
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του αλκοόλ, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του καπνού, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι με το σπέρμα, πέθανε
- αυτό μόνο που τοποθετήθηκε μέσα στο καθαρό νερό έζησε.

Ο παπάς απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα ρώτησε: "Ποιό είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα, από αυτήν την παραβολή;"Και μια γριούλα από το βάθος της εκκλησίας αναφωνεί:

"ΌΣΟ ΠΙΝΟΥΜΕ, ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΗΔΙΟΜΑΣΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ!!!!"

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Θα τα καταφέρει;

Η Αμερική θέλει να ξεπλύνει τη ντροπή της. Θα τα καταφέρει;


(πολύ σωστά! στις δημοκρατίες οι λαοί είναι συνυπεύθυνοι με τους αρχηγούς τους, μη ξεχνιόμαστε)

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Η γερόντισσα με τα λευκά μαλλιά

Βαθούλωσε η σάρκα
Κι ανακατεύτηκε το μέσα με το έξω
Σκόρπιες εικόνες απότομα χαμένες
Σε μια κηλίδα της ματιάς
Σπασμένα βλέφαρα
Που τρέμουν τρεις λευκές χαράδρες
Πόλεμος, πείνα, θάνατος
Γερόντισσα κι ας σπαρταράει
Το αίμα στην ανάσα της
Είναι που πιο βαθύ ριζώνει
Και πληγώνει
Του τέλους η πνοή
Ραπίσματα από μέλλον που δεν ήρθε
Στο κυρτωμένο μάγουλο
Εκείνο που την εγκατέλειψε
Με μια ευχή στο χέρι
Ούτε μαντήλι πρόλαβε να πει
Μη με ξεχάσεις
Ριγμένα άρον-άρον όλα σ’ ένα φορτηγό
Ν’ αλλάζει πόλεις και ανθρώπους να γυρεύει
Εκείνο που της έφευγε σε κάθε προορισμό
Ζάρωσε μέσα της η προσδοκία ρυτίδα
Και μετάνοια
«Ζωή που δεν σε πρόλαβα
Μόνο με νυφικό σε είδα
Να ξεμακραίνεις σ’ αρμυρό νερό λευκή
Με τα λευκά μαλλιά μου σε θυμάμαι
Ν’ ανεμίζεις θρίαμβο και θλίψη
Καθώς σ’ ακολουθούσαν πάντα τα πουλιά
Ακόμη κάτι στη σπασμένη σκέψη μου χρυσίζει
Η βέρα μου που πριν με συναντήσεις στο ιερό
Έλυνε κι έδενε τους κύκλους σου ταξίδι
Έριχνε μάγια στον τυφλό εχθρό
Έγραφε κι έσβηνε τον άσπρο ουρανό
Εδώ κι αυτή
Στης σάρκας τις λακκούβες μου βουλιάζει
Νυστάζω πια
Και η ψυχή μου ανακατεύτηκε
Με τ’ άσπρα μου μαλλιά»

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

ερώτηση

(παίρνοντας σκυτάλη από την εξαιρετική ανάρτηση της Αλέκας)

(Ηλιογράφος)

..................

"Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!" *



Ποιο είναι το δικό σου ΟΧΙ;

Σήμερα.


(τα σχόλια - απαντήσεις σας, δηλαδή απαντήσεις μας, είναι το σημερινό ποστ )


*Μανόλη Αναγνωστάκη, Τα Ποιήματα (εποχές)


(Γιώργος Κούρος)

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Ποιητικά δοκίμια ανθρωπογνωσίας

Στη σύντομη εισαγωγή ποιημάτων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, των οποίων έχει επιμεληθεί την μετάφραση, ο Γιώργος Μπλάνας σημειώνει:

«Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος –απ’ όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης», έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο περίφημο δοκίμιό του ΄Η φιλοσοφία της σύνθεσης΄, με το οποίο επιχείρησε να πείσει τους συγχρόνους του πως η δημιουργία ενός ποιήματος είναι κυρίως η μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου και πως η μορφή δεν είναι παρά η αισθητικής διάστασης σύμβαση που επιτρέπει την απρόσκοπτη μετάδοση στον αναγνώστη του μύθου. (…)
Το έργο του βασανιζόταν από το πάθος της θεωρίας, της στοχαστικής ενατένισης του κόσμου και του ανθρώπου. Οι στίχοι του δεν ήταν καλαίσθητες εξάρσεις λυρισμού –παρά την αμίμητη μουσικότητά τους- αλλά «μιμήσεις πράξεων σπουδαίων» οι οποίες σκόπευαν στην ανάδευση παθών και στην «κάθαρσή» τους με την επιβολή της κυρίαρχης διάνοιας.
Μικρά –ακαριαία θα μπορούσε κανείς να πει- δοκίμια ανθρωπογνωσίας, τα ποιήματα αυτά δεν άφηναν περιθώρια στον αναγνώστη να παραμείνει ο ίδιος μετά την ανάγνωσή τους, διότι ήταν ήδη προϊόντα ενός τέλους, μιας αυστηρής πνευματικής στόχευσης, μιας συγκεκριμένης θέσης για το ζήτημα που είχε «συλλάβει» η καρδιά και είχε «επεξεργαστεί ο νους».


Οι καίριες παρατηρήσεις του Γ. Μπλάνα πάνω στο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που αναδεικνύουν μια ποίηση στόχευσης και στοχασμού και μια ποιητική "σκηνοθεσίας του συναισθήματος και της σκέψης", θα μπορούσαν, πιστεύω, να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια και στην περίπτωση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, είτε πρόκειται για τα πεζά, είτε για τα ακραιφνώς ποιητικά κείμενά του. Η ίδια «γέννηση» από το τέλος, η ίδια «μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία κατασκευής ενός μύθου», η ίδια «αυστηρή πνευματική στόχευση», η ίδια «στοχαστική ενατένιση του κόσμου και του ανθρώπου».

Ακολουθούν δυο τέτοια «ακαριαία δοκίμια ανθρωπογνωσίας» των δύο δημιουργών, που επαληθεύουν νομίζω τις παραπάνω επισημάνσεις, και τα οποία επιπλέον συγγενεύουν τόσο πολύ στον ποιητικό τους πυρήνα που θα μπορούσαν ακόμη και να διαβαστούν μαζί, σαν ένας ποιητικός διάλογος, που θέτει το ίδιο ερώτημα και απαντά με το ίδιο ερώτημα. (Ή αλλιώς περί λαβυρίνθων ο λόγος...)

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου, λοιπόν, ένα φιλί και μια παραδοχή, τώρα –ιδίως- που φεύγω. Δεν είχες λάθος: όνειρο ήτανε η ζωή μου. Έχει, ωστόσο, σημασία αν ήταν μέρα ή νύχτα, ψευδαίσθηση ή όχι, η πτώση των ελπίδων μου; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε. Αυτό!

Στέκομαι. Ακούω κύματα να ωρύονται το μαρτύριο κάποιας ακτής. Κοιτάζω το χέρι μου: κρατάω μια φούχτα άμμο χρυσή… ασήμαντο απόκτημα! Και πώς γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλα, πώς χάνεται. Βουλιάζει κι εγώ θρηνώ. Θρηνώ. Βουλιάζει! Θεέ μου, αν έσφιγγα γερά το χέρι, θα την έσωζα; Θα την κρατούσα μακριά απ’ τ’ ανελέητο κύμα; Όνειρο μέσα σε όνειρο είναι ό,τι ζούμε; Αυτό;

(Έντγκαρ Άλλαν Πόε, περιοδικό «Ποιητική» τ. 1, μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)



Ο λαβύρινθος

Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει
τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν
σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα
που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν
και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους
στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια
χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου.
Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια
που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου
φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας
ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει.
Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος,
που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά
που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη,
να λαχταρά ο αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου.
Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε
η τελευταία μέρα της αναμονής.

(Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Το εγκώμιο της σκιάς», μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης)

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (2)

Επί του πρακτέου λοιπόν τρία σονέτα σήμερα: η περίφημη «Λήθη» του Λορέντσου Μαβίλη, ένα από τα «παραμελημένα» σονέτα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, και το αγαπημένο μου από χρόνια «Πάθος» του Ιωάννη Γρυπάρη.
Παρατηρήστε, ακούστε, αισθανθείτε τον όμορφο ποιητικό τους λόγο. Την ροή και τον διαφορετικό ρυθμό τους, όπως το αίσθημα του καθενός ορίζει. Το πώς παίζουν, διαπλέκονται και εξελίσσονται τα σύμφωνα και τα συμπλέγματα, σαν μουσική υποκρουση του συναισθήματος. Πώς κάθε λέξη παίρνει τη θέση της χωρίς ούτε να περισσεύει, ούτε και να περνάει πάνω από το σύνολο, όπως ένας δεμένος θίασος φωνών. Την πυκνότητα, την καθαρότητα και την ευθυβολία των εικόνων, Το πώς πάλλεται, καθώς εναλλάσσεται από εικόνα σε εικόνα, αλλά και σε διαφορετικά υποστρώματα, το συναίσθημα. Πώς μένουν προσηλωμένα στο στόχο τους απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και πόσο στέρεα οικοδομούν και κλιμακώνουν το θέμα τους, από στίχο σε στίχο και από τετράστιχο σε τετράστιχο, ως την κορύφωση και την πύκνωση του εξάστιχου. Τέλος την λεπτότητα του ύφους, την πρωτοτυπία της ιδέας, την μουσικότητα της σύνθεσης και την ατμόσφαιρα που το καθένα υποβάλει ανάλογα με το θέμα του (ταραχή και θλίψη το πρώτο, τρυφερότητα και γαλήνη το δεύτερο, παραφορά και ορμητικότητα το τρίτο)
Απολαύστε με λίγα λόγια τρία κομψοτεχνήματα λόγου, με τον ίδιο τρόπο που κανείς απολαμβάνει μια Παναγιά γλυκοφιλούσα, «δια χειρός» κατανυκτικού αγιογράφου, κι ας μην πιστεύει σε κανένα Θεό…

(Θα σας πρότεινα να κλείσετε την μουσική στο πλάι, για ν’ ακούσετε την δική τους –άλλωστε σονέτο σημαίνει … τραγουδάκι :)


Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα ο βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται,-

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

(Λορέντσος Μαβίλης)



…Κι έπαψες να μιλείς. Ήμουν σιμά σου
και τόσο σπλαχνικό κι αγνό και πράο
ήταν κυρά το μάγο ανάβλεμμά σου
που τη στιγμή ποτέ δε λησμονάω!

Κι εμέθυσα απ’ τη γλύκα της ματιάς σου
που τήνε βλέπω ομπρός μου όπου κι αν πάω
κι η λίμνη κι η γαλήνη κι η καρδιά σου
όλα σου λέγαν πόσο σ’ αγαπάω

Κι ω μυστικό θαράπιο απ’ το κορμί μου
σαν άυλο γνέφι επέταξε η ψυχή μου
και το άχραντό σου ετύλιξε το σώμα

Και τη φωτίζουν του ματιού σου οι αχτίδες
και στον καθρέφτη του νερού την είδες
να τρεμολάμπει μες στο μπλάβο χρώμα.

(Κωνσταντίνος Θεοτόκης)



Πάθος

Ως πότε η ζωή μας να σαπίζη
σαν τα στεκάμενα νερά η θλιμμένη,
και μες στο βούρκο της λιμνιάς ν’ ανθίζη
λευκά παρθενικά η Νυμφαία* ντυμένη;

Το πάθος το τρανό ζητώ που ορίζει
τη μοίρα της ζωής σα να ήταν ξένη
και την τυφλήν απόφαση χαρίζει
που ρίχνουνται στα κύματα οι πνιγμένοι.

Πόθοι νόθοι κρυφοί και πόθοι στείροι,
που αποτρυγάτε το άρρωστο όνειρό μου,
ήρθε το πάθος το τρανό να σύρη

και μένα σκλάβο του έξω νου και νόμου,
να μάθω και να πω πως είναι ίσως
πιο δυνατή η αγάπη κι απ’ το μίσος.

(Ιωάννης Γρυπάρης)

*λευκό λουλούδι που φυτρώνει στις ακρολιμνιές

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Σονέτο (1)

Το δώρο ενός πολύ καλού φίλου, ένα βιβλίο με τα σονέτα του Κων. Θεοτόκη -την ύπαρξη των οποίων αγνοούσα, όπως και πολλοί άλλοι πιστεύω-, ήταν η αιτία να βυθιστώ πάλι, μετά από πολύ καιρό, στην θάλασσα των στίχων αυτού του εν πολλοίς παρωχημένου ποιητικού είδους.
Είναι αλήθεια ότι η ρίμα και το μέτρο δεν είναι στις προτιμήσεις μου, είτε όταν γράφω είτε όταν διαβάζω ποίηση. Κι αυτό γιατί πιστεύω ότι η ποίηση πρέπει να είναι κοντά στην φυσική ομιλούμενη γλώσσα. Να μπορεί ν’ ακολουθήσει την αναπνοή της εποχής που ζει, τον τόνο και τον παλμό της. Να αντλεί από τα υπόγεια ρεύματα και τις αναθυμιάσεις του καιρού της το αίσθημα, τις άδηλες ή ομολογημένες αγωνίες και επιθυμίες των ανθρώπων με τους οποίους συγχρωτίζεται, ούτως ώστε να αρθρώνει έναν λόγο που μετουσιώνει όλ’ αυτά σε ποιητικότητα –και επομένως τα αναβαθμίζει στην διαχρονία- και εν συνεχεία τα ενσταλάζει γόνιμα στο κοινωνικό σώμα. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια εποχή βίαιη, σπασμωδική, κατακερματισμένη, σαν την δική μας, η μελωδικότητα, και ο άλλοτε λυρικός, άλλοτε έντονα δραματικός, τόνος του σονέτου, δεν μπορεί ούτε να συντονιστεί με το συλλογικό φαντασιακό, ούτε να διεισδύσει στο ταραγμένο «κοινωνικό υποσυνείδητο», και επομένως να βρει ευήκοον ακροατήριο. Γι’ αυτό και διαφωνώ -αν και κατανοώ πολύ καλά, και ως ένα βαθμό συμμερίζομαι, τους λόγους- με την τάση που παρατηρείται από κάποιους, συχνότατα αξιόλογους, ανθρώπους του χώρου, για μια επιστροφή στα σχήματα αυτά. Πιστεύω ότι ο στίχος αφότου έσπασε τα δεσμά του, ποτέ δεν θα ξαναϋποκύψει σ’ αυτά οικειοθελώς.
Τα παραπάνω δεν μας εμποδίζουν φυσικά να απολαύσουμε τις αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές κατασκευές, να εγκαταλειφθούμε στον τρυφερό ή σπαρακτικό κυματισμό τους, να γευτούμε την ομορφιά ενός ατόφιου ποιητικού λόγου.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ίσως πιο σημαντικό και από την αισθητική απόλαυση, που αυτό το συγκεκριμένο είδος, το σονέτο, προσφέρει, ιδιαίτερα σε όσους από εμάς παλεύουμε να κάνουμε ποίηση: Υψηλή ποιητική. Το σονέτο είναι αναμφισβήτητα ένα κομψοτέχνημα ποιητικού λόγου. Τα αυστηρά πλαίσια μέσα στα οποία είναι αναγκασμένο να κινηθεί (ρίμα, αριθμός στίχων, μέτρο) επιβάλλουν πολύ καλοδουλεμένη γραφή και υψηλών προδιαγραφών τεχνική. Απαιτούν λεπτοδουλειά που μοιάζει με κέντημα σε πολύ λεπτή γάζα. Σμίλεμα όχι μόνο στίχο-στίχο, όχι μόνο λέξη-λέξη, αλλά ακόμη και συλλαβή-συλλαβή, φθόγγο-φθόγγο. Επιπλέον η μικρή του έκταση επιβάλλει πυκνό και πολύ σφιχτά δομημένο ανάπτυγμα, που πρέπει να εξελίσσεται ανοδικά, χωρίς πουθενά να χάνεται στον δρόμο, χωρίς ούτε μία περιττή διακλάδωση, ή πλαδαρότητα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διατηρεί λαμπερό τον στίχο και το νόημά του απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Πρέπει ακόμη αυτό το μικρό, σαν μια ανάσα, ποιητικό αρχιτεκτόνημα, να έχει κομψότητα, λεπτότητα, λάμψη, αλλά και υποβλητικότητα. Αυτά προϋποθέτουν πρωτοτυπία, όχι κατ’ ανάγκην στο θέμα, όσο στους ποιητικούς τρόπους και τα ποιητικά «τεχνάσματα», ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι σπινθηροβόλο, να έχει παλμό και να μπορεί να μεταδώσει την συγκίνηση και το αίσθημα που ο δημιουργός του επιθυμεί.
Φυσικά όλα τα σονέτα δεν επιτυγχάνουν αυτό το ύψιστο αποτέλεσμα. Εξαρτάται από τη μαστοριά του ποιητή. Στο βαθμό όμως που πλησιάζουν αυτές τις αρετές, αγγίζουν περισσότερο ή λιγότερο την λάμψη ενός ποιητικού διαμαντιού.
Όλ’ αυτά τα λέω όχι μόνο για να υμνήσω ένα ποιητικό είδος που τείνει να εκλείψει -κάτι όχι επιλήψιμο, αν ο χρόνος το έχει προσπεράσει-, αλλά κυρίως για να προτρέψω όλους εμάς που προσπαθούμε να γράψουμε ποίηση, να σκύψουμε πάνω σ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα, για να μάθουμε. Γιατί θα είναι καλό για την Ποίηση να καταλάβουμε, ότι η ελευθερία του στίχου, που κληρονομήσαμε από πρωτοπόρους και επαναστάτες αυτής της μεγάλης και ανθεκτικής παρά τους πανταχόθεν εχθρούς Τέχνης, δεν είναι ασυδοσία. Θέλω να πω ότι το να γράφουμε «ελεύθερα» (χωρίς ομοιοκαταληξία, μέτρο κ.λ.π.) δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γράφουμε «άτεχνα». Το ανεξέλεγκτο παραλήρημα, οι λεκτικές ακροβασίες, οι κοινοτοπίες, οι επαναλήψεις, η άνευ λόγου συναισθηματική υπερβολή ή ο στόμφος, το ξεχείλωμα του κειμένου προς κάθε κατεύθυνση, η έλλειψη οργάνωσης, δομής και οικονομίας, η επίδειξη «ποιητικότητας», η λεξιλαγνεία και ο βερμπαλισμός, η απουσία βάθους ή/και πρωτοτυπίας, η άνευ λόγου παράθεση «ποιητικών» λέξεων ή αντίστροφα ευτελών καθημερινών, με στόχο μόνο τον εντυπωσιασμό και όχι κάποιο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η απουσία γενικότερα στην εκάστοτε ποιητική κατασκευή οποιουδήποτε στόχου ή ουσίας (σκόπιμα δεν χρησιμοποιώ την λέξη «νόημα», γιατί ο στόχος μπορεί να είναι και μόνο ένα αίσθημα, μια εικόνα ή ο,τιδήποτε άλλο, όπως και να ‘χει όμως πρέπει να υπάρχει), όλ’ αυτά και άλλα πολλά που παρατηρούμε συχνά στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή, δεν είναι εμπλουτισμός του ποιητικού λόγου, αλλά φτώχια του. Και το χειρότερο, έχουν επίπτωση πάνω στο ίδιο το σώμα της Ποίησης. Γιατί την ευτελίζουν, την καθιστούν αναξιόπιστη στα μάτια των πιθανών αποδεκτών της και επιτείνουν, αντί να πολεμούν, το ούτως ή άλλως -για λόγους πέραν των ατομικών μας επιθυμιών και δυνατοτήτων-αντιποιητικό κλίμα και πνεύμα της εποχής που ζούμε.
Φυσικά τα παραπάνω δεν έχουν σκοπό να αποθαρρύνουν, να αποτρέψουν ή να απογοητεύσουν. Κάθε άλλο. Αντίθετα είμαι της άποψης ότι όσο πιο πολύ, και πιο πολλοί, αισθανόμαστε την ανάγκη να εκφρασθούμε ποιητικά, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να ανακάμψει το γονατισμένο όραμά μας για μια ζωή όπου η ποίηση δεν θα είναι τέχνη, αλλά υπαρκτικός τρόπος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωσή μας να τιμούμε αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι πιστεύουμε. Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη του και να προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν. Η ευκολία του βγάζω όπως-όπως στο χαρτί ό,τι με ταλανίζει, ίσα για να απαλλαγώ απ’ αυτό ή, ακόμη χειρότερα, για να καταγραφώ ως ποιητής, δεν είναι σε καμμία περίπτωση Ποίηση. Είναι είτε απλό ξέδομα είτε μεγαλομανία, πράγματα που δεν αφορούν κανέναν άλλον εκτός από τον γράφοντα. Η Ποίηση όμως μας αφορά όλους και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο αντιποιητικοί γίνονται οι καιροί. Είναι από τις λίγες ανάσες που μας έχουν απομείνει. Γι’ αυτό ας την σεβαστούμε. Η μελέτη των μεγάλων επιτευγμάτων της ποιητικής Τέχνης μάς βοηθάει να ανταποκριθούμε στην ευθύνη που αναλαμβάνουμε όταν πιάνουμε το μολύβι. Μη ξεχνάμε ότι η Ποίηση είναι η μόνη Τέχνη της οποίας τα μυστικά δεν διδάσκονται. Οι μόνοι δάσκαλοί μας είναι οι λαμπρές στιγμές του παρελθόντος της. Αυτές και η μόνη ευλογία μας. Και το σονέτο, σαν ένα πολύ υψηλών τεχνικών απαιτήσεων στιχούργημα, είναι ό,τι πρέπει «δάσκαλος» για μας τους… μαθητευόμενους της τέχνης. Αν λοιπόν δεν θέλουμε να μας καταραστεί και αυτή και ο χρόνος, ας κάτσουμε στα θρανία με σταυρωμένα χέρια και ας το ακούσουμε προσεκτικά.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Περιστάσεις (;)

σ' εσάς...

«Μια τυχαία συνάντηση…» θα μπορούσε κοινότοπα να τιτλοφορηθεί. Τι είναι όμως το τυχαίο; Ο Μπόρχες έλεγε σοφά «είμαι οι περιστάσεις μου».
Πού πέφτει ωστόσο το βάρος; Στο «περιστάσεις» ή στο «είμαι»; Οι περιστάσεις μάς δημιουργούν ή τις δημιουργούμε; Ή μήπως και τα δύο; Τύχη και εαυτός διαπλέκονται μ’ έναν τρόπο περίπου μυστηριακό. Είμαστε, θα έλεγα, οι περιστάσεις μας, όχι μόνο γιατί η τύχη θέλησε τις περιστάσεις μας, αλλά και γιατί κι εμείς τις θελήσαμε.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις η τύχη, που έφερε τις φωνές κάποιων από μας μέσα σ’ αυτόν τον αχανή τόπο, σε απόσταση αναπνοής.
Θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε μισοαδιάφορα, μισοευγενικά, μισοχαρούμενα, χωρίς να ανταλλάξουμε ανάσες. Δεν το κάναμε. Γιατί; Δεν ξέρω. Οι εύκολες απαντήσεις πολλές. Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές αξίες, κοινές ανησυχίες. Είναι και αυτά. Όμως στις πραγματικά ευ-τυχείς συναντήσεις σχεδόν ποτέ δεν είναι μόνο αυτά. Είναι πάντα και κάτι άλλο. Αξεδιάλυτο και παράξενο. Αδιευκρίνιστο και λίγο ανομολόγητο, σαν για να μην το… ματιάσουμε. Είναι ίσως μια συνάφεια άγνωστου βάθους, που ρέει σαν κρυφό νεράκι στα υποστρώματα του εδάφους μας, ψάχνοντας άνοιγμα ν’ αναβλύσει. Είναι ίσως μια ριζωμένη αναμονή και επιθυμία, πιο ισχυρή απ’ όλες τις αντιξοότητες παρελθούσες και παρούσες, που επιτάσσει την ενσάρκωση. Την φανέρωση και παρουσία ενός Έτερου που δεν θα θωρακίζεται στην φοβική ετερότητα, αλλά θα επιτρέπει την γονιμότητα της αφιλοκερδούς ανταλλαγής. Όχι την ταύτιση, όπως συνήθως αφελώς ευχόμαστε. Αλλά την συγκατάθεση στην μοναδική ιδιαιτερότητα που ο Άλλος είναι, αντί της ομοιότητας που θα θέλαμε να του επιβάλουμε, επιδιώκοντας επί της ουσίας την επιβεβαίωση της μονήρους στενότητάς μας. Όχι την νοσηρή αυτοκατάργηση μέσα σε μια βιασμένη και ισοπεδωτική φιλότητα, αλλά την ευ-δαίμονα αποδοχή του Άλλου σαν μέρους μιας ρέουσας, ζωηρής, λάμπουσας σύνθεσης. Ωσάν τα τέσσερα στοιχεία του νερού, της φωτιάς, της γης και του αέρα να σταλάζουν την ουσία τους προσεκτικά –ακολουθώντας λες μια σιωπηρά προσυμφωνημένη δέσμευση- για να συντελεστεί εκείνο το μικρό θαύμα της κοινότητας. Εκείνης της σπάνιας συλλογικότητας, χωρίς προεξάρχοντες, δυνατούς και αδύνατους, άξιους και ανάξιους, καλύτερους και χειρότερους. Εκείνης της πολύτιμης συνύπαρξης, όπου όλοι θέλουν να αναδείξουν και να απολαύσουν την φυσική λάμψη του Άλλου. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς προδιαγραφές, χωρίς κυριαρχικές υστεροβουλίες.
Ύστερα από αναζήτηση και αποτυχημένους πειραματισμούς χρόνων, νομίζω πως τα παραπάνω –και όχι τα εύλογα αποτελέσματά τους, που είναι η αλληλοβήθεια, η συμπαράσταση, το μοίρασμα της καλής και της κακής στιγμής- είναι ο ορισμός της Φιλίας.
Και πιστεύω ότι όταν αυτή έρχεται, την αναγνωρίζεις διαμιάς από τον παρήγορο και λυτρωτικό τρόπο που κυλάει από ανάσα σε ανάσα, από βλέμμα σε βλέμμα, από κίνηση σε κίνηση, από κουβέντα σε κουβέντα. Από την ξαφνική –και ως δια μαγείας κοινή- αίσθηση οικειότητας, του «σαν να γνωριζόμαστε χρόνια». Από τον τρόπο που ρέει αβίαστα στα πιο διψασμένα κανάλια του εαυτού σου και της ζωής σου. Αυτά που αναζητούν την αθωότητα του ανιδιοτελούς «εμείς» μέσα από την κατάθεση αυθεντικών και ανοχύρωτων «εγώ».
Πιστεύω ακόμη πως τέτοιες συναντήσεις είναι ικανές να ανατρέψουν σωρεία απογοητεύσεων και σπαταλημένων προσδοκιών και να σε ξανακάνουν παιδί, επιτρέποντας στο όνειρο να αναμειχθεί με την πραγματικότητα, δίνοντας σ’ αυτή την τελευταία τον σπινθήρα που την κάνει Ζωή.

Σας ευχαριστώ γλυκείς μου μ’ όλη μου την ψυχή, που γίναμε μια τόσο ευτυχής περίσταση…

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

?

Πώς να τ’ αντέξεις
πάνω σου να 'ρχονται διαρκώς τα πλήθη
και πάλι πίσω να τραβιούνται
από παλίρροια άγνωστη σπρωγμένα
Κι όποτε κάποιο πρόσωπο πάει να πήξει
μι’ ανάσα απ’ το δικό σου
να γίνει χρόνος
αίφνης να ορμάει πάνω του η ερημιά
-ποιανού; δική του ή δική σου;
να το σκορπάει κουρνιαχτό στους δρόμους

Κι ύστερα λένε όλοι πως υπάρχεις
-μα πού; μα πώς;
τι βλέπουν που δεν βλέπω;
Να εκεί!
Την ώρα που γεμίζεις το ποτήρι με νερό
και ήπιες και ξεδίψασες
-ξεδίψασα στ’ αλήθεια;
Κι ύστερα ήσουν εσύ που γέλασες
δεν άκουσες;
Ναι. Ναι. Όμως δεν άκουσα
εμένα που γελούσα
το γέλιο μου κάποια στιγμή
όπως ξεσπούν πλημμύρες,
χειρουργεία, αποχαιρετισμοί
έπεσε πάνω μου σάμπως λεηλασία
-δεν ήταν γέλιο αυτό-
κι έφυγε πάλι όπως τα πλήθη
που έρχονται και φεύγουν
κι αφήνουν πίσω τους
σπασμένες λέξεις ξεβρασμένες από κύμα
κινήσεις σκαλωμένες στα κλαδιά,
στα μάτια, στις καρέκλες,
μισοσκισμένες στο τέλος του καλοκαιριού

Α, όχι. Γι’ αφέλεια μη με κατηγορείτε
Το ξέρω πως θ’ απολιθώνονταν
αν έμεναν όλα εδώ διαρκώς παρόντα
ή πως θα καίγονταν
στου πάθους μου το ακόρεστο
Το παραδέχομαι ότι κι εγώ
το ίδιο όπως εσείς
τόσες φορές το στοίχημα
που τάξατε στο πρόσωπό μου τόχασα
τόσες φορές κι εγώ
χάθηκα στην ομίχλη μου
από ανάγκη να διαλύσω
της μορφής μου τ’ αδιέξοδο
Ξέρω ακόμη το χειρότερο
ότι το βλέμμα μου πάνω στα σώματα ανελέητα
ανοίγει τρύπες και τ’ αδειάζει

Ναι, δεν παριστάνω την ανήξερη

Μα πάψτε πια να λέτε πως υπάρχουμε
-ακούνε και παιδιά
τι θα τους απολογηθούμε;


Από "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..." (σκηνή 2η)

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Διάλογοι

Πάω ή φεύγω. Μήπως μόνο πάω; Ή μόνο φεύγω; Τι χωρίζει το πάω από το φεύγω; Υπάρχουν τομές στην ρευστότητα; Στιγμές ισορροπίας; Σιγμές επικράτειας; Υπάρχουν στιγμές; Πάω και φεύγω. Διαρκώς. Εντός. Και εκτός. Ποτέ επί τα αυτά. Ατέρμονη διαδρομή. Εδώ και αλλού. Διαρκώς.
Μήπως μόνο πορεύομαι;

(χαρισμένο στην Φαίδρα)




Πάνω στον "χορό των ποιητών" του Μ. Χατζιδάκι

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Κάποιοι αγωνιούν και αγωνίζονται

Νέοι άνθρωποι με πίστη, ταλέντο και γνώση αγωνιούν και αγωνίζονται. Δουλεύουν και καταθέτουν έργο, που χάνεται μέσα στην απέραντη φαφλατάδα των ποταπών καιρών. Χωρίς να έχουν ή να ελπίζουν σε καμμιά βοήθεια. Ένα μικρό -αλλά εξαιρετικό- δείγμα.


Πλάτη στον ουρανό

Γυρίζω την πλάτη μου
και
φεύγω βιαστικά
κλαίω τρανταχτά για να με ακούσετε
κλαίω σιγανά για να μην μ’ ακούσετε
βρίζω
σκέφτομαι να στρίψω πάλι για να πω αντίο
μένω μόνος να ατενίζω
τρέχω για να μην γυρίσω πίσω
τρέχω για να προφτάσω αυτό που τώρα φανερώνεται
παραπατώ από την αγωνία μου
παραπαίω από την εξάντληση
παραδίνομαι σε αυτά που βρίσκονται τώρα μπροστά μου
απομονώνομαι από τον φανταχτερό σου κόσμο
απομακρύνομαι από τον αρρωστημένο κόσμο σου
καρδιοχτυπώ από φόβο γι’ αυτά που αφήνω πίσω μου
ξεχνώ όσα δεν θέλω να θυμάμαι
θυμάμαι αυτά που πρέπει να ξεχάσω
ελπίζω ότι ετούτη η κατεύθυνση θα είναι περισσότερο στα μέτρα μου
αρχίζω μια καινούρια ζωή
έναν ατελείωτο εσωτερικό μονόλογο
κάτι σαν προσευχή
που δεν έτυχε να την γνωρίζω ως τώρα
και
ψάχνω κάτι σαν απάντηση για να σε αποστομώσω
ανασαίνω βαθιά για να κρατήσω τα νεύρα μου
ξεψυχώ, σχεδόν, αφού έχω μετανιώσει που γύρισα
περιμένω
να φύγεις
να έρθεις
να με αγκαλιάσεις
να με σπρώξεις
να με μισήσεις
να με αγαπήσεις ξανά
να με συγχωρήσεις
να γίνει σεισμός
ή ν’ ανοίξουν οι ουρανοί
ώστε όλα να γίνουν πιο εύκολα
κάτω από μια αναπότρεπτη δικαιολογία


Μια φιγούρα με την πλάτη γυρισμένη. Το κορμί σκυφτό σκίζει τον ουρανό που κατέβηκε στη γη. Από πού φεύγει και πού πάει; Εσύ από πού φεύγεις και πού πας; Πότε έφυγες από κάπου τόσο σκυφτός τελευταία; Τι είναι αυτό που βαραίνει τόσο το κεφάλι σου; Φεύγω ή Πάω. Μεταξύ των δύο συμβαίνει σύγκρουση.

[Κείμενο της Τζίνας Αποστολοπούλου, για το ομώνυμο θεατρικό happening της θεατρικής ομάδας του Δήμου Ηλιούπολης, τον χειμώνα του 2007, σε διδασκαλία και σκηνοθεσία της ίδιας]

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

πρώτη απόπειρα

Το παρθενικό μου κλιπάκι, κατόπιν υποδείξεων του Κωστή Ψαρράκη, τον οποίο θερμοευχαριστώ.

(για να το δείτε κλείστε την μουσική στ' αριστερά)





Το ποίημα είναι από τα "Δέντρα θαλάσσης ανεπλέκονταν..."
Το μουσικό κομμάτι είναι από το άλμπουμ "Επιστροφή" του Στ. Λάντσια

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Αήθης καλλιτέχνης


Ευγένιος Ιονέσκο, Αναζητήσεις


(για να διαβάσετε: κλικ πάνω στην εικόνα )

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Ας ακούμε και τους σοφούς... Κάτι ξέρουν...


"Όταν προσδοκούμε από τους άλλους να μάς «καταλάβουν», στην ουσία τούς ζητούμε να μάς συμμεριστούν την αυτοκατανόησή μας. Φιλία είναι η (σιωπηρή) συμφωνία ότι η μία πλευρά συμμερίζεται την αυτοκατανόηση της άλλης."
(ε, αν δεν καταλαβαίνει πόσο καλή, έξυπνη, λαμπερή, ταλαντούχα, μοναδική είμαι, τι φίλος είναι;)


"Μιά συζήτηση περί φιλίας ή αγάπης μπορεί να σημάνει την αρχή ή το τέλος της φιλίας ή της αγάπης."
(σσσσσσστττ… άσε καλύτερα... ας μη πούμε τίποτα….)


"Οι αλαζόνες προκαλούν την αντιπάθεια επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε επιβεβαίωση της δικής μας φιλαυτίας."
(ε, είναι κι αυτό… Σου μιλάω βρε παιδί μου! Δεν μου δίνεις καμμία σημασία!)


"Οι ανόητοι μονίμως παραπονούνται ότι οι ευφυείς είναι επηρμένοι."
(ποτέ! Ποτέ! Εγώ παράπονα; Ποτέ!)


"Στις επιτυχίες αισθανόμαστε πάνω από το ανθρώπινο μέτρο, στις αποτυχίες αναλογιζόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα."
(στάσου να θυμηθώ…)


"Οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό."
(πού πουλάνε τέτοιες, κι έχω γεμίσει καρούμπαλα!)


"Οριστικό επιχείρημα υπέρ του καπνίσματος: η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενος."
(Ναι! Ναι! Ναι!)


"Απ' όλα προτιμώ περισσότερο την μετριοφροσύνη των αμόρφωτων. Όμως από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων."
(Ουφ, πότε θα μάθω όλ’ αυτά που θέλω, να γίνω κι εγώ μια ματαιόδοξη με την ησυχία μου…)


"Ο απέραντος πόθος να ρουφήξεις τον κόσμο — και η απέραντη ανία αφότου το έκανες."
(αυτό πάλι πού το πας;….)


"Οι αξίες είναι σχετικές και ο άνθρωπος θνητός· στην έσχατη συνέπειά του τούτο το στοιχειώδες συμπέρασμα σημαίνει: μηδενισμός."
(καλά τόχα καταλάβει εγώ… άδικα παιδεύομαι …)


Παναγιώτης Κονδύλης, Αφορισμοί και αποφθέγματα

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ο Σχοινοβάτης

στον Θερσίτη
και σ’ όλους τους αιθεροβάμονες αυτού του κόσμου,
για να δικαιώνεται το ανελέητο και κραταιό
τεντωμένο σκοινί που μας βαστά

(Τάκης Δημόπουλος, "ο ακροβάτης")


Η αγάπη αυτή - που είναι σχεδόν απελπισμός, όμως και απαλή πολύ - η αγάπη αυτή που χρωστάς να προσφέρεις προς το σκοινί σου, θα είναι τόσο κραταιά όσο κραταιό δείχνεται και το σκοινί για να σε βαστάξει. Έχω γνωριμία με τα άψυχα γνωρίζω, είναι δόλια και ατιθάσευτα. Όμως γνωρίζω και πόσο ξέρουν να σου λένε το ευχαριστώ τους.

Ορισμένοι δαμαστές μεταχειρίζονται βία.
Μπορείς κι εσύ να δαμάσεις το σκοινί σου. Μα πρόσεχε.
Όπως ο πάνθηρας, ή, καθώς λένε, κι ο λαός, το συρματόσκοινο αγαπά το αίμα. Καλύτερα να το μερέψεις.

Το τσίρκο είναι απαιτητικό. Αξιώνει προσοχή απόλυτη και οξύτατη. Η γιορτή δεν είναι η δική μας. Είναι αγώνισμα σωματικής μαστοριάς, που απαιτεί να είμαστε σε συναγερμό.

Ζωντάνεψε την ομορφιά που κρύβει το σκοινί σου –δική του είναι, δε σου ανήκει! Τα άλματα, τα σάλτα, τα χορευτικά σου βήματα –στη γλώσσα του ακροβάτη τα φλικ φλακ, τις τούμπες, τις ρόδες, το πήδημα θανάτου κλπ. δε θα τα πετύχεις για να διακριθείς εσύ, μα για να τραγουδήσει επιτέλους το συρματόσκοινο, που ήταν νεκρό και άφωνο.
Και θα σ’ ευγνωμονεί, αν οι κινήσεις όλες είναι άψογες να δοξαστεί εκείνο κι όχι εσύ.
Και το κοινό έκθαμβο να χειροκροτεί:
-Τι καταπληκτικό σκοινί! Κοίτα πώς στηρίζει το χορευτή του και πόσο τον αγαπά!
Αλλά και το σκοινί χάρη σ’ εσένα θα ‘ναι ένας θεσπέσιος χορευτής.

Μια αγένεια του Κοινού: στις πιο επικίνδυνες φιγούρες σου θα κλείσει τα μάτια. Κλείνει τα μάτια τις στιγμές που, για να το θαμπώσεις, πας και συνορεύεις με τον θάνατο.

Και μην απελπίζεσαι αν σ' εγκαταλείψει η δεξιοσύνη σου την ώρα της προπόνησης. Αρχίζεις με πλεονάζουσα ικανότητα μετά από λίγο όμως το σκοινί σε απογοητεύει, σε απογοητεύουν τα άλματα, το τσίρκο, ο χορός. Θα γνωρίσεις μια φάση πικρή, λίγο σαν κόλαση, και μόνο μετά, αφού περάσεις από το μελανό δάσος, θ' ανέβεις πάλι απάνω, αφέντης της τέχνης σου.

Το έδαφος θα σε κάνει να τρεκλίζεις.

Δεν θα εκπλαγώ αν πέσεις καθώς περπατάς στο δρόμο, και στραμπουλίξεις το πόδι σου. Το σκοινί θα σε στηρίζει καλύτερα, είναι ασφαλέστερο από το έδαφος.


(από τον «Σχοινοβάτη» του Ζαν Ζενέ)

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Άνδρος

Να ξεριζώνει ο άνεμος ζωές κι ανθρώπους
μα οι καλαμιές αντίλογος
ξεμαλλιασμένες να επιμένουν
του χώματος το δίκιο
και τα σκυλιά πόλεμος και ειρήνη
γαυγίζοντας με την υπεροψία του έρωτα
κόντρα στην ανεμοδαρμένη νύχτα
μα πιο πολύ
κάπου εκεί στον κάμπο
μες στις συκιές, τις αχλαδιές και το μποστάνι
καράβι ριζωμένο
το άσπρο σπίτι
κι ας ξεριζώνει ο άνεμος τη θάλασσα
κι ας ξεριζώνει το νησί
καρφώνει η αγάπη πίστη στα βαθιά
και δένει.


(στην Αναστασία, τον Κώστα, την Ανθή, τον Δημήτρη, την κυρία Ευανθούλα, τον κυρ Μήτσο, τον Τζο, τον Μπράντο, τον Λεωνίδα, τον Αλκιβιάδη και τον μικρούλη Βίκτορα)

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2008

Μνήμες πολύτιμες

Αφιερωμένο στη μνήμη που όταν καίγεται φωτίζει...


(Duane Keiser)


Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου
η γύμνια ολόκληρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας
όλα γυρεύουν να καούν.


Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ' το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή-


φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.


κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.



Γιώργος Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, ΙΔ

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2008

το φεγγάρι λέει αλήθεια. (αρκεί να μπορείς να το κοιτάξεις κατάματα)

(του Γιώργου)

Δεν μπορώ να σιωπήσω δεν ξέρω και τι να υπερασπιστώ.
Η Τέχνη είναι Αλήθεια. Πρώτα και πάνω απ' όλα.
(Τα άλλα, τα μέσα και η φόρμα, έπονται και την υπηρετούν.Είναι μόνο τα βέλη που την δείχνουν.)

Ένα ολόγιομο φεγγάρι καταμεσής στον "Αύγουστο", το τραγούδι του έρωτα, και γρύλλοι μες στην νυχτερινή σιωπή... έτσι απλά και ανεπιτήδευτα λένε την Αλήθεια τους.
Όχι, δεν είναι Τέχνη ούτε το ισχυρίζονται.
Είναι μια απλή "χειροποίητη δημιουργία".
Σαν την χαρτοκοπτική που κάναμε παιδιά.
Μα... ο ουρανός ανοίγει και με καταπίνει.
Σε αντίθεση με μεγαλεπήβολες "υπερπαραγωγές".
"Έργα τέχνης" υπερφίαλα, που αντί να την δείξουν την αλήθεια, την καρφώνουν, και την ρίχνουν πληγωμένη κι αβοήθητη στο πεζοδρόμιο, να την χαζεύουν οι περαστικοί αδιάφορα.
Φευ, αυτά ποτέ δεν θα ανοίξουν τον ουρανό για χάρη μας.
Γιατί αφήνουν πίσω τους αισθήματα νεκρά
και μια στυφάδα απάτης.
Να το ξαναπώ. Η Τέχνη είναι Αλήθεια
(πρώτα και πάνω απ' όλα.)
Αναρωτιέμαι.
Μήπως πρέπει να ξαναβρούμε την "χειροποίητη" Αλήθεια μας;
Μήπως η κακοφορμισμένη "ελευθερία" έσκαψε κάθέ σπιθαμή εδάφους και μας άφησε στη μέση του τούνελ, τριγυρισμένους από αδιέξοδα;
Μήπως πρέπει να ξανασκύψουμε στον πηλό και το νερό για να φτιάξουμε πάλι ουρανό;

"Δεν ξέρω τι να υπερασπιστώ". Ψέματα.
Ξέρω τι. Δεν ξέρω πώς.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Το "άλυτο αίνιγμα"

Η... θανάσιμη ομορφιά της "ματωμένης Μαίρης" μου θύμισε την "Μυθολογία του ωραίου" του Δ. Καπετανάκη. Μια γεύση του παθιασμένου λόγου του, που σίγουρα "φιλοσοφεί γνήσια για την ομορφιά":



"Ποιος φιλοσοφεί γνήσια για την ομορφιά;
Όχι εκείνος βέβαια, που το πρόβλημα της ομορφιάς πνευματικά μόνο τον απασχολεί και δεν τον συγκλονίζει ολόκληρο (…) Για την ομορφιά δεν μπορεί να φιλοσοφήσει παρά όποιος την είδε πραγματικά. Το πραγματικό κάλλος όμως σε πολύ λίγους αποκαλύπτεται. (…)
Η συνάντηση με την ομορφιά είναι πάντα τραγική. (…)
Όποιος είδε ζωντανό το κάλλος, δεν ζει παρά γι’ αυτό: για να το κατακτήσει, αν όχι στο απόλυτο ερωτικό αγκάλιασμα, τουλάχιστον με το λογικό του, λύνοντας το αίνιγμά του, ή με τις πλαστικές δυνάμεις του, κλείνοντας την ουσία του μεσ’ στο καλλιτέχνημα, που ο ίδιος θα δημιουργήσει.
Όποιος φιλοσοφεί γνήσια για το κάλλος, δεν φιλοσοφεί μονο με τη σκέψη. Το πάθος του λόγου του κινείται μαζί με τις διψασμένες αισθήσεις και τ’ ανήσυχα χέρια του, που ζητούν να πλάσουν και να πιάσουν ό,τι πληγώνει και ξεσχίζει τον νου, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο μέσον, που θέλει να το κατακτήσει.


Το πάθος αυτό κι ο πόνος, που πυρπολούν και ματώνουν ολόκληρο τον άνθρωπο, τον κάμνουν εξαιρετικά συγκεκριμένο και πραγματικό. Τον φορτώνουν με όλο το βάρος του εαυτού του, με την ευθύνη ολόκληρης της ύπαρξής του. Τον φυλάγουν από κάθε διασκόρπιση, διασκέδαση, διάλυση. Τον ρίχνουν άστεγο, μονάχο και γυμνό μέσ’ στο σκληρό ύπαιθρο της πραγματικότητας, όπου οι μάστιγες των ερωτικών ανέμων τον διώχνουν αλύπητα ως τις άκριες του κόσμου, εκεί που μαύρο ανοιγεται το φρικτό χάος. Ρίγη του ανεξιχνίαστου τον εγγίζουν κι αισθάνεται πνοές του θανάτου να τον χαϊδεύουν. Για να μην γκρεμισθεί στην άβυσσο του μηδενός, που χάσκει εμπρός του, αναγκάζεται να συγκεντρωθεί και να συσπειρωθεί ολόκληρος. Πρέπει να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις για ν’ αντιμετωπίσει τη θύελλα, που τον μαστίζει, και την εκμηδένιση, που τον απειλεί. Εκεί τον φέρνει το αντίκρυσμα της πραγματικής ομορφιάς. (…)

‘‘Σκόπελο της λογικής’’ είχε ονομάσει κάποτε ο Πλάτεν την ομορφιά. Τόσο η καφτερή λάμψη της γοητείας της, όσο και το παγερό σκοτάδι του μυστηρίου της μπορούν όσο λίγες άλλες δυνάμεις να θρυμματίσουν τη λογική μας. Και σαν λίγες όμως άλλες δυνάμεις μπορούν να θέσουν σε κίνηση το ματωμένο μας λόγο, που πληγωμένος βρίσκει τον εαυτό του κι αποκτά οξύτητα κι ορμή, που κάποτε τού δίνουν ικανότητες υπερβατικές. Τότε ο εκλεκτός ακούει τη φωνή του Θεού. Τότε ‘‘κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν, τούτο εκείνο, ού δη ένεκεν και οι έμπροσθεν πάντες πόνοι ήσαν’’*. Την κάτοψη όμως αυτή, που μας αποζημιώνει τόσο πλούσια για το προηγούμενο μαρτύριο, δεν μπορούμε να την εκβιάσομε. Μπορεί και να πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Ασφαλώς θα πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Η Διοτίμα αμφέβαλε αν κι αυτός ακόμη ο Σωκράτης θα γινόταν απ’ τους εκλεκτούς. Για τους ανθρώπους το κάλλος μένει άλυτο αίνιγμα. Το κάλλος είναι ένα απ’ τα όρια, όπου προσκρούουν οι ανθρώπινες δυνατότητές μας με τον τραγικότερο τρόπο. Πίσω απ’ το κάλλος υψώνεται ο Θεός ή χάσκει το μηδέν –το τίποτα.»

* Πλάτων, Συμπόσιον 210e

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Μπλάντυ Μαίρη


Παρασυρμένη από το δέντρο-τέρας της Αλέκας, άρχισα να διαβάζω την "Εγκυκλοπαίδεια των τεράτων" του Γιώργου Μπλάνα. Η Αιματομαρία (πιο γνωστή ως Μπλάντυ Μαίρη) έδωσε την έμπνευση:



«Σταμάτα πια σου λέω να φτιάχνεις τα μαλλιά σου! Δεν με λυπάσαι;»
Μαύρα μαλλιά στιλπνά νυχτερινά μπρος στον καθρέφτη. Τινάχτηκαν. Γύρισε τρομαγμένη ελάφι.
Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Φεύγει τρέχοντας.

Επάνω σ’ αρμυρό νερό κυλάει η νύχτα των θαυμάτων. Πρόσεχε!

Άδειος καθρέφτης κοιτάζει το δωμάτιο. Μια πολυθρόνα κόκκινο βελούδο με νυχιές στο μπράτσο από την γάτα, ένα κλειστό παράθυρο και μια γωνία από ντουλάπα βαμμένη πράσινο κυπαρισσιού.
«Τι ακαταστασία!...» Σκύβει για να μαζέψει περιοδικά κι εφημερίδες απ’ το πάτωμα, μα τα μαλλιά της την τυφλώνουν, πέφτουν μπροστά, μπερδεύονται στα κουμπιά του φουστανιού της. Σηκώνεται, τα δένει νευρικά με λαστιχάκι.

Ξέχασε η ομορφιά να βάλει χαλινάρι κι άφρισε. Τόσες φορές σου είπα, μη τρέχεις έτσι
μεθυσμένος.

Γυρίζει ξαφνικά. Μπροστά της. Μουσκεμένος.
«Μα κάνει ζέστη σήμερα… Πού βράχηκες;... Άνοιξε τον ανεμιστήρα σε παρακαλώ… να φύγει αυτό που έρχεται…»
Δεν την κοιτάζει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Μπρούμυτα. Το χέρι κρεμασμένο. Να το πιάσει; Που ακουμπάει στο πάτωμα γυμνό, σπασμένο. Η γη της πανικός. Να περιστρέφεται γύρω απ’ τον αφαλό της.
«Πού χτύπησες;»
«Δεν χτύπησα. Παράτα με!»
«Μα έχεις αίμα…»

Η νύχτα μούσκεμα με βάθος δυο πηγάδια, δεν του μιλάει για τα νερόφιδα. Σωπαίνει.
Περιμένει.

«Δεν βλέπεις; Δεν αντέχω…»
«Τι δεν αντέχεις;»
«Να σε βλέπω!... Τόσο όμορφη…»
«Μα…»
«Σκάσε επιτέλους! Πεθαίνω εξ αιτίας σου. Νύχτα τη νύχτα.»
«Τα μαλλιά μου είναι;… Πες μου. Τα μαλλιά μου ή ο καθρέφτης;…»
Γυρίζει αργά το πρόσωπό του κρύβοντας τα μάτια με το χέρι.
«Με τυφλώνεις…»
«Δεν είμαι εγώ… ο καθρέφτης… Κοίτα!»
«Ξέρω… ξέρω… τα ίδια κάθε βράδυ…»

Το αίμα αρχίζει να συρίζει…

«…Το ίδιο ψέμα κυνηγάω να το πιάσω. Κάθε βράδυ. Να το σκοτώσω. Μα μου φεύγει… Εκεί. Στην άκρη της πλατείας. Κρύβεται κάτω από το παγκάκι τη στιγμή που σβήνω το τσιγάρο αποφασισμένος. Κι έπειτα χάνεται μες στους θάμνους. Το ακούω που σέρνεται κοροϊδεύοντας, με τ’ άσπρα δόντια του να κροταλίζουν.»

…άρχισε κιόλας να γελάει καλπάζοντας μες στον καθρέφτη

«Δεν είναι τίποτα γλυκέ μου, θα περάσει…»
«Πώς;… Κουράστηκα…»
«Μαζί θα πάμε να το κυνηγήσουμε.»
«Μαζί;! Δεν γίνεται! Εσύ γεννάς τις νύχτες!. Κάθε νύχτα. Σε βλέπω εδώ μπροστά μου στο κρεβάτι να γεννάς. Κι έπειτα φεύγεις. Πας λες να πιεις νερό. Ποιος ξέρει τι κάνεις στην κουζίνα… φοβάμαι πλέκεις τα μαλλιά σου… Εσύ με πλέκεις στα μαλλιά σου! Μη σου φύγω!»
«Μα τι λές;… Εγώ;…»
«Εσύ! Εσύ!»

Επάνω στην ντουλάπα ένας χορός μικρά τυφλά ποντίκια χοροπηδούν μ’ εξαλλοσύνη
ακατανόητη. Μαύρα συρσίματα παντού.

«Εγώ τα κόβω τα μαλλιά μου! Τώρα! Σύρριζα! Ορίστε, να! Το βλέπεις; Να μη γλιστράς τις νύχτες… κοίτα!»
Σιωπή. Κι άλλη σιωπή.
Σιωπή.
Δειλά τραβά το χέρι από τα μάτια.
«Πού είσαι; Κρύφτηκες; Γιατί δεν μου μιλάς; Πού χάθηκες;»
Σηκώνεται. Πηγαίνει στον καθρέφτη. Κοιτάζει μέσα. Εκείνη. Ματωμένη. Τα μαύρα της μαλλιά δεμένα στους καρπούς της. Πρόσωπο ρημαγμένο. Ψαλιδιές. Η ομορφιά κομμάτια.
«Τι έκανες;… Μαρία… Μαρία… Μαρία…»
Πάει να φύγει φρικιασμένος. Ορμάει εκείνη.
«Άσε με! Δεν αντέχω! Φεύγω!»
Πέφτει με λύσσα πάνω του. Σπαράζει.

Μαύρα συρσίματα παντού. Νερά αρμυρά αφρισμένα. Τυφλά ποντίκια να χορεύουν.
Αίμα της ομορφιάς λυτό. Μια τρέλα.

Εκείνη βγαίνει από την κουζίνα με το κεφάλι ξυρισμένο. Τον βλέπει μπρος στον καθρέφτη σωριασμένο. Μέσα στα αίματα. Δίπλα του το ψαλίδι. Τρέχει τον αγκαλιάζει.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Όλοι οι... ΚΑΛΟΙ χωράνε.


Σήμερα επιτρέψτε μου να φλυαρήσω λίγο, μια που μού λείψατε και θέλω λίγη κουβεντούλα. Είναι αλήθεια ότι έχω βρει κάτι ωραία κείμενα που σκοπεύω να ανεβάσω, αλλά καλύτερα να περιμένω λίγο να μαζευτούμε από τις… καλοκαιρινές γύρες, για να τα χαρούν κι άλλοι. Επ’ ευκαιρία λοιπόν λέω να κουβεντιάσουμε λίγο για τα… καθ’ ημάς, τα των μπλόγκερς εννοώ. Αφορμή το «θέμα» που ανέκυψε στο μπλογκ του Περίπλου.
Κατ’ αρχάς να τονίσω ότι τον Περίπλου δεν τον ξέρω, και πρώτη φορά μπήκα στο μπλογκ του τώρα, για να καταλάβω την ανάρτηση του Κωστή. Επίσης δεν έχω απολύτως καμμία επαφή ή σχέση με τους «εμπλεκομένους» (μπλογκς ή πρόσωπα) στην εκεί «συζήτηση», και επομένως καμμία απολύτως ιδέα, γνώση ή προδιάθεση γι’ αυτούς, άρα ούτε κατά διάνοια δεν έχω σκοπό να πάρω θέση επί της ουσίας της διένεξης που ξετυλίχτηκε εκεί. Τα λέω αυτά γιατί τίποτα από όσα θα ακολουθήσουν δεν αφορά προσωπικά κανέναν, αλλά αποκλειστικά και μόνο το μπλόγκινγκ καθ’ αυτό.
Το ξεκαθαρίζω από την αρχή για να μην θεωρήσει κανείς ότι θέλω να τοποθετηθώ υπέρ ή κατά οποιουδήποτε.

Στην αρχή λοιπόν ομολογώ δεν κατάλαβα τι συνέβαινε, γιατί δεν καλοπρόσεξα –άλλωστε όταν πρωτοεπισκέπτομαι ένα μπλογκ, κυρίως κοιτάζω τις αναρτήσεις του, όχι τα σχόλια, και από τις αναρτήσεις δεν έβγαινε νόημα… Χθες κάθησα και διάβασα τα σχόλια της ανάρτησης με τίτλο «παγκάκι» και… κατάλαβα. Αλλά και που κατάλαβα, τι κέρδισα; Τίποτα. Αντίθετα… λυπήθηκα! Συνειδητοποίησα ότι έχασα χρόνο –και τον χρόνο επιτρέψτε μου να τον θεωρώ πολύτιμο, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουμε σ’ αυτόν τον κόσμο που εγώ τουλάχιστον δεν προλαβαίνω να τα κάνω μέχρι να πεθάνω, ακόμα κι αν… μακροημερεύσω… Επιπλέον αντί να απολαύσω μια καλή ανάρτηση και ενδεχομένως έναν ενδιαφέροντα και ουσιαστικό διάλογο επ’ αυτής, έγινα μάρτυς αλληλοκατηγοριών, απειλών και λοιπών δυσάρεστων πραγμάτων, των οποίων την ουσία και το περιεχόμενο ούτε κατανοούσα, ούτε με ενδιέφερε να κατανοήσω. Λυπήθηκα λοιπόν και αναρωτήθηκα αν αξίζει τον κόπο να αφιερώνουμε χρόνο και φαιά ουσία σε ένα «χόμπυ» που πολύ εύκολα μπορεί να εκφυλιστεί σε χώρο άκαρπων αντιπαραθέσεων, ευτελών συμπεριφορών, κακοηθειών κ.λ.π. Γύρισα λοιπόν στο… «σπίτι μου», το μπλογκ μου εννοώ, αποκαμωμένη και θλιμμένη και… έβαλα μουσική για να ηρεμήσω και να σκεφτώ ψύχραιμα. Νάναι καλά ένας νεοφερμένος επισκέπτης που βρήκα άμα τη επιστροφή, ο οποίος πολύ απλά και ανεπιτήδευτα μου είπε πως χάρηκε με μια μουσική μου επιλογή και ένιωσα ότι κάτι μοιράστηκα, αμέσως μετά και ο πολύ-πολύ καλός και παλιός –ο παλιότερος- μπλογκοφίλος, που επέστρεψε από τις διακοπές, με δώρα και καλωσορίσματα και ήρθα πάλι στα ίσια μου. Δόξα τω Θεώ. Γιατί ομολογώ ότι το μπλόγκινγκ το έχω αγαπήσει. Είναι ένας χώρος ζωντανός, με πολλές και διαφορετικές φωνές και πιστεύω ότι εκτός από γοητευτική, μπορεί να είναι μια ασχολία εποικοδομητική από πολλές απόψεις. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος που δεν μπορεί εύκολα να ποδηγετηθεί. Δίνει λοιπόν την δυνατότητα να διοχετευθούν και να κυκλοφορήσουν ανεμπόδιστα, να ανταλλαγούν, και ενδεχομένως να καρποφορήσουν, ανησυχίες, προβληματισμοί, ιδέες, γνώσεις, δημιουργικά εγχειρήματα. Εγώ δεν σας κρύβω ότι έχω μάθει πράγματα από εδώ, ενώ συνάμα έχω γνωρίσει αληθινά αξιόλογους ανθρώπους. Είναι κρίμα να το κακοποιούμε και να το αφήσουμε να εκφυλιστεί και αυτό όπως τόσα γύρω μας, που ξεκίνησαν με τις καλύτερες προθέσεις, και κατέληξαν να εκτρέφουν μικρότητες, εγωκεντρισμούς και σκοπιμότητες.

Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν; Μα το προφανές. Να το προστατέψουμε. Εμείς οι ίδιοι. Γιατί άλλος δεν υπάρχει. Κι ούτε βέβαια θέλουμε κανενός είδους «έξωθεν» κανόνες.
Αν σκεφθεί με νηφαλιότητα κανείς την αναστάτωση που προέκυψε στο μπλογκ του Περίπλου, πιστεύω ότι το κύριο ζήτημα που αναδεικνύεται –πέρα από τα θέματα ουσίας με τα οποία δεν θέλω να ασχοληθώ σ’ αυτή την ανάρτηση-, είναι το ζήτημα των κανόνων συμπεριφοράς σ’ αυτό το νέο φαινόμενο που ονομάζεται μπλόγκινγκ. Γιατί, φίλοι μου, και το μπλόγκινγκ κοινωνική συμπεριφορά είναι –για να μην πω παιχνίδι, με την καλότατη όμως έννοια, μια που εν τέλει ένα παιχνίδι είναι όλα, και όσο καλύτερα παίζουμε, τόσο καλύτερα περνάμε! Αν θέλουμε λοιπόν να είναι ενδιαφέρον, αξιόλογο, να περνάμε όλοι καλά, και να μην αισθανόμαστε ότι χάνουμε την αξιοπρέπειά μας συμμετέχοντας σ’ αυτό, πρέπει να έχει τους κανόνες του. Συμπεριφορές σαν αυτές που αναπτύχθηκαν στην συγκεκριμένη ανάρτηση του Περίπλου, είναι άσχημες και δυσάρεστες. Και δεν τιμούν ούτε αυτούς που συμμετείχαν, ούτε εμάς που τις παρακολουθήσαμε. Δεν με απασχολεί διόλου, τουλάχιστον προς το παρόν, ποιος είχε δίκιο και γιατί. Δεδομένης της πλήρους άγνοιάς μου περί τα συγκεκριμένα μπλογκς, το να το ανακαλύψω αυτό θα απαιτούσε πολλαπλάσιο χρόνο, τον οποίο δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να σπαταλήσω. Επειδή όμως είμαι κι εγώ σ’ αυτό το… ιδιότυπο, και αρκετά ατίθασο παιχνίδι για μεγάλους, και με αφορούν οι κανόνες του, με απασχολεί ο τρόπος που ειπώθηκαν όσα ειπώθηκαν, ο τρόπος που καθένας από τους «συνομιλητές» χειρίστηκε τον λόγο του –μη ξεχνάμε ότι το μπλόγκινγκ είναι κατά κύριο λόγο, λόγος, άρα η χρήση του έχει διαφορετική βαρύτητα από ότι στους άλλους τρόπους επικοινωνίας- και ο τρόπος που καθένας από τους συνομιλητές χειρίστηκε το «δίκιο» του, σε όποια πλευρά κι αν υπήρχε.
Ο τρόπος εν ολίγοις που εξελίχθηκε το όλο θέμα και έφτασε εκεί που έφτασε.



Τα λίγα λοιπόν που εγώ συνοψίζω σαν κανόνες χρήσιμους για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων, και τους οποίους μέχρι τώρα τηρώ και σκοπεύω και στο μέλλον να τηρήσω, εν είδει… «κώδικα δεοντολογίας» τόσο στο δικό μου μπλογκ, όσο και κατά την παρουσία μου στα μπλογκς των άλλων, είναι τα παρακάτω:
1. Το μπλογκ είναι ένας δημόσιος χώρος μεν, του οποίου όμως κάποιος έχει την ευθύνη.
2.
Άρα δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ξέφραγο αμπέλι. Δεν δικαιούται λοιπόν κανείς να μπαίνει και να λύνει τις όποιες διαφορές του με τρίτους. Άμεσα ή έμμεσα. Αν υπάρχουν «διαφορές», αυτές ας λυθούν ευπρόσωπα στα μπλογκς των εμπλεκομένων.
3. Η ανάρτηση είναι μια ευθαρσώς κατατεθειμένη άποψη ή δημιουργία. Ο σχολιασμός δεν μπορεί παρά να αφορά σ’ αυτή την άποψη ή δημιουργία.
Η ελευθερία του λόγου επιτρέπει –χωρίς να το επιβάλλει, αφού μόνο αν θέλουμε σχολιάζουμε, μπορούμε κάλλιστα και να γυρίσουμε την πλάτη σε κάτι ανούσιο, πληκτικό, βλακώδες κ.λ.π.- να πει ο καθένας την γνώμη του, θετική ή αρνητική, πάνω όμως στην ανάρτηση του μπλόγκερ ή σε σχέση με αυτή. Αν μάλιστα κρίνει ότι το θέμα είναι σοβαρό, μπορεί να αφιερώσει και ολόκληρη ανάρτηση-απάντηση στο δικό του μπλογκ και να αναπτυχθεί έτσι πιο ουσιαστικός διάλογος. Όλα αυτά είναι θεμιτά, και κατ’ εμέ μακάρι να γίνονταν και συχνότερα. Το να εμπλέκει όμως στα σχόλια, με τρόπο άσχετο με την συγκεκριμένη ανάρτηση, άλλα θέματα, είτε είναι βάσιμα αυτά που λέει είτε όχι, μόνο σε… κακοφορμίσεις μπορεί να οδηγήσει. Αν θέλει να πει κάτι, μπορεί να το πει στο δικό του μπλογκ με σχετική ανάρτηση, παίρνοντας και την ευθύνη του.
4. Εννοείται ότι ο διάλογος –χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά- στον οποίο αναφέρομαι αμέσως παραπάνω, πρέπει να γίνεται χωρίς επιτήδευση και διάθεση κολακείας. Σ’ αυτό το σημείο επικεντρώθηκε ο Κωστής, όχι άδικα, αλλά ως προς αυτό, νομίζω ότι η μόνη άμυνα που διαθέτουμε είναι η αξιοπρέπεια και η οξύνοιά μας. Αν δεν θέλουμε «πελατειακές» σχέσεις, δεν έχουμε παρά να αποφεύγουμε αυτούς που τις επιδιώκουν. Στον βαθμό βέβαια που αυτό γίνεται φανερό, γιατί δεν μπορούμε να είμαστε και διαρκώς καχύποπτοι με τους πάντες, ούτε είναι πάντα εύκολο να διακρίνεις πότε πρόκειται για εκφράσεις αβρότητας ή ειλικρινούς επιδοκιμασίας και πότε για κολακεία. Ας έχουμε λοιπόν όσο μπορούμε τα μάτια ανοιχτά και… το καλάμι παρκαρισμένο...
5. Η παραπάνω «ελευθερία του λόγου» δεν αναιρεί ωστόσο την υποχρέωση ευπρέπειας και κοσμιότητας στον χειρισμό του λόγου και των απόψεών μας. Η ευγένεια ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ, ακόμη και αν διαφωνούμε απόλυτα με την οποιαδήποτε άποψη ή στάση. Διά-λογος σημαίνει ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι προσβλητικών χαρακτηρισμών και εκφράσεων. Ας βάλουμε λοιπόν τα μαχαίρια στα θηκάρια τους κι ας ανακαλύψουμε πιο έξυπνους και αποτελεσματικούς τρόπους για να αποκαλύψουμε όσους ενδεχομένως καπηλεύονται τον χώρο, ή προωθούν ίσως ακόμη και επικίνδυνες ιδέες -αν φυσικά υπάρχουν τέτοιοι.
6. Τέλος, το δεν κάνω λογοκρισία στις απόψεις που διατυπώνονται, δεν σημαίνει ότι επιτρέπω συμπεριφορές που προσβάλλουν τον χώρο μου. Γιατί, επανέρχομαι στην αρχική επισήμανση, το μπλογκ μπορεί να είναι δημόσιο βήμα, αλλά κάποιος έχει την ευθύνη του. Οι απρεπείς λοιπόν συμπεριφορές (ανεξάρτητα από το σωστό ή λάθος της γνώμης που υποστηρίζεται) προσβάλλουν αυτόν που το διατηρεί κατ’ αρχήν, και μετά τους επισκέπτες του. Και οι μεν επισκέπτες μπορούν πολύ απλά και αξιοπρεπώς ή όχι να αποχωρήσουν, ο μπλόγκερ όμως όχι. Άρα δικαιούται να μην επιτρέψει παρεκτροπές και αγένειες στον χώρο του οποίου έχει την ευθύνη.
7. Ο μόνος τρόπος να τηρηθούν αυτοί οι απλοί κανόνες είναι η αυτοδέσμευσή μας. Αλλιώς αργά ή γρήγορα είτε θα υπάρξουν έξωθεν παρεμβάσεις, τις οποίες κανείς μας δεν θέλει, είτε θα αυτοϋπονομευθούμε εκ των έσω και θα εκφυλίσουμε κάτι που ίσως και να μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ δημιουργικό, και με την πολύ ουσιαστική έννοια επαναστατικό.

Τώρα για το θέμα της… «μπουρδολογίας» που ο ίδιος ο Περίπλους έθεσε, τι να πω; Ο καθένας δικαιούται να γράφει ό,τι θέλει και να το αξιολογεί ο ίδιος ή οι επισκέπτες του κατά την κρίση του/τους. Το μόνο που ίσως πρέπει να ειπωθεί σχετικά είναι πως το να μην παίρνουμε περί πολλού τους εαυτούς μας είναι ταπεινοφροσύνη, αλλά και το να συνειδητοποιούμε ότι έχει άλλη βαρύτητα και ευθύνη ο δημόσιος λόγος από τον ιδιωτικό είναι σεβασμός στον εαυτό μας και στους άλλους. Και τα δύο χρήσιμα και σοφά πράγματα…

Συγγνώμη αν σας κούρασα, αλλά νομίζω ότι το θέμα είναι σοβαρό και μας αφορά όλους. Νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να συμφωνήσουμε σε κάποιους κανόνες, πριν αναγκαστούμε ένας-ένας να αρχίσουμε να αποχωρούμε, εγκαταλείποντας και αυτόν τον χώρο στους πάσης φύσεως κακοήθεις, τους οποίους αν θέλουμε μπορούμε εμείς οι ίδιοι να απομονώσουμε αποτελεσματικά.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή και την αγάπη σας και σας εύχομαι ήρεμη και δημιουργική ημέρα.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Μονεμβασία, η λατρεμένη



Χμμμμ, άλλη μια περιπλάνηση κι ας λαχανιάσω...


Ωραία! Εδώ έχει σκιά και ίσιωμα! Τι μυστικό να κρύβει η στροφή;...


Να μπώ; Θα με δεχτεί ή θα με διώξει άρον-άρον; Καλά είναι κι εδώ στις πικροδάφνες...



Δεν με πτοούν τ' απόκρημνα. Σκληρό το φως και άτεγκτο. Σκαλί-σκαλί θ' ανέβω. Έλα.



Ή θα φυτρώσω εδώ στην άκρη, στα κρυφά...



Αχ, μπαλκονάκι βλέπει θάλασσα και πειρατές... Κρυφοκοιτάζουν από μέσα, μα δεν θα με μαλώσουν...



Τι μουτρωμένη πόρτα! Κι όλα της τα στολίδια, στράφι. Μα δείχνει ουρανό και με μπερδεύει.


Είναι πανέμορφος, κι ας λές! Έλα εδώ γλυκό μου, να σου δώσω...


Κ άλλα κρυφά περάσματα. Θα πάω. Αν αργήσω, έλα να με βρεις.



Πωπωωωωω! Κοίταξε κάτω! Να πέσω ή να δεθώ; Θα με κρατήσεις;


Φέρε αμέσως το τουφέκι σου! πάω να κάψω λάδι! Αλλά μη μου χαλάσεις το λουλούδι, πρόσεχε!

Εδώ είναι ωραία! Κάτσε που έχει αγνάντιο. Θα έρθουν γλάροι αν σφυρίξω; Έλα, πες μου.



Αχ, έτσι μπλε είναι η φωνή σου. Μη μου μιλάς, σ' ακούω.



Πάω να τους χτυπήσω. Λες να με διώξουν; Ή θα κεράσουνε κρασί;


Θέλεις να μείνουμε εκεί στο βάθος; Να περιμένω κάθε μέρα να περάσεις...


Κοίταξε παίζουν και χορεύουν στα νερά! Μη τα τρομάξεις!



Επιτέλους! καφεδάκι! Τι περιπέτεια κι αυτή! Σου αρέσει η μεταξένια τσάντα που αγόρασα;