"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλιεύοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλιεύοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Συστάσεις


Κι όμως. Μέσα απ’ αυτό το ξεχαρβάλωμα, τη γενικευμένη αλητεία και το σωρό των σκουπιδιών, στα οποία συνοψίζεται η Ελλάδα του σήμερα, ξεπετάγονται άνθη. Αναζητώντας επίμονα στα ράφια των βιβλιοπωλείων ελπιδοφόρες φωνές –φταίει γι’ αυτό η πίστη μου ότι η ζωή βρίσκει πάντα τον τρόπο να γεννιέται από τις στάχτες της- ανακαλύπτω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να εμφανίζονται νέοι ποιητές με λόγο δυνατό, φρέσκο και ανατρεπτικό. Ίσως αυτή η νέα γενιά που ανδρώθηκε μέσα στη διάλυση, συνειδητοποιεί ότι το μόνο που της απέμεινε είναι να πάρει τα πράγματα στα δικά της χέρια. Ίσως να συμβαίνει αυτό που συνήθως λέμε, ότι φτάσαμε στον πάτο και τώρα δεν έχουμε παρά ν’ αρχίσουμε πάλι ν’ ανεβαίνουμε. Ίσως. Δεν θέλω να βιαστώ, γιατί η ιστορία προχωράει πολύ πιο αργά από τις δικές μας επιθυμίες. Ας πω μόνο ότι αφού αυτή η κοινωνία γεννάει ακόμη ποιητές, μπορούμε να ελπίζουμε.
Ένας από αυτούς, που ανακάλυψα πρόσφατα, είναι ο Γιάννης Στίγκας. Γεννημένος το 1977, με τρεις ήδη ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, με εντυπωσίασε με τον ολοζώντανο, αιχμηρό αλλά και με λυρικό βάθος, γεμάτο αιφνίδιες ανατροπές, πυκνώσεις και τομές, λόγο του. Αντιγράφω μερικά ποιήματά του από τη δεύτερη συλλογή του, με τίτλο «η όραση θ’ αρχίσει ξανά», για να σας τον συστήσω. Απολαύστε τον.


Ο ιχνηλάτης χάνεται πάντα πρώτος Ι

Μπορώ να σας μιλάω απλά
μπορώ και με βελόνες

Γνωρίζω που γεννούν τ’ αυγά τους οι υλακές

όλα στο στήθος σύρριζα

αν αγαπήσεις του γκρεμούς
σε βγάζουν συντομότερα
και μην ακούς τις κατακόκκινες μηλιές
και μην ακούς τις παλαβές πυξίδες
πως θα χαθείς
και πως η Παναγιά
φραγγέλλει τους επαίτες

Αφού σου το ‘πε και στον ύπνο σου:

«Αυτούς που ορθώσαν όνειρο
παντός καιρού κι ανόθευτο

Αυτούς που ανοίξανε τα σκέλια τους
στο φως

κυρίως

αυτούς που φεγγαρώθηκαν

εγώ θα τους βυζάξω»

~~~~~~~~~~~~~~~



Τόσο πικρό χρυσάφι ΙΙΙ

Μια μέρα
ο χρόνος θα τουμπάρει
και θα παίξουμε

εδώ η ζωή
εκεί η ζωή

αλλιώς
το παιχνίδι της ικεσίας

η πιο λευκή
κερδίζει

~~~~~~~~~~~~~~~~



Έτσι όπως διαβάστηκε στην παλάμη μου
και σκόνταψα στ’ αλήθεια


Τόσες περιστροφές
κι όμως ο ιστός του κόσμου
μιας σπίθας υπόθεση
ν’ ανοίξουν οι ασκοί
να γίνουν όλα Β΄ Γραμμική
και τυραννία της στάχτης

Η όραση θ’ αρχίσει ξανά

το φως συνδράμει
όσο και το σκοτάδι

μιας σπίθας υπόθεση η ζωή

αλλού η ζωή
κι αλλού η σπίθα

Ν’ αφήσεις την επίλυση στον άνεμο
ή
φρόντισε με τα θαύματα
να γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
να είναι ο έρωτας
το Δέκα του Χαμού
και να σε θέλει

Εγώ το χρόνο μου

χρακ και χρακ

μ’ ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
θα τα πουν στις εφημερίδες

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου

κοίτα

~~~~~~~~~~~~~


Έτσι μπορώ και κοιμάμαι

Λοιπόν
ό,τι και να μαδήσετε
θα γίνει πάλι προσευχή
για να πατήσω εγώ
τέρμα τα γκάζια της
κι όλα ν’ αφρίζουν πίσω μου

τον άγγελο δεν τόνε κάνουν τα φτερά του

έτσι μαρσάρει η ποίηση
στο γύρο του θανάτου

Καμιά φορά

χειροκροτάτε κιόλας

*
Φυσικά, αυτό δεν αλλάζει τίποτα

Ο πανικός θα συνεχίσει να υψώνεται

τώρα είναι ένα τετραώροφο
(κοτζάμ θηρίο)
όλο ατσάλι και χολή
(καθ’ όλα νόμιμο)
κάτω απ’ το βλέφαρο
όσο το σκέφτομαι τόσο θα περισσεύει θειάφι

γιατί ανάμεσα σε ουαί και ήμαρτον
υπάρχει πάντα χώρος για την έκρηξη

διαβάστε πάλι τον Ηράκλειτο
αλλά ζωσμένο εκρηκτικά
κι ανένδοτα ρολόγια

(ορίστε και τα θραύσματα)

*
Θα καταρρεύσει
Θα καταρρεύσει, ναι

αλλά

πόσους θα πάρει στο λαιμό του;


~~~~~~~~~~~~~~~~

Και το μότο της συλλογής:

Δεν έχει μπέσα το θαύμα.
Είναι λευκό
και φέρεται σαν κόκκινο




Τα έργα του Γιάννη Στίγκα είναι:
«Η αλητεία του αίματος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2004
«Η όραση θ’ αρχίσει ξανά», εκδ. Κέδρος, 2006
«Ισόπαλο τραύμα», εκδ. Κέδρος, 2009

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ο ελάχιστος κήπος

Από τη στήλη "αλιεύοντας", που έχει μείνει καιρό σιωπηλή, έχω σήμερα να σας συστήσω μια ποιήτρια που με χαρά ανακάλυψα. Η Γιάννα Μπούκοβα, γεννημένη στη Βουλγαρία και εγκατεστημένη στην Ελλάδα, έχει έναν λόγο σαν νυστέρι. Ευθύβολο και κοφτερό, που πιάνει βάθος. Στην Ελλάδα έχει εκδοθεί η ποιητική της συλλογή "Ο ελάχιστος κήπος", από τις εκδόσεις Ίκαρος. Χαρείτε δύο ποιήματά της, σαν δείγμα γραφής, και αναζητείστε τα υπόλοιπα. Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο.


Ο ποιητής ολόκληρος στα λευκά

Ένα πρωί ο ποιητής φόρεσε το άσπρο του σακάκι, έβαλε το άσπρο
του καπέλο, έσφιξε τα λουριά στα δύο άσπρα σκυλιά του και βγήκε
στο δρόμο. Και στο περίπτερο, ενώ έπαιρνε τα ρέστα απ΄τα τσιγάρα
ξαφνικά – σ΄ αγαπώ, είπε. Κάτι που πείραξε πολύ εκείνον που
πουλούσε τα τσιγάρα. Του έθιξε την ανδρική του τιμή, την εθνική
του υπόληψη και όλο του το σόι γενεές δεκατέσσερις. Κι ό,τι ήταν
έτοιμος να πεταχτεί επάνω για να βάλει τα πράγματα στη θέση
τους, είδε τον ποιητή να προσπερνάει, με ανθηρή διάθεση, γοητεύοντας
άστοχα όλα τα έντομα, αφήνοντας ξοπίσω του ένα ακανόνιστο
αυλάκι γεμάτο αίματα και τελικές προτάσεις.


Τραφαλγκάρ

Το δέρμα μου μαύρη ήπειρος
Όλο το βράδυ μάζευα τα παιχνίδια μου
τον μικρό πέτρινο παλιάτσο
που ανατριχιάζει τις σκιές
τον γαλάζιο τίγρη με το ρόδο καρφωμένο
στην καρδιά
και το αεροπλάνο που δεν πέταξε ποτέε
πάνω απ’ τον ισημερινό της σιωπής

Κι αφού μιλάω για την παιδική μου ηλικία
ας μην ξεχάσω τον κισσό που ροκάνιζε τη νύχτα τον τοίχο
και γλιστρούσε μέσα στο κρεβάτι μου

Και μια απαλή κόκκινη αυλαία
στο τέλος της πρώτης πράξης

«Σαραγόσα» – έλεγα
όπως θά ‘λεγε κανείς «Στο διάολο»
ή κάποιος άλλος «Άνοιξε, Σουσάμι»
«Καρχηδόνα» –έλεγα – «Τραφαλγκάρ»

Αλλά δεν είχα πια άλλους χάρτες
άλλα χαρτιά δεν είχα στο μανίκι μου
Έβλεπα από πάνω μου σκυμμένο το φεγγάρι
Για αίμα διψούσε και θεάματα

Σίγουρα

σίγουρα υπάρχει εξήγηση
όταν μεγαλώσω


Δείτε και:

http://www.poema.gr/poem.php?id=144&pid=19

http://www.poiein.gr/index.php?s=%CC%F0%EF%F5%EA%EF%E2%E1&submit=%CF%CA

http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/naenamilo/2/18.html

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Ιατρείον ασμάτων

Στη Στέλλα Βλαχογιάννη έχω ήδη αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτησή μου, με αφορμή μια συζήτηση στον Δήμο Υμηττού για το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Η Στέλλα δηλώνει –και είναι φυσικά- δημοσιογράφος. Όμως για μένα είναι πάνω απ’ όλα ένας βαθύτατα ποιητικός άνθρωπος. Μια γυναίκα παλλόμενη, μια ψυχή σημαδεμένη, αλλά όχι ηττημένη. Ο λόγος της, γραπτός και προφορικός, πάντα αιχμηρός και ταυτόχρονα βαθύς, ουσιαστικός, ευαίσθητος. Η παρουσία της, ραδιοφωνική, έντυπη ή ζωντανή αναδεικνύει έναν άνθρωπο με δύναμη ζωής, με πάθος, με πίστη, με αλήθεια. Τη Στέλλα την γνωρίζω κυρίως από τα κείμενά της και από τον λόγο της στην καθιερωμένη από χρόνια εκπομπή της στο Δεύτερο Πρόγραμμα, κάθε Τετάρτη βράδυ, στις 12 τη νύχτα, το «Ιατρείον ασμάτων». Όποτε μπορώ κάθομαι σαν τους παλιούς καλούς καιρούς δίπλα στο ραδιόφωνο, και ακούω τη ζεστή και ανεπιτήδευτη φωνή της, τις προσεγμένες και απρόσβλητες από έξωθεν-άνωθεν εντολές, μουσικές επιλογές της, και εισπνέω πολιτισμό. Γνώση, ευγένεια, καθαρή ματιά, καλλιεργημένο μουσικό αισθητήριο και μια τρυφερή μελαγχολία που τοξεύει στο κέντρο της καρδιάς και της συγκίνησης. Κι ακόμη μια φωνή ασυμβίβαστη και ανυποχώρητη. Με δυο λόγια μια φωνή υγιής, εν μέσω νοσούντων καιρών. Άξιο λοιπόν το όνομα της εκπομπής, και όλης της γης οι… «ασθενούντες» όλο και κάποιο φάρμακο θα βρουν σ’ αυτήν, για να βγάλουν την νύχτα. Αύριο βλέπουμε… (καλά δεν λέω γιατρέ μου;)
Ήταν λοιπόν μεγάλη η χαρά μου όταν την ανακάλυψα σερφάροντας και στα μέρη μας. Η Στέλλα έστησε το δικό της στέκι στη μπλογκόσφαιρα και «εκπέμπει» και από εδώ τα κείμενά της. Η διεύθυνση όπου μπορείτε να την απολαύσετε κρατάει τον… ευαγή τίτλο: Ιατρείον ασμάτων. Δεν έχετε παρά να προστρέξετε προς ίασιν και τέρψιν.
Εγώ σας δίνω σήμερα δυο δείγματα γραφής σαν μια σύντομη σύσταση με τον λόγο της. Το ένα προέρχεται από βιβλίο της με κείμενά της από τις ραδιοφωνικές της εκπομπές, και με τίτλο ομώνυμο της εκπομπής, και το άλλο από την ποιητική της συλλογή «Η θλίψη του σώματος» -και τα δύο από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος.
Χαρείτε τα.


Η παλιά εικόνα μας μένει αλλού. Στον τόπο που υπήρξε, για την ακρίβεια. Δεν μας ακολούθησε στη λαιμητόμο των αστικών τοπίων. Έμεινε εκεί πίσω, συνεχίζει να πηγαίνει σχολείο, τα απογεύματα ης Κυριακής σινεμά με τη Βουγιουκλάκη, φροντιστήριο και αγγλικά τα βράδια, τα καλοκαίρια μπάνιο και υποβρύχιο στο παραλιακό ζαχαροπλαστείο που δεν έχει γίνει ακόμα καφετέρια, ενώ Χριστούγεννα και Πάσχα νιώθει έναν ατέλειωτο πνιγμό που δεν μπορεί να μεγαλώσει, να φύγει, να αλλάξει. Η παλιά εικόνα μας βγαίνει βόλτα τα βράδια στους δρόμους και στις πλατείες που παίζαμε κρυφτό, κι αν καμιά φορά σκοντάψει και χτυπήσει το γόνατο, τρέχει με κλάματα στο πατρικό και χτυπάει επίμονα το κουδούνι. Της ανοίγουν ξένοι, -τι θέλετε; τη ρωτούν κι κείνη στην αρχή τα χάνει. Μετά βρίσκει τα λόγια της και εξηγεί: -Εσείς δεν με ξέρετε, με ξέρει όμως το σπίτι.

(από το «Ιατρείον ασμάτων»)



Τα πουλιά

Τα πουλιά είναι μάρτυρες και τρέφονται με χρόνια,
κορίτσι μικρό παιδί ανίδεο αυτοί που θα ‘ρθουν
ξέρουν τα όνειρά σου, σκιές στα βήματα γυναίκες της λύπης,
η μάνα σου η θειά σου, κι οι άλλοι που θα σε πετάξουν στον
εαυτό σου και θα φύγουν και θα έρθουν κι όλο σου το
παράπονο μια μέρα χώμα στεγνό φιλί τ’ αέρα, μετά εσύ θα
περπατάς τις απουσίες θα διατάζεις στα μάτια σου που δεν
έχουν από μέσα.


(από το «Η θλίψη του σώματος»)

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Κάποιοι αγωνιούν και αγωνίζονται

Νέοι άνθρωποι με πίστη, ταλέντο και γνώση αγωνιούν και αγωνίζονται. Δουλεύουν και καταθέτουν έργο, που χάνεται μέσα στην απέραντη φαφλατάδα των ποταπών καιρών. Χωρίς να έχουν ή να ελπίζουν σε καμμιά βοήθεια. Ένα μικρό -αλλά εξαιρετικό- δείγμα.


Πλάτη στον ουρανό

Γυρίζω την πλάτη μου
και
φεύγω βιαστικά
κλαίω τρανταχτά για να με ακούσετε
κλαίω σιγανά για να μην μ’ ακούσετε
βρίζω
σκέφτομαι να στρίψω πάλι για να πω αντίο
μένω μόνος να ατενίζω
τρέχω για να μην γυρίσω πίσω
τρέχω για να προφτάσω αυτό που τώρα φανερώνεται
παραπατώ από την αγωνία μου
παραπαίω από την εξάντληση
παραδίνομαι σε αυτά που βρίσκονται τώρα μπροστά μου
απομονώνομαι από τον φανταχτερό σου κόσμο
απομακρύνομαι από τον αρρωστημένο κόσμο σου
καρδιοχτυπώ από φόβο γι’ αυτά που αφήνω πίσω μου
ξεχνώ όσα δεν θέλω να θυμάμαι
θυμάμαι αυτά που πρέπει να ξεχάσω
ελπίζω ότι ετούτη η κατεύθυνση θα είναι περισσότερο στα μέτρα μου
αρχίζω μια καινούρια ζωή
έναν ατελείωτο εσωτερικό μονόλογο
κάτι σαν προσευχή
που δεν έτυχε να την γνωρίζω ως τώρα
και
ψάχνω κάτι σαν απάντηση για να σε αποστομώσω
ανασαίνω βαθιά για να κρατήσω τα νεύρα μου
ξεψυχώ, σχεδόν, αφού έχω μετανιώσει που γύρισα
περιμένω
να φύγεις
να έρθεις
να με αγκαλιάσεις
να με σπρώξεις
να με μισήσεις
να με αγαπήσεις ξανά
να με συγχωρήσεις
να γίνει σεισμός
ή ν’ ανοίξουν οι ουρανοί
ώστε όλα να γίνουν πιο εύκολα
κάτω από μια αναπότρεπτη δικαιολογία


Μια φιγούρα με την πλάτη γυρισμένη. Το κορμί σκυφτό σκίζει τον ουρανό που κατέβηκε στη γη. Από πού φεύγει και πού πάει; Εσύ από πού φεύγεις και πού πας; Πότε έφυγες από κάπου τόσο σκυφτός τελευταία; Τι είναι αυτό που βαραίνει τόσο το κεφάλι σου; Φεύγω ή Πάω. Μεταξύ των δύο συμβαίνει σύγκρουση.

[Κείμενο της Τζίνας Αποστολοπούλου, για το ομώνυμο θεατρικό happening της θεατρικής ομάδας του Δήμου Ηλιούπολης, τον χειμώνα του 2007, σε διδασκαλία και σκηνοθεσία της ίδιας]

Παρασκευή 18 Απριλίου 2008

Αλιεύοντας

Η Ποίηση είναι πάνω από εμένα, εσένα, τον καθένα από ‘μας. Η Ποίηση είναι η ανθρώπινη φωνή, στην καρδιά του χρόνου. Αρθρώνεται από εμένα ή εσένα, αλλά δεν ανήκει σε κανέναν μας. Ανήκει σε όλους μας.
Αυτός ο χώρος δεν θέλω να είναι ένας χώρος όπου θα κοινοποιώ μόνο τους δικούς μου στίχους. Αγαπώ την Ποίηση πιο πολύ από τον εαυτό μου. Ή μάλλον όχι. Επειδή αγαπώ τον εαυτό μου, αγαπώ την Ποίηση. Γιατί ποιος μπορεί να είναι ο εαυτός μου, χωρίς τον ποιητικό τόπο. Χωρίς την ποιητική συνθήκη. Μιλώ για την Ποίηση, αλλά στο μυαλό μου έχω την Τέχνη. Κι ακόμη πιο πέρα. Στην συνείδησή μου η Ποίηση είναι ταυτισμένη με την ποιητική σύλληψη του Κόσμου. Γιατί η Ποίηση δεν είναι λόγια στο χαρτί. Είναι τρόπος ύπαρξης. Ματιάς. Σχέσης. Είναι γνώση. Μια άλλης τάξης διαμεσολάβηση της εμπειρίας. Γεννιέται από το βλέμμα μας. Και μέσα από το βλέμμα μας ξαναγεννάει τον κόσμο. Το πάθος, η έμπνευση, ο έρωτας, ο υπαρξιακός τρόμος, είναι όροι ποιητικοί. Όπως κι αν εκφράζονται, όπου κι αν απευθύνονται. Ο ποιητικός λόγος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι μοναχικός. Αφότου κατατεθεί αποτελεί τόπο χωρίς φράχτες. Προσβάσιμο από όποιον έχει ανάγκη να πιει από το νεράκι του –που μπορεί να είναι και νερό που καίει, έτερον εκάτερον. Του ποιήματος μετέχει ο αναγνώστης ισότιμα με τον ποιητή, στον βαθμό φυσικά που ο τελευταίος κατορθώνει να μετουσιώσει το βίωμά του σε παλμό. Και να εισχωρήσει στην φλέβα. Ναι. Η Ποίηση είναι ενέσιμο υλικό. Που ρέει ενδοφλέβια. Που μας κάνει -αν προσφέρουμε τον καρπό μας- αδελφοποιτούς.
Είναι γι’ αυτό που σ’ αυτό το μπλογκ δεν βάζω μόνο δικά μου ποιήματα, αλλά ό,τι με συγκινεί. Ό,τι με τρέφει και με κρατάει ζωντανή. Εγκαινιάζω σήμερα μια καινούρια ετικέτα, με τίτλο «αλιεύοντας», όπου θα φιλοξενώ τον λόγο άγνωστων και όχι καταξιωμένων ποιητών, που ανακαλύπτω είτε στο διαδίκτυο είτε σε έντυπη μορφή. Γιατί η Ποίηση δεν είναι σε καμμία περίπτωση, μικρόψυχη και ιδιοτελής. Όσο περισσότερο κοινωνείται, τόσο περισσότερο μετουσιώνεται σε σάρκα και αίμα του θαύματος που όλοι προσδοκούμε.
Μοναδικό κριτήριο, το διευκρινίζω προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, η δική μου συγκίνηση. Δεν διεκδικώ ούτε στο ελάχιστο ρόλο κριτικού. Θα βάζω απλά, απλούστατα, ό,τι βρίσκει τον τρόπο να μου μεταδώσει την μυστική του ταραχή.
(μια που, ξέχασα να πω, κάθε ποίημα είναι ένα κρυφό ερώτημα που ψάχνει την διατύπωσή του…)
Ελπίζοντας να μεταλάβετε την ανάσα του.
Επειδή η αγωνία είναι ίσως η πρώτη ύλη τού μαζί. Και του ιερού.


Το πρώτο ποίημα αυτής της σειράς είναι του Δημοσθένη Μιχαλακόπουλου (από την σελίδα του ζώνη του Ωρίωνα).


το χέρι

Απέναντι από το κρεβάτι μου
ο Λευκάτας.
η μετέωρη σκέψη μου άσπρος, κάτασπρος βράχος, στη
θάλασσα που πλημμυρίζει το δωμάτιο, και βασανίζεται από τα διαδοχικά
κύματα των φουρτουνιασμένων ωρών. Κι ακούγονται φθόγγοι
ελληνικοί καθώς αφρίζει το πέλαγο.

Τις αυγές
η Σαπφώ βάφει το Ιόνιο με το αίμα της
για να ξημερωθώ
πεσμένος μπρούμυτα στο παγωμένο πάτωμα,

και το απλωμένο χέρι μου, σαν σε προσπάθεια να προλάβει να κλείσει στη
χούφτα του την άμμο απ’ την κλεψύδρα όλων των αιώνων,
έχει
τα σημάδια που του άφησε αυτό που δεν πρόφτασε να κρατήσει.
(το έργο είναι του Duane Keiser)