"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010
Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010
υπό το πρίσμα

Ένα κουτσό δέντρο σκοντάφτει πάνω μου
Και με παρακαλεί
Η ρίζα καρφώνεται στο μπράτσο μου
Κρέμομαι
Ο άνεμος κοιτάζει αδιάφορος
Πετάω μια κουβέντα στο κενό
Ένα πουλί τσιμπολογάει και φεύγει
Φτύνω στη δεξιά μου παλάμη
Πιάνω το φτυάρι
Σκάβω εκεί που όλοι κοιμούνται
Κανείς δεν αποκρίνεται για ώρα
Η Θεοδώρα πλησιάζει αργά από το Βυζάντιο
Με ευγενή μεγαλοπρέπεια
«Άργησες»
Χρησιμοποιεί ένα προπέτασμα βελούδου
Για δικαιολογία
Ο τελευταίος ταπεινός
Μαζεύει ένα κομμάτι χώμα και το τρώει
Εκείνη δακρύζει
«Δεν υπάρχουν παιδιά, εξηγώ
όλες οι ηλικίες έχουν κατασχεθεί»
«Πιστεύετε ακόμη στην αυτοκρατορία;»
«Έχουν και τα σύνορα κατασχεθεί»
Απαντώ
Εκείνη γκρεμίζεται
Παίρνοντας μαζί της τον αβάπτιστο άνθρωπο
Για λίγο επικρατεί απόλυτη ακινησία
Περιμένω το σεισμό από στιγμή σε στιγμή
Μα ο θάνατος έρχεται μόνος
Μ’ ένα βρώμικο σακάκι
Κι ένα κατουρημένο παντελόνι
«Σε περίμενα πιο αρχοντικό» του λέω
«Δεν τα βγάζεις πέρα πια με τους αλήτες»
Μου απαντάει
«Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;»
«Τον εξευτελισμό μου» λέει και βάζει τα κλάματα
Μένω αμήχανη για λίγο. Σοκαρισμένη
Έπειτα βγάζω απ’ την τσέπη μου τη «Χιονοθύελλα»
«Το φύλαγα μια ζωή. Πάρ’ το σε παρακαλώ.
Δεν αξίζει σ’ εσένα να κλαις»
Το φοράει μ’ ευγνωμοσύνη. Και με μια
Γενναιόδωρη κίνηση
Με τραβάει μέσα
Κατεβαίνοντας τη ρουφήχτρα
Βλέπω τον Turner να ορμάει με τα νύχια
Πάνω στο καναβάτσο
Το δέντρο ξεκαρφώνεται από πάνω μου
Και μου χαμογελάει
Το αληθινό σπίτι είναι ο χρόνος.
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010
αφηγήσεις

ξεγέλασε τα μυστικά τους
πριν καταλάβουν το σκοτάδι σου
τι κι αν τα έπαιξες όλα για όλα
η θάλασσα πάντα θα λέει
την τελευταία λέξη
είν' εύκολο να τρέξεις μ' ενθουσιασμό
στην πτώση
φτάνει μια παιδική τσουλήθρα
και μια εντολή απ' τ' άγνωστο
είναι ο κόσμος ένας μικρός ανθός
πώς μέσα του παράξενα σε χάνω

C' est ridicule να ντρέπεσαι
σμίλεψε τη λάβα σου

του φεγγαριού το δρόμο
Σάββατο 6 Μαρτίου 2010
Ένας φύσει και τέχνη αντικομφορμιστής
Γυρίζοντας στην Αθήνα εκθέτει στην γκαλερί «Ώρα» και στην γκαλερί «Εγγονόπουλος», παίρνει εγκωμιαστικές κριτικές, και δύο έργα του αγοράζονται από τον Ίωνα Βορρέ και συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης. Αλλά η ταξιδιάρικη και αντικομφορμιστική φύση του δεν τον αφήνουν σε ησυχία, ούτε του επιτρέπουν να ακολουθήσει τους πεπατημένους δρόμους. Συνεχίζει για πάνω από δύο δεκαετίες την εσωτερική και εξωτερική περιπλάνησή του, ταξιδεύοντας και ζωγραφίζοντας συνέχεια, μακριά όμως από τους κατεστημένους κύκλους.
Το 2005 αποφασίζει να υποβάλει πάλι τον εαυτό του στη δοκιμασία της δημόσιας έκθεσης, κι έτσι, την τελευταία πενταετία, παρουσιάζει τη δουλειά του σε σημαντικό αριθμό ατομικών και συλλογικών εκθέσεων, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται και στη διοργάνωση εικαστικών εκδηλώσεων με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών.
Η γραφή του ιδιόρρυθμη, δυναμική και απολύτως αναγνωρίσιμη. Η παλέτα του πλούσια, κινείται από τα σκοτεινά γκρίζα ως τα σχεδόν καθαρά και φωτεινά χρώματα, χωρίς να φοβάται τις αντιθέσεις και τις εντάσεις. Η πινελιά του σαφής και λιτή, σε αντίθεση με τα θέματά του που δημιουργούν εκ του μηδενός κόσμους πολύπλοκους, λυρικούς ή εφιαλτικούς. Με χαρακτήρα άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε καταγγελτικό, άλλοτε τρυφερό, και συχνά με καθαρούς συμβολισμούς ή ονειρικές παρασημάνσεις, τα έργα του αποκαλύπτουν την προσωπική και κοινωνική του ευαισθησία. Έναν άνθρωπο που βιώνει την αλλοπρόσαλλη ζωή μας με παιδική αθωότητα και ακούραστο ρομαντισμό.
Ο Τάκης Δημόπουλος ίσως αποτυπώνει στη δουλειά του τον σημερινό homo universalis, που ανήκει παντού και πουθενά, που διαλέγεται με το λαβύρινθο του κόσμου και της ύπαρξης, με τρόπο σαρκαστικό και τραγικό ταυτόχρονα. Αναμφισβήτητα μια ενδιαφέρουσα εξπρεσσιονιστική προσέγγιση της σχετικιστικής μεταμοντέρνας εποχής μας, με πνεύμα οικουμενικό, αλλά και με διεισδυτική ουμανιστική ματιά.
----------------------------------------------------------
Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009
Dragoste σε κόκκινο κομμένο.
(Karol Marine)Στη Βιολέτα
Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
Δύο αφηγήσεις
(Neda Doany)Άρχισε να τραβάει προς τον ορίζοντα. Στη μια της μασχάλη είχε κάνει φωλιά μια χελιδονομάννα. Στην άλλη ένα μικρό φίδι. Προχωρούσε προσέχοντας τις κινήσεις των χεριών της, μη χαλάσει τις φωλιές. Ανησυχούσε και να μη διαταράξει την ασφάλεια της άγνοιας. Τα αυγά κινδύνευαν εκατέρωθεν. Ευτυχώς, σκεφτόταν, η θέση δεν διευκολύνει την αποκάλυψη. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η αριστερή της πλευρά ήταν από άμμο. Η δεξιά από κλαδιά. Στη μέση έτρεχε ένας ποταμός. Ξεκινούσε από τη ρίζα του μετώπου και την διέτρεχε ως κάτω, με διακλαδώσεις στα χέρια και τα πόδια. Τον είχε ονομάσει Αλ Ασάρ, χωρίς να ξέρει γιατί. Έβρισκε στον δρόμο της αγριόχορτα καθώς προχωρούσε, και τα ξερίζωνε μηχανικά. Στα φρύδια της πού και πού έπεφτε χιόνι. Το τίναζε με βιαστικές κινήσεις και τότε κινδύνευαν οι φωλιές να χαλάσουν. Κάποιες φορές χιόνιζε και στον ύπνο της. Ξυπνούσε με κρυστάλλους να κρέμονται μπρος στα μάτια της, λούζοντας τις βλεφαρίδες της σιγά-σιγά, καθώς ο ήλιος ανέβαινε.
...............................................
Η συνέχεια εδώ
Αναμονή
Τα μαλλιά του μάκραιναν ακατάστατα κι επίμονα. Τσουλούφια πετάγονταν δεξιά κι αριστερά, σαν κλαδιά γέρικου κέδρου. Και τον σκέπαζαν. Ώρες - ώρες του φαινόταν πως και τα δάχτυλά του μάκραιναν έτσι ανεξέλεγκτα, αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρος. Όμως όλο και περισσότερο ένοιωθε να κολλάει πάνω στα έπιπλα που καθόταν, καθώς η σάρκα του –έπρεπε πια να το παραδεχτεί- είχε αρχίσει να αποσυντίθεται. Ευτυχώς δεν πονούσε, έτσι που έλιωνε αργά, μόνο που τον ενοχλούσαν όλοι αυτοί οι λεκέδες πάνω στον καναπέ, στις καρέκλες, στο στρώμα, παντού.
..........................................
Η συνέχεια εδώ
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009
Μπόρα φθινοπωρινή
Μπόρα φθινοπωρινή / γρήγορα / να μαζέψω τις καρέκλες από την βεράντα / όρθια στην πόρτα μια ανάσα / δροσιά παλιού Σεπτέμβρη / εισπνοή / ανάκατα με στάχτη / εκπνοή / έφυγαν οι φωτιές / αστράφτει / πλημμύρες έρχονται / τι τρέμεις; /
δεν θάρθουν ως το τσιμεντένιο μας κουτί / θα σταματήσει το κακό μακριά από 'δω / ακόμα τρέμεις σαν χαρτί; / σου λέω μη φοβάσαι / καταλαβαίνω / εσύ δεν ξέρεις από σπίτι / είσαι μονάχα ένα σκυλί / που βάζει την ουρά κάτω απ' τα σκέλια μπρος στην οργή του ουρανού / μα εγώ θα ενημερωθώ / θα δω στην τηλεόραση όλη την συμφορά λεπτό-λεπτό / ύστερα θα ψηφίσω με SMS τον πρώτο πυροσβέστη / μετά με κάλπη τον καταλληλότερο σε κρίσεις μεταμέλειας / έπειτα θ' αγοράσω ελεύθερα τις μάσκες μας / και θ' αναπνεύσουμε εκ του ασφαλούς τη στάχτη / μα τι σου λέω; / εσύ τρέμεις / καλά / στάσου να κλείσω τις καρέκλες μια στιγμή / κι έρχομαι να κρυφτούμε κάτω απ' το κρεβάτι / αστράφτει /
από το ημερολόγιο
Κυριακή 31 Μαΐου 2009
Απολογητικόν υπόμνημα...
Και για να μην νομίζετε ότι τεμπελιάζω, ένα μικρό δείγμα των δραστηριοτήτων αυτής της εποχής. Εικαστικά και πάλι, μαθήματα και πάλι, αυτή τη φορά όμως από τα εργαστήρια ζωγραφικής του Δήμου Ηλιούπολης. Πολλά εργαστήρια –παιδιών, εφήβων, ενηλίκων, σκιτσογραφίας, αγιογραφίας, ίσως να ξεχνάω και κάτι-, με τετραετή φοίτηση παρακαλώ, με πολλούς μαθητές και πολλούς δασκάλους. Πρωτοετής λοιπόν κι εγώ φέτος (σχέδιο, μολύβι, κάρβουνο), με δασκάλα την εξαίρετη Γιούλη Γκικοπούλου, τέλος χρονιάς, και οι μαθητές εκθέτουμε! Στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Ηλιούπολης, από 3/6 έως 10/6, τα εγκαίνια την Τετάρτη στις 7.30, και αυτές τις μέρες στήνουμε. Η δική μου συμμετοχή το παρακάτω πρώτο μου κάρβουνο. Μόνο αυτό πρόλαβα να κάνω, αφού πιο πολλές ήταν οι απουσίες από τις παρουσίες καταπώς το… συνηθίζω. Η εμπειρία όμως ήταν υπέροχη. Η Γιούλη δεν δίστασε να μας ρίξει γρήγορα στα βαθιά, μας έστησε απέναντι σε ζωντανά θέματα, και με ψυχραιμία και… στοργή μας μύησε στα μυστικά. Από τη μεριά μου να πω μόνο ότι πολύ τ’ αγάπησα αυτά τα… παλιοπάπουτσα, αλλά και το κάρβουνο, που είναι ένα υλικό πολύ πιο «πλαστικό» από το μολύβι.
Όποιος μπορεί ας έρθει να απολαύσει από κοντά τις δημιουργίες μας (φυσικά υπάρχουν και ακρυλικά, και λάδια και ακουαρέλες, έργα των μαθητών των επόμενων ετών), θα είμαστε εκεί, κάθε απόγευμα 6-9. Ίσως παρασυρθείτε και αποφασίσετε να πιάσετε μολύβια και πινέλα. Εγώ πάντως δεν θα σταματήσω να σας το προτείνω!

Τρίτη 19 Μαΐου 2009
Εικαστικό καφενείο
Κυριακή 26 Απριλίου 2009
Ιατρείον ασμάτων
Στη Στέλλα Βλαχογιάννη έχω ήδη αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτησή μου, με αφορμή μια συζήτηση στον Δήμο Υμηττού για το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Η Στέλλα δηλώνει –και είναι φυσικά- δημοσιογράφος. Όμως για μένα είναι πάνω απ’ όλα ένας βαθύτατα ποιητικός άνθρωπος. Μια γυναίκα παλλόμενη, μια ψυχή σημαδεμένη, αλλά όχι ηττημένη. Ο λόγος της, γραπτός και προφορικός, πάντα αιχμηρός και ταυτόχρονα βαθύς, ουσιαστικός, ευαίσθητος. Η παρουσία της, ραδιοφωνική, έντυπη ή ζωντανή αναδεικνύει έναν άνθρωπο με δύναμη ζωής, με πάθος, με πίστη, με αλήθεια. Τη Στέλλα την γνωρίζω κυρίως από τα κείμενά της και από τον λόγο της στην καθιερωμένη από χρόνια εκπομπή της στο Δεύτερο Πρόγραμμα, κάθε Τετάρτη βράδυ, στις 12 τη νύχτα, το «Ιατρείον ασμάτων». Όποτε μπορώ κάθομαι σαν τους παλιούς καλούς καιρούς δίπλα στο ραδιόφωνο, και ακούω τη ζεστή και ανεπιτήδευτη φωνή της, τις προσεγμένες και απρόσβλητες από έξωθεν-άνωθεν εντολές, μουσικές επιλογές της, και εισπνέω πολιτισμό. Γνώση, ευγένεια, καθαρή ματιά, καλλιεργημένο μουσικό αισθητήριο και μια τρυφερή μελαγχολία που τοξεύει στο κέντρο της καρδιάς και της συγκίνησης. Κι ακόμη μια φωνή ασυμβίβαστη και ανυποχώρητη. Με δυο λόγια μια φωνή υγιής, εν μέσω νοσούντων καιρών. Άξιο λοιπόν το όνομα της εκπομπής, και όλης της γης οι… «ασθενούντες» όλο και κάποιο φάρμακο θα βρουν σ’ αυτήν, για να βγάλουν την νύχτα. Αύριο βλέπουμε… (καλά δεν λέω γιατρέ μου;)Ήταν λοιπόν μεγάλη η χαρά μου όταν την ανακάλυψα σερφάροντας και στα μέρη μας. Η Στέλλα έστησε το δικό της στέκι στη μπλογκόσφαιρα και «εκπέμπει» και από εδώ τα κείμενά της. Η διεύθυνση όπου μπορείτε να την απολαύσετε κρατάει τον… ευαγή τίτλο: Ιατρείον ασμάτων. Δεν έχετε παρά να προστρέξετε προς ίασιν και τέρψιν.
Εγώ σας δίνω σήμερα δυο δείγματα γραφής σαν μια σύντομη σύσταση με τον λόγο της. Το ένα προέρχεται από βιβλίο της με κείμενά της από τις ραδιοφωνικές της εκπομπές, και με τίτλο ομώνυμο της εκπομπής, και το άλλο από την ποιητική της συλλογή «Η θλίψη του σώματος» -και τα δύο από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος.
Χαρείτε τα.
Η παλιά εικόνα μας μένει αλλού. Στον τόπο που υπήρξε, για την ακρίβεια. Δεν μας ακολούθησε στη λαιμητόμο των αστικών τοπίων. Έμεινε εκεί πίσω, συνεχίζει να πηγαίνει σχολείο, τα απογεύματα ης Κυριακής σινεμά με τη Βουγιουκλάκη, φροντιστήριο και αγγλικά τα βράδια, τα καλοκαίρια μπάνιο και υποβρύχιο στο παραλιακό ζαχαροπλαστείο που δεν έχει γίνει ακόμα καφετέρια, ενώ Χριστούγεννα και Πάσχα νιώθει έναν ατέλειωτο πνιγμό που δεν μπορεί να μεγαλώσει, να φύγει, να αλλάξει. Η παλιά εικόνα μας βγαίνει βόλτα τα βράδια στους δρόμους και στις πλατείες που παίζαμε κρυφτό, κι αν καμιά φορά σκοντάψει και χτυπήσει το γόνατο, τρέχει με κλάματα στο πατρικό και χτυπάει επίμονα το κουδούνι. Της ανοίγουν ξένοι, -τι θέλετε; τη ρωτούν κι κείνη στην αρχή τα χάνει. Μετά βρίσκει τα λόγια της και εξηγεί: -Εσείς δεν με ξέρετε, με ξέρει όμως το σπίτι.
(από το «Ιατρείον ασμάτων»)
Τα πουλιά
Τα πουλιά είναι μάρτυρες και τρέφονται με χρόνια,
κορίτσι μικρό παιδί ανίδεο αυτοί που θα ‘ρθουν
ξέρουν τα όνειρά σου, σκιές στα βήματα γυναίκες της λύπης,
η μάνα σου η θειά σου, κι οι άλλοι που θα σε πετάξουν στον
εαυτό σου και θα φύγουν και θα έρθουν κι όλο σου το
παράπονο μια μέρα χώμα στεγνό φιλί τ’ αέρα, μετά εσύ θα
περπατάς τις απουσίες θα διατάζεις στα μάτια σου που δεν
έχουν από μέσα.
(από το «Η θλίψη του σώματος»)
Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Να τους χαιρόμαστε!
Μικρό δωράκι από καρδιάς, τα λόγια του Ελύτη, από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», με την ευχή να λάμπουν πάντα σαν «καθαρή διάφανη μέρα» και σαν γλυκείς ευωδιαστοί απρίληδες :)
Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2009
Μια βραδιά οξυγόνου
Πρώτη απόλαυση η έκθεση της Μαριέλας Κωνσταντινίδου. Την Μαριέλα την γνωρίζω χρόνια. Ξέρω και εκτιμώ τη δουλειά της. Και πάντα περιμένω την επόμενη. Αυτή τη φορά –γι’ άλλη μια φορά- με εξέπληξε ευχάριστα. Δουλειά ανθρωποκεντρική, γιατί η Μαριέλα βάζει πάντα στο κέντρο της τέχνης της τον άνθρωπο –κάτι που αγαπώ ιδιαίτερα- έσφυζε από πρόσωπα που σε κοίταζαν άλλοτε κατάματα, άλλοτε βυθισμένα στη δική τους εσωτερικότητα, ποτέ όμως κλειστά και απομονωμένα, ή από σώματα άλλοτε αγκαλιασμένα στην βροχή, άλλοτε τοποθετημένα στον ανοιχτό χώρο, ψάχνοντας τον ρόλο τους στο θέατρο της ζωής. Το πιο ενδιαφέρον όμως στη δουλειά της Μαριέλας είναι η αέναη αναζήτηση. «Παίζει» με τα όπλα της, τα υλικά, τα χρώματα, το σχέδιο, συνεχώς, ψάχνοντας καινούριους εκφραστικούς τρόπους, με αποτέλεσμα που λειτουργεί και ξαφνιάζει. Μου άρεσαν πολύ οι «γραμμένες» με μολύβι και ακουαρέλα φιγούρες πάνω σε κείμενα, η ασφυκτική κατασκευή της σημερινής κατοικίας με τα πρόσωπα εγκιβωτισμένα σ’ αυτήν, ο ιδιαίτερος τρόπος που χρησιμοποιεί την ακουαρέλα, επιτυγχάνοντας ένα αποτέλεσμα πιο δυνατό και στέρεο, που ταιριάζει στην ανθρώπινη σάρκα.
Η έκθεσή της, δυστυχώς για όσους δεν μπόρεσαν να την επισκεφθούν τελείωσε, αλλά μπορείτε να παρακολουθείτε τη δουλειά της από το μπλογκ της, που δεν… επαναπαύεται ποτέ.
Δεύτερη απόλαυση η έκθεση του Ανδρέα Γεωργιάδη, στον Χώρο Τέχνης «24», που θα λειτουργεί μέχρι τις 28/3.
Και ο Ανδρέας είναι φίλος, και ξέροντας τη δουλειά του, περίμενα με αδημονία την έκθεσή του. Ο Ανδρέας δουλεύει κυρίως με μελάνια, μια τεχνική που στα χέρια του μετατρέπεται σε απρόσμενο θαύμα. Από τα έργα του αναδύεται ένας κόσμος άκρως ποιητικός, όπου κυριαρχεί το νερό, σαν η αρχέγονη ουσία απ’ όπου όλα αρχίζουν και όλα καταλήγουν. Ένας κόσμος όπου οι… υδάτινες σκιές μαζί με τους κρυφούς φωτισμούς, που πηγάζουν θα έλεγες από το εσωτερικό του ίδιου του έργου και αιωρούνται σε έναν χρόνο μεταίχμιο, τα χρώματα που διαπλέκουν τον παλμό τους σε τόνους βαθιά συγκινησιακούς και στοχαστικούς, και το σχέδιο που ξετυλίγει έναν χώρο ονειρικό και πραγματικό ταυτόχρονα, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα όπου το υγρό στοιχείο διαποτίζει και καταλύει τα πάντα. Το αποτέλεσμα είναι η αίσθηση ότι βυθίζεσαι σε έναν κόσμο ρευστό, έντονα φορτισμένο από την απουσία-παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου, σ’ έναν κόσμο που ανασκευάζει το παρελθόν και το μέλλον, σαν μια αδιευκρίνιστη μνήμη ή επιθυμία, που κατοικεί εντός μας. Προσωπικά η ζωγραφική του Ανδρέα Γεωργιάδη με παρέπεμψε ευθέως στην ατμόσφαιρα και την ποιητικότητα του έργου του Ταρκόφσκυ. Ένιωσα να ζωντανεύει μπροστά μου εκείνη η καταλυτική ρευστότητα του χρόνου και του χώρου, του εντός και του εκτός, του παράδοξου -μεταφυσικού και ταυτόχρονα ρεαλιστικού- «Στάλκερ».
Για να μην μακρηγορώ, κυριολεκτικά με μάγεψε.
Σας προτείνω με θέρμη να επισκεφθείτε την έκθεση. Είμαι σίγουρη ότι θα μαγευτείτε κι εσείς.
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
χαμόγελο
το on και το off της κάθε μέρας μας.
άνθη αμυγδαλιάς
από τον κήπο
Πρωί προ ηλίου
η λεμονιά στην αυλή
με τα λεμόνια
Πρωί ο ήλιος
όλος μέσα καινούργιος
άλλος ήλιος
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009
Ιωσήφ Χατζηπαυλής

Ο Ιωσήφ Χατζηπαυλής είναι παλιός φίλος, υπέροχος άνθρωπος και εξαίρετος ζωγράφος. Μεγάλη του αγάπη η ακουαρέλα, την οποία δουλεύει με εκπληκτική δεξιοτεχνία, αλλά και αισθαντικότητα. «Λιμάνια, ακρογιάλια, βουνοπλαγιές κατοικημένες από μια θαρρείς εσωτερική δόνηση, εμψυχώνουν ό,τι το βλέμμα αγγίζει και η αισθαντικότητα αναδύει. Με ευκρίνεια και σεβασμό στα αντικειμενικά δεδομένα της παρατήρησης, ο Ιωσήφ Β. Χατζηπαυλής μάς ταξιδεύει πέρα από την ψευδαίσθηση. Στην ατμόσφαιρα και στην κλίμακα των τόνων ενός τοπίου, που είναι φορτισμένο από την ανθρώπινη εμπειρία του παρελθόντος και του παρόντος, δημιουργώντας μας έτσι τις προϋποθέσεις στοχασμού, γύρω από τις διακριτικές κάθε φορά λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά.», γράφει γι’ αυτόν η κριτικός τέχνης Αθηνά Σχινά. Και ο Π. Τέτσης, βλέποντας το έργο του, απεφάνθη λιτά και με απόλυτη σαφήνεια: «Μaiτρ της ακουαρέλας.»

Εγώ λοιπόν δεν έχω να προσθέσω τίποτα παραπάνω σχετικά με τη δουλειά του, που προσωπικά λατρεύω, θα πω δυο λόγια μόνο για τον άνθρωπο Ιωσήφ ή Σήφη, όπως τον φωνάζουμε όσοι τον αγαπάμε. Γεννημένος το 1935 στην Αγιάσο της Λέσβου, ήρθε στον Πειραιά δώδεκα χρονών. Αφού τέλειωσε το εκεί πρότυπο γυμνάσιο, μπήκε στο εργαστήρι του Γ. Βακιρτζή, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Ο Ιωσήφ θυμάται με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση εκείνα τα πρώτα χρόνια της μύησης. «Εκεί έμαθα να ζωγραφίζω» μου εξομολογείται, κι ας ακολούθησαν έπειτα μεγάλοι δάσκαλοι. Το εργαστήρι του Βακιρτζή ήταν από τα λίγα εκείνου του καιρού που έφτιαχνε τις γιγαντοαφίσσες για τον κινηματογράφο. Μάλιστα. Τότε τα κεντρικά σινεμά, που σημειωτέον άλλαζαν έργο σχεδόν κάθε μέρα, παράγγελναν τις τεράστιες αφίσσες –διαστάσεων 10, 12 μέτρων, ίσως και παραπάνω- σε ζωγράφους, γιατί βέβαια δεν υπήρχαν τα σημερινά τεχνικά μέσα. Όλα γίνονταν από χέρια ανθρώπων ικανών και ταλαντούχων. Κάποιες από αυτές τις αφίσσες που διασώθηκαν είδα σε άλμπουμ στο εργαστήρι του Ιωσήφ και έμεινα άφωνη. Πρόκειται για αληθινά έργα τέχνης. Έκφραση, ένταση, κίνηση μοναδική. Δεν πιστεύεις ότι αυτά τα έργα έγιναν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μόνο και μόνο για να διαφημίσουν μια ταινία κι έπειτα να σκιστούν και να πεταχτούν. «Η δουλειά εκεί ήταν εξαντλητική, μου έχει αφηγηθεί ο Ιωσήφ. Συχνά δουλεύαμε όλη μέρα κι όλη νύχτα, για να προλάβουμε τον χρόνο της παραγγελίας. Πολλοί μαζί μαθητευόμενοι, με την καθοδήγηση και την εποπτεία του Βακιρτζή, σκαρφαλωμένοι σε σκάλες και σκαλωσιές, δουλεύαμε πυρετωδώς, άλλος έκανε γεμίσματα, άλλος φωτίσματα, άλλος σκιές ή λεπτομέρειες. Εκεί έμαθα σχέδιο, προοπτική, λύθηκε το χέρι μου κι η πινελλιά μου, όλα όσα αργότερα διδάχτηκα από τους καταξιωμένους της τέχνης μου, τα είχα ήδη μάθει εμπειρικά σ’ εκείνο το μεγάλο σχολειό.» Με μεγάλη αγάπη φυσικά θυμάται και τους υπόλοιπους δασκάλους του, τον Σπύρο Βασιλείου, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Γιώργο Πολυκανδριώτη, τον χαράκτη Τάσσο.
Δεν θα παραθέσω αναλυτικά, για να μην κουράσω, τις πάμπολλες δημιουργικές δραστηριότητές του στα σαράντα και πλέον έτη δουλειάς του. Σκηνογράφος σε πολλές και σημαντικές παραστάσεις και συνεργασίες με μεγάλους του θεάτρου (ενδεικτικά μόνο αναφέρω τον Μ. Κακογιάννη, τον Γ. Αρμένη, το Ιαπωνικό θέατρο Τοχο,, τον Γ. Νάκο, τον Τ.Αλκουλή κ.λ.π.), αγιογράφος, (ιστόρηση εκκλησιών στα Πευκάκια και στην Λέσβο), δάσκαλος στο Θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και σε σεμινάρια Θεατροπαιδείας, συνεργάτης των εκδόσεων Φιλιππότη, και φυσικά δέκα ατομικές εκθέσεις και έντεκα συλλογικές είναι οι κυριότερες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες.
Θα κλείσω αυτή τη σύντομη αναφορά σ’ έναν άνθρωπο που του αξίζουν πολύ περισσότερα από αυτά τα λίγα λόγια, με δυο κουβέντες για τον φίλο Ιωσήφ. Τον απλό, σεμνό, ανεπιτήδευτο, αλλά και γοητευτικό άνθρωπο που γνώρισα στο Θεατρικό εργαστήρι του Δήμου Ηλιούπολης πριν πολλά χρόνια. Ο Ιωσήφ, παρά την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική του αξία και αναγνώριση, ποτέ δεν κόμπασε, ποτέ δεν φέρθηκε με υπεροψία, ποτέ δεν κυνήγησε τη δημοσιότητα ή τους «κύκλους», ποτέ δεν «πούλησε καλλιτεχνιλίκι». Και ποτέ δεν αρνήθηκε σε όποιον του το ζήτησε την αφιλοκερδή συνεισφορά του. Έχει χαρίσει το ταλέντο του σε πάμπολλες ερασιτεχνικές παραστάσεις, έχει δώσει τα φώτα του σε κάθε πολιτιστική κίνηση που ζήτησε τη βοήθειά του, είτε πρόκειται για τον Δήμο, είτε για σύλλογο ή ομάδα, είτε για ατομική προσπάθεια. Χαίρεται να δημιουργεί και να στηρίζει όπου και όπως μπορεί. Χωρίς ποτέ να περιμένει αντάλλαγμα. Άνθρωπος που δεν άγγιξε ούτε μια τρίχα της κεφαλής του ο σημερινός συμφεροντολογισμός, ο σημερινός ωχαδερφισμός, η σημερινή μικροψυχία. Διατηρεί όλ’ αυτά τα χρόνια που τον ξέρω μια καρδιά άκακη και αγνή σαν μικρού παιδιού, και ένα βλέμμα ζωηρό και ανατρεπτικό σαν εφήβου. Γι’ αυτό και δεν παύει να δημιουργεί ακατάπαυστα μέχρι τα 73 του χρόνια.
Σήμερα έχει τα εγκαίνια μιας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης, με εκατό περίπου έργα του, στην Ηλιούπολη (κτίριο Μουσείου Εθν. Αντίστασης, Μ. Αντύπα και Σ. Βενιζέλου), που θα διαρκέσει μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, και θα είναι ανοιχτή κάθε μέρα από τις 18.00 έως τις 21.30.
Είμαι σίγουρη ότι θα φύγετε με τις αισθήσεις σας γεμάτες ομορφιά αν την επισκεφθείτε.
Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.
(Να σημειώσω ότι οι φωτογραφίες, τραβημένες από μένα, αδικούν κατάφωρα τα έργα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω άλλες...)
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008
Περιστάσεις (;)
Πού πέφτει ωστόσο το βάρος; Στο «περιστάσεις» ή στο «είμαι»; Οι περιστάσεις μάς δημιουργούν ή τις δημιουργούμε; Ή μήπως και τα δύο; Τύχη και εαυτός διαπλέκονται μ’ έναν τρόπο περίπου μυστηριακό. Είμαστε, θα έλεγα, οι περιστάσεις μας, όχι μόνο γιατί η τύχη θέλησε τις περιστάσεις μας, αλλά και γιατί κι εμείς τις θελήσαμε.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις η τύχη, που έφερε τις φωνές κάποιων από μας μέσα σ’ αυτόν τον αχανή τόπο, σε απόσταση αναπνοής.
Θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε μισοαδιάφορα, μισοευγενικά, μισοχαρούμενα, χωρίς να ανταλλάξουμε ανάσες. Δεν το κάναμε. Γιατί; Δεν ξέρω. Οι εύκολες απαντήσεις πολλές. Κοινά ενδιαφέροντα, κοινές αξίες, κοινές ανησυχίες. Είναι και αυτά. Όμως στις πραγματικά ευ-τυχείς συναντήσεις σχεδόν ποτέ δεν είναι μόνο αυτά. Είναι πάντα και κάτι άλλο. Αξεδιάλυτο και παράξενο. Αδιευκρίνιστο και λίγο ανομολόγητο, σαν για να μην το… ματιάσουμε. Είναι ίσως μια συνάφεια άγνωστου βάθους, που ρέει σαν κρυφό νεράκι στα υποστρώματα του εδάφους μας, ψάχνοντας άνοιγμα ν’ αναβλύσει. Είναι ίσως μια ριζωμένη αναμονή και επιθυμία, πιο ισχυρή απ’ όλες τις αντιξοότητες παρελθούσες και παρούσες, που επιτάσσει την ενσάρκωση. Την φανέρωση και παρουσία ενός Έτερου που δεν θα θωρακίζεται στην φοβική ετερότητα, αλλά θα επιτρέπει την γονιμότητα της αφιλοκερδούς ανταλλαγής. Όχι την ταύτιση, όπως συνήθως αφελώς ευχόμαστε. Αλλά την συγκατάθεση στην μοναδική ιδιαιτερότητα που ο Άλλος είναι, αντί της ομοιότητας που θα θέλαμε να του επιβάλουμε, επιδιώκοντας επί της ουσίας την επιβεβαίωση της μονήρους στενότητάς μας. Όχι την νοσηρή αυτοκατάργηση μέσα σε μια βιασμένη και ισοπεδωτική φιλότητα, αλλά την ευ-δαίμονα αποδοχή του Άλλου σαν μέρους μιας ρέουσας, ζωηρής, λάμπουσας σύνθεσης. Ωσάν τα τέσσερα στοιχεία του νερού, της φωτιάς, της γης και του αέρα να σταλάζουν την ουσία τους προσεκτικά –ακολουθώντας λες μια σιωπηρά προσυμφωνημένη δέσμευση- για να συντελεστεί εκείνο το μικρό θαύμα της κοινότητας. Εκείνης της σπάνιας συλλογικότητας, χωρίς προεξάρχοντες, δυνατούς και αδύνατους, άξιους και ανάξιους, καλύτερους και χειρότερους. Εκείνης της πολύτιμης συνύπαρξης, όπου όλοι θέλουν να αναδείξουν και να απολαύσουν την φυσική λάμψη του Άλλου. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς προδιαγραφές, χωρίς κυριαρχικές υστεροβουλίες.
Ύστερα από αναζήτηση και αποτυχημένους πειραματισμούς χρόνων, νομίζω πως τα παραπάνω –και όχι τα εύλογα αποτελέσματά τους, που είναι η αλληλοβήθεια, η συμπαράσταση, το μοίρασμα της καλής και της κακής στιγμής- είναι ο ορισμός της Φιλίας.
Και πιστεύω ότι όταν αυτή έρχεται, την αναγνωρίζεις διαμιάς από τον παρήγορο και λυτρωτικό τρόπο που κυλάει από ανάσα σε ανάσα, από βλέμμα σε βλέμμα, από κίνηση σε κίνηση, από κουβέντα σε κουβέντα. Από την ξαφνική –και ως δια μαγείας κοινή- αίσθηση οικειότητας, του «σαν να γνωριζόμαστε χρόνια». Από τον τρόπο που ρέει αβίαστα στα πιο διψασμένα κανάλια του εαυτού σου και της ζωής σου. Αυτά που αναζητούν την αθωότητα του ανιδιοτελούς «εμείς» μέσα από την κατάθεση αυθεντικών και ανοχύρωτων «εγώ».
Πιστεύω ακόμη πως τέτοιες συναντήσεις είναι ικανές να ανατρέψουν σωρεία απογοητεύσεων και σπαταλημένων προσδοκιών και να σε ξανακάνουν παιδί, επιτρέποντας στο όνειρο να αναμειχθεί με την πραγματικότητα, δίνοντας σ’ αυτή την τελευταία τον σπινθήρα που την κάνει Ζωή.
Σας ευχαριστώ γλυκείς μου μ’ όλη μου την ψυχή, που γίναμε μια τόσο ευτυχής περίσταση…
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008
ο Σχοινοβάτης
και σ’ όλους τους αιθεροβάμονες αυτού του κόσμου,
για να δικαιώνεται το ανελέητο και κραταιό
(Τάκης Δημόπουλος, "ο ακροβάτης")Η αγάπη αυτή - που είναι σχεδόν απελπισμός, όμως και απαλή πολύ - η αγάπη αυτή που χρωστάς να προσφέρεις προς το σκοινί σου, θα είναι τόσο κραταιά όσο κραταιό δείχνεται και το σκοινί για να σε βαστάξει. Έχω γνωριμία με τα άψυχα γνωρίζω, είναι δόλια και ατιθάσευτα. Όμως γνωρίζω και πόσο ξέρουν να σου λένε το ευχαριστώ τους.
Ορισμένοι δαμαστές μεταχειρίζονται βία.
Μπορείς κι εσύ να δαμάσεις το σκοινί σου. Μα πρόσεχε.
Όπως ο πάνθηρας, ή, καθώς λένε, κι ο λαός, το συρματόσκοινο αγαπά το αίμα. Καλύτερα να το μερέψεις.
Το τσίρκο είναι απαιτητικό. Αξιώνει προσοχή απόλυτη και οξύτατη. Η γιορτή δεν είναι η δική μας. Είναι αγώνισμα σωματικής μαστοριάς, που απαιτεί να είμαστε σε συναγερμό.
Ζωντάνεψε την ομορφιά που κρύβει το σκοινί σου –δική του είναι, δε σου ανήκει! Τα άλματα, τα σάλτα, τα χορευτικά σου βήματα –στη γλώσσα του ακροβάτη τα φλικ φλακ, τις τούμπες, τις ρόδες, το πήδημα θανάτου κλπ. δε θα τα πετύχεις για να διακριθείς εσύ, μα για να τραγουδήσει επιτέλους το συρματόσκοινο, που ήταν νεκρό και άφωνο.
Και θα σ’ ευγνωμονεί, αν οι κινήσεις όλες είναι άψογες να δοξαστεί εκείνο κι όχι εσύ.
Και το κοινό έκθαμβο να χειροκροτεί:
-Τι καταπληκτικό σκοινί! Κοίτα πώς στηρίζει το χορευτή του και πόσο τον αγαπά!
Αλλά και το σκοινί χάρη σ’ εσένα θα ‘ναι ένας θεσπέσιος χορευτής.
Μια αγένεια του Κοινού: στις πιο επικίνδυνες φιγούρες σου θα κλείσει τα μάτια. Κλείνει τα μάτια τις στιγμές που, για να το θαμπώσεις, πας και συνορεύεις με τον θάνατο.
Και μην απελπίζεσαι αν σ' εγκαταλείψει η δεξιοσύνη σου την ώρα της προπόνησης. Αρχίζεις με πλεονάζουσα ικανότητα μετά από λίγο όμως το σκοινί σε απογοητεύει, σε απογοητεύουν τα άλματα, το τσίρκο, ο χορός. Θα γνωρίσεις μια φάση πικρή, λίγο σαν κόλαση, και μόνο μετά, αφού περάσεις από το μελανό δάσος, θ' ανέβεις πάλι απάνω, αφέντης της τέχνης σου.
Το έδαφος θα σε κάνει να τρεκλίζεις.
Δεν θα εκπλαγώ αν πέσεις καθώς περπατάς στο δρόμο, και στραμπουλίξεις το πόδι σου. Το σκοινί θα σε στηρίζει καλύτερα, είναι ασφαλέστερο από το έδαφος.
(από τον «Σχοινοβάτη» του Ζαν Ζενέ)
Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008
Μνήμες πολύτιμες
(Duane Keiser)Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου
η γύμνια ολόκληρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας
όλα γυρεύουν να καούν.
Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ' το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή-
φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.
κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, ΙΔ
Τρίτη 12 Αυγούστου 2008
Το "άλυτο αίνιγμα"
"Ποιος φιλοσοφεί γνήσια για την ομορφιά;
Όχι εκείνος βέβαια, που το πρόβλημα της ομορφιάς πνευματικά μόνο τον απασχολεί και δεν τον συγκλονίζει ολόκληρο (…) Για την ομορφιά δεν μπορεί να φιλοσοφήσει παρά όποιος την είδε πραγματικά. Το πραγματικό κάλλος όμως σε πολύ λίγους αποκαλύπτεται. (…)
Η συνάντηση με την ομορφιά είναι πάντα τραγική. (…)
Όποιος είδε ζωντανό το κάλλος, δεν ζει παρά γι’ αυτό: για να το κατακτήσει, αν όχι στο απόλυτο ερωτικό αγκάλιασμα, τουλάχιστον με το λογικό του, λύνοντας το αίνιγμά του, ή με τις πλαστικές δυνάμεις του, κλείνοντας την ουσία του μεσ’ στο καλλιτέχνημα, που ο ίδιος θα δημιουργήσει.
Όποιος φιλοσοφεί γνήσια για το κάλλος, δεν φιλοσοφεί μονο με τη σκέψη. Το πάθος του λόγου του κινείται μαζί με τις διψασμένες αισθήσεις και τ’ ανήσυχα χέρια του, που ζητούν να πλάσουν και να πιάσουν ό,τι πληγώνει και ξεσχίζει τον νου, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο μέσον, που θέλει να το κατακτήσει.
Το πάθος αυτό κι ο πόνος, που πυρπολούν και ματώνουν ολόκληρο τον άνθρωπο, τον κάμνουν εξαιρετικά συγκεκριμένο και πραγματικό. Τον φορτώνουν με όλο το βάρος του εαυτού του, με την ευθύνη ολόκληρης της ύπαρξής του. Τον φυλάγουν από κάθε διασκόρπιση, διασκέδαση, διάλυση. Τον ρίχνουν άστεγο, μονάχο και γυμνό μέσ’ στο σκληρό ύπαιθρο της πραγματικότητας, όπου οι μάστιγες των ερωτικών ανέμων τον διώχνουν αλύπητα ως τις άκριες του κόσμου, εκεί που μαύρο ανοιγεται το φρικτό χάος. Ρίγη του ανεξιχνίαστου τον εγγίζουν κι αισθάνεται πνοές του θανάτου να τον χαϊδεύουν. Για να μην γκρεμισθεί στην άβυσσο του μηδενός, που χάσκει εμπρός του, αναγκάζεται να συγκεντρωθεί και να συσπειρωθεί ολόκληρος. Πρέπει να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις για ν’ αντιμετωπίσει τη θύελλα, που τον μαστίζει, και την εκμηδένιση, που τον απειλεί. Εκεί τον φέρνει το αντίκρυσμα της πραγματικής ομορφιάς. (…)
‘‘Σκόπελο της λογικής’’ είχε ονομάσει κάποτε ο Πλάτεν την ομορφιά. Τόσο η καφτερή λάμψη της γοητείας της, όσο και το παγερό σκοτάδι του μυστηρίου της μπορούν όσο λίγες άλλες δυνάμεις να θρυμματίσουν τη λογική μας. Και σαν λίγες όμως άλλες δυνάμεις μπορούν να θέσουν σε κίνηση το ματωμένο μας λόγο, που πληγωμένος βρίσκει τον εαυτό του κι αποκτά οξύτητα κι ορμή, που κάποτε τού δίνουν ικανότητες υπερβατικές. Τότε ο εκλεκτός ακούει τη φωνή του Θεού. Τότε ‘‘κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν, τούτο εκείνο, ού δη ένεκεν και οι έμπροσθεν πάντες πόνοι ήσαν’’*. Την κάτοψη όμως αυτή, που μας αποζημιώνει τόσο πλούσια για το προηγούμενο μαρτύριο, δεν μπορούμε να την εκβιάσομε. Μπορεί και να πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Ασφαλώς θα πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Η Διοτίμα αμφέβαλε αν κι αυτός ακόμη ο Σωκράτης θα γινόταν απ’ τους εκλεκτούς. Για τους ανθρώπους το κάλλος μένει άλυτο αίνιγμα. Το κάλλος είναι ένα απ’ τα όρια, όπου προσκρούουν οι ανθρώπινες δυνατότητές μας με τον τραγικότερο τρόπο. Πίσω απ’ το κάλλος υψώνεται ο Θεός ή χάσκει το μηδέν –το τίποτα.»
* Πλάτων, Συμπόσιον 210e







.jpg)
