"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Δύο αφηγήσεις

(Neda Doany)

Η ευλογημένη των νεκρών

Άρχισε να τραβάει προς τον ορίζοντα. Στη μια της μασχάλη είχε κάνει φωλιά μια χελιδονομάννα. Στην άλλη ένα μικρό φίδι. Προχωρούσε προσέχοντας τις κινήσεις των χεριών της, μη χαλάσει τις φωλιές. Ανησυχούσε και να μη διαταράξει την ασφάλεια της άγνοιας. Τα αυγά κινδύνευαν εκατέρωθεν. Ευτυχώς, σκεφτόταν, η θέση δεν διευκολύνει την αποκάλυψη. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η αριστερή της πλευρά ήταν από άμμο. Η δεξιά από κλαδιά. Στη μέση έτρεχε ένας ποταμός. Ξεκινούσε από τη ρίζα του μετώπου και την διέτρεχε ως κάτω, με διακλαδώσεις στα χέρια και τα πόδια. Τον είχε ονομάσει Αλ Ασάρ, χωρίς να ξέρει γιατί. Έβρισκε στον δρόμο της αγριόχορτα καθώς προχωρούσε, και τα ξερίζωνε μηχανικά. Στα φρύδια της πού και πού έπεφτε χιόνι. Το τίναζε με βιαστικές κινήσεις και τότε κινδύνευαν οι φωλιές να χαλάσουν. Κάποιες φορές χιόνιζε και στον ύπνο της. Ξυπνούσε με κρυστάλλους να κρέμονται μπρος στα μάτια της, λούζοντας τις βλεφαρίδες της σιγά-σιγά, καθώς ο ήλιος ανέβαινε.
...............................................
Η συνέχεια εδώ

(Lucian Freud)

Αναμονή

Τα μαλλιά του μάκραιναν ακατάστατα κι επίμονα. Τσουλούφια πετάγονταν δεξιά κι αριστερά, σαν κλαδιά γέρικου κέδρου. Και τον σκέπαζαν. Ώρες - ώρες του φαινόταν πως και τα δάχτυλά του μάκραιναν έτσι ανεξέλεγκτα, αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρος. Όμως όλο και περισσότερο ένοιωθε να κολλάει πάνω στα έπιπλα που καθόταν, καθώς η σάρκα του –έπρεπε πια να το παραδεχτεί- είχε αρχίσει να αποσυντίθεται. Ευτυχώς δεν πονούσε, έτσι που έλιωνε αργά, μόνο που τον ενοχλούσαν όλοι αυτοί οι λεκέδες πάνω στον καναπέ, στις καρέκλες, στο στρώμα, παντού.
..........................................
Η συνέχεια εδώ

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Μονόπρακτο σε χιλιάδες πράξεις

Χρόνια ρουθούνιζε κάτω απ’ τα πόδια. Θηρίο φιμωμένο. Το ένιωθες. Ναυτία. Ανέβαινε από τις πατούσες. Έβγαινε απ' το στόμα αναθυμιάσεις. Έρχεται. Θα πνίξει.. Δεν σε καταλαβαίνει. Σε κοιτάζει παστωμένος πέντε-έξι στρώματα βερνίκι. Μέσα απ’ το βρώμικο αμάξι σου βλέπεις κοκκινοκίτρινα φανάρια ασυνάρτητα. Πίσω στην άσφαλτο ο ουρανός λιωμένος. Ο τύπος λαδωμένος μέσα-έξω σπινιάρει να προφτάσει πρώτος το καινούριο ντηλ. Στο επόμενο φανάρι ο κουλός δεν σου ζητάει. Απαιτεί. Με μάτι άγριο απ’ την πείνα. Δίνεις. Ταμείο αλληλεγγύης τα φανάρια λες. Μα το παράθυρο ερμητικά κλειστό της διπλανής κυρίας. Με αχυρένιο το μαλλί και το μυαλό, ακκίζεται. Περήφανα θα γαμηθεί με ιδιοκτήτη πρώτης πίστας στη λεωφόρο. Δεν έχει τίποτα να φοβάται. Ο ουρανός ξωπίσω πατημένος άρχισε κιόλας να βρωμίζει. Παρκάρεις εξουθενωμένη.. Κείνο το τρίξιμο κάτω απ’ τα πόδια δε λέει να σταματήσει. Και το μυαλό γυρίζει. Ταβέρνα. Κουτούκι το θυμάσαι, σήμερα επέκταση παράνομη με τζαμαρία να χωράει. Πλήθος. Χοντρές αβάσταχτες κοιλιές. Γυναίκες ιδρωμένες. Υστερικά χορεύουν αντρικά. Να δείξουν πως μπορούν. Το ίδιο και τα τσιφτετέλια. Χλιμιντρίζουν πάνω τους λογής-λογής γιορντάνια και χρυσά. Οι άντρες καμαρώνουν ή βαριούνται. Τέλειωσε το φαί. Πάμε να φύγουμε. Ο λαός γιορτάζει. Την άνοδο της κλίμακας. Πατάτα, παϊδάκι, άντε και στο πατέ. Μακαριότητα και ρέψιμο. Ευτυχία. Η κόρη τους γατόνι. Πηδήχτηκε με τον καθηγητή. Πήρε πτυχίο. Κι ο γιος στη Ρουμανία πλήρωσε κάνα δυο. Ήρθε γιατρός. Ωραίο παληκάρι. Τάφτιαξε με κόρη κλινικάρχη. Σε λίγα χρόνια θα σφάζει ανενόχλητος. «Κακόκεφη σε βλέπω». Ξαφνιάζεσαι. Γυρνάς. Ο φίλος «άντε γεια μας». «Ρε σύντροφε, πού βλέπεις την υγεία για να πιω;» Δεν σε καταλαβαίνει. «Έχεις τίποτα;» «Όλα», του λες και απορεί. «Ζαλάδα από παντού», του εξηγείς. «Ήπιες πολύ;» «Απ’ όλα», σαδιστικά επιμένεις, να δεις ως πού θα πάει. Τα κάποτε υγρά του μάτια δεν ξέρουν πώς να σου φερθούν. Το casual δερμάτινο σακάκι υποψιάζεται, μα σωπαίνει. «Ένας καθηγητής, δικός σου, αριστερός, μου ‘λέγαν τα παιδιά, φασίστας μες στη τάξη», πετάω ξαφνικά στα μούτρα του. «Τι μου το λες;», η ενοχή αρχίζει ν’ αγριεύει. «Να κάνεις κάτι», συνεχίζω αδίστακτα, κουράστηκα με τις ψευτιές, «δεν είσαι συνδικαλιστής, οργανωμένος, στέλεχος;…» «Είμαι σε άλλη οργάνωση», με διακόπτει νευρικά. Του χάλασα το κέφι. Βραδιάτικο. «Άσ’ τα αυτά. Το Σάββατο έχουμε κανονίσει Ρέμο. Θάρθεις;» πάει να ισιώσει την κατάσταση. «Βρε αϊ πνίξου!». Σηκώνομαι και φεύγω απ’ την αηδία. Μα η ζαλάδα του κόσμου όλου γύρω μου. Κι ο ουρανός στην άσφαλτο έχει σαπίσει. Ζέχνει. Το χώμα τρίζει επικίνδυνα. Το βλέπεις. Έρχεται. Φτάνεις στο σπίτι ίσα-ίσα. Ανοίγεις τηλεόραση. Λάβα κακιά απ’ τα έγκατα ξερνάει ο κόσμος. Συντέλεια στα ρουθούνια ανεβαίνει. Μικρά παιδιά παίζουν φωτιά. Άγουρα μάτια βλέπουν νύχτα. Σφάζουν της πόλης την κοιλιά. Πετροβολούν τον θάνατο. Οργή Θεού. Και ο λαός κοιμάται. Λάβα κακιά ξεχείλισε. Τους καίει στα κρεβάτια έντρομους. Ιδρώνουν τύψεις. Κρεμιούνται απ’ τις οθόνες να σωθούν. Ο Μάγιστρος, με τη φωνή ατάραχη από το μηχανάκι στο λαιμό, ασύστολα επικρίνει τ’ ανόσια πλάσματά του. Έχει δεμένα όλα τα σκοινιά. Θα επιζήσει επί παντός. Η ψεύτικη ψιλόλιγνη κουνάει βλεφαρίδες προγραμματισμένες σε κρίση συνείδησεως «αχ τα παιδιά μας…», η νταντά έχει καλά κλειδώσει τα δικά της. Ο τρίτος με λαμπιόνια κρεμασμένα μπρος στα μάτια αστράφτει για τη βία, να έχει τους εμπόρους. Κι ένας αρκούδος κουρδισμένος στην κορυφή, κουνάει χέρια χείλη, με υπευθυνότητα. Γυαλίζουν εν ολίγοις όλες οι γραβάτες λόγια βαρύγδουπα που τρέχουν με τα σάλια, ως να τελειώσει κι αυτό το νταβαντούρι. Κι ο πεινασμένος μετανιώνει που δεν βούτηξε κι αυτός κανένα κινητό μες στην αναμπουμπούλα. «Αξιοπρέπεια, ψελλίζεις, φιλότιμο, σε ύστατη προσπάθεια.» «Τι είν’ αυτά; Με κοροϊδεύεις; Στο ’21 είμαστε ακόμα; Προοδέψαμε. Δεν το κατάλαβες;»
Λυγίζει ακόμα κι ο Θεός. Βάζει τα κλάματα. Βρέχει. Σβήνουν οι φωτιές. Έκλεισαν πέντε μέρες. Έτσι είναι πάντα. Πιο γρήγορη η καταστροφή απ’ τη δημιουργία.
Στον πατημένο ουρανό κοιμάται ένα αγόρι.
Αυλαία.


ΥΓ. Θ’ αργήσει η επόμενη παράσταση.
Μα πρέπει να ‘χει happy end. Βαρέθηκα τα δράματα.

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Μπλάντυ Μαίρη


Παρασυρμένη από το δέντρο-τέρας της Αλέκας, άρχισα να διαβάζω την "Εγκυκλοπαίδεια των τεράτων" του Γιώργου Μπλάνα. Η Αιματομαρία (πιο γνωστή ως Μπλάντυ Μαίρη) έδωσε την έμπνευση:



«Σταμάτα πια σου λέω να φτιάχνεις τα μαλλιά σου! Δεν με λυπάσαι;»
Μαύρα μαλλιά στιλπνά νυχτερινά μπρος στον καθρέφτη. Τινάχτηκαν. Γύρισε τρομαγμένη ελάφι.
Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Φεύγει τρέχοντας.

Επάνω σ’ αρμυρό νερό κυλάει η νύχτα των θαυμάτων. Πρόσεχε!

Άδειος καθρέφτης κοιτάζει το δωμάτιο. Μια πολυθρόνα κόκκινο βελούδο με νυχιές στο μπράτσο από την γάτα, ένα κλειστό παράθυρο και μια γωνία από ντουλάπα βαμμένη πράσινο κυπαρισσιού.
«Τι ακαταστασία!...» Σκύβει για να μαζέψει περιοδικά κι εφημερίδες απ’ το πάτωμα, μα τα μαλλιά της την τυφλώνουν, πέφτουν μπροστά, μπερδεύονται στα κουμπιά του φουστανιού της. Σηκώνεται, τα δένει νευρικά με λαστιχάκι.

Ξέχασε η ομορφιά να βάλει χαλινάρι κι άφρισε. Τόσες φορές σου είπα, μη τρέχεις έτσι
μεθυσμένος.

Γυρίζει ξαφνικά. Μπροστά της. Μουσκεμένος.
«Μα κάνει ζέστη σήμερα… Πού βράχηκες;... Άνοιξε τον ανεμιστήρα σε παρακαλώ… να φύγει αυτό που έρχεται…»
Δεν την κοιτάζει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Μπρούμυτα. Το χέρι κρεμασμένο. Να το πιάσει; Που ακουμπάει στο πάτωμα γυμνό, σπασμένο. Η γη της πανικός. Να περιστρέφεται γύρω απ’ τον αφαλό της.
«Πού χτύπησες;»
«Δεν χτύπησα. Παράτα με!»
«Μα έχεις αίμα…»

Η νύχτα μούσκεμα με βάθος δυο πηγάδια, δεν του μιλάει για τα νερόφιδα. Σωπαίνει.
Περιμένει.

«Δεν βλέπεις; Δεν αντέχω…»
«Τι δεν αντέχεις;»
«Να σε βλέπω!... Τόσο όμορφη…»
«Μα…»
«Σκάσε επιτέλους! Πεθαίνω εξ αιτίας σου. Νύχτα τη νύχτα.»
«Τα μαλλιά μου είναι;… Πες μου. Τα μαλλιά μου ή ο καθρέφτης;…»
Γυρίζει αργά το πρόσωπό του κρύβοντας τα μάτια με το χέρι.
«Με τυφλώνεις…»
«Δεν είμαι εγώ… ο καθρέφτης… Κοίτα!»
«Ξέρω… ξέρω… τα ίδια κάθε βράδυ…»

Το αίμα αρχίζει να συρίζει…

«…Το ίδιο ψέμα κυνηγάω να το πιάσω. Κάθε βράδυ. Να το σκοτώσω. Μα μου φεύγει… Εκεί. Στην άκρη της πλατείας. Κρύβεται κάτω από το παγκάκι τη στιγμή που σβήνω το τσιγάρο αποφασισμένος. Κι έπειτα χάνεται μες στους θάμνους. Το ακούω που σέρνεται κοροϊδεύοντας, με τ’ άσπρα δόντια του να κροταλίζουν.»

…άρχισε κιόλας να γελάει καλπάζοντας μες στον καθρέφτη

«Δεν είναι τίποτα γλυκέ μου, θα περάσει…»
«Πώς;… Κουράστηκα…»
«Μαζί θα πάμε να το κυνηγήσουμε.»
«Μαζί;! Δεν γίνεται! Εσύ γεννάς τις νύχτες!. Κάθε νύχτα. Σε βλέπω εδώ μπροστά μου στο κρεβάτι να γεννάς. Κι έπειτα φεύγεις. Πας λες να πιεις νερό. Ποιος ξέρει τι κάνεις στην κουζίνα… φοβάμαι πλέκεις τα μαλλιά σου… Εσύ με πλέκεις στα μαλλιά σου! Μη σου φύγω!»
«Μα τι λές;… Εγώ;…»
«Εσύ! Εσύ!»

Επάνω στην ντουλάπα ένας χορός μικρά τυφλά ποντίκια χοροπηδούν μ’ εξαλλοσύνη
ακατανόητη. Μαύρα συρσίματα παντού.

«Εγώ τα κόβω τα μαλλιά μου! Τώρα! Σύρριζα! Ορίστε, να! Το βλέπεις; Να μη γλιστράς τις νύχτες… κοίτα!»
Σιωπή. Κι άλλη σιωπή.
Σιωπή.
Δειλά τραβά το χέρι από τα μάτια.
«Πού είσαι; Κρύφτηκες; Γιατί δεν μου μιλάς; Πού χάθηκες;»
Σηκώνεται. Πηγαίνει στον καθρέφτη. Κοιτάζει μέσα. Εκείνη. Ματωμένη. Τα μαύρα της μαλλιά δεμένα στους καρπούς της. Πρόσωπο ρημαγμένο. Ψαλιδιές. Η ομορφιά κομμάτια.
«Τι έκανες;… Μαρία… Μαρία… Μαρία…»
Πάει να φύγει φρικιασμένος. Ορμάει εκείνη.
«Άσε με! Δεν αντέχω! Φεύγω!»
Πέφτει με λύσσα πάνω του. Σπαράζει.

Μαύρα συρσίματα παντού. Νερά αρμυρά αφρισμένα. Τυφλά ποντίκια να χορεύουν.
Αίμα της ομορφιάς λυτό. Μια τρέλα.

Εκείνη βγαίνει από την κουζίνα με το κεφάλι ξυρισμένο. Τον βλέπει μπρος στον καθρέφτη σωριασμένο. Μέσα στα αίματα. Δίπλα του το ψαλίδι. Τρέχει τον αγκαλιάζει.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

τ' αηδόνια ξενυχτάνε ακόμα

Στην Μαριέλα
One bourbon, one scotch, one beer!
Σε όσα έγιναν και δεν ξεγίνονται. Στα Κυπαρίσσια και στ’ αδικημένα πεφταστέρια. Στον μώλο, τον Γιάννη και την Έστερ. Στα Κουφονήσια και στα γέλια τ' αλατιού. Σ’ αυτούς που ήρθαν και δεν έφυγαν. Στον Γιώργο, τον Αρκούδο, τον Σταμάτη. Στον Μπάμπη και την Σίσυ. Στον Σάκη που δεν ήθελε να φύγει κι έφυγε. Στον Γιάννη Κ., την Αγγελική και την Βανούλα. Στον Γιάννη Α. Στον πράσινο μπακαλιάρο τον ιπτάμενο πασών των θαλασσών και ναυαγίων. Στα ολόγιομα φεγγάρια, τις καντάδες και τα χέρια. Στον Τάκη και τον Ουρανό. Στον κ. Γιώργο που έπινε σαν άρχοντας. Στον Θέλγο και τον Πειραιά. Στους φοίνικες που εκρήγνυνται από μεθύσι χρώματος καρδιάς. Στο Basement B που ψάχνει πάντα ανάποδα την έξοδο κινδύνου. Στον Μόργκαν, την Μπιζού και την Λελούδω. Στον τοσοδούλη, τις καλύβες, την Αντίπαρο. Στον Μίσα και τον Γιάννη.
One bourbon, one scotch, one beer!
Στους δρόμους των νησιών ανθρώπων-πλοίων.
Στα τζάμια που τα λιώνουν οι σταγόνες της βροχής.
Σε όσους δεν φοβήθηκαν να ταξιδέψουν με καιρούς.
One bourbon, one scotch, one beer!
Στην τρέλα που θα ορίζει τους ορίζοντες να μην τελειώνουν.
Στην υγειά μας φιλενάδα!


Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Αναντιστοιχία πλάτους


Η επαρχιακή πόλη που μεγάλωσα. Και στη μέση της μια μικρή πλατεία. Πολύ μικρή. Απορώ πώς χωράει η εκκλησία. Όταν ήμουν παιδί ήταν τεράστια αυτή η πλατεία. Το θυμάμαι καλά. Κουραζόμουν να τρέχω πάνω-κάτω. Και να παίζω κουτσό στις πλάκες. Κάτι πλάκες ίσαμε το μπόι μου. Εκσφενδονιζόμουν από πλάκα σε πλάκα για να τα καταφέρω. Και τα κατάφερνα. Τώρα πρέπει να κοντύνω το βήμα μου για να περπατήσω από πλάκα σε πλάκα. Τι κρίμα. Να κονταίνεις το βήμα σου όσο μεγαλώνεις… Και να μικραίνουν οι πλατείες… Τι ανάποδος εκσυγχρονισμός είναι αυτός; Καλά κατηγορούν τις κυβερνήσεις. Θα έπρεπε οι πλατείες να μεγαλώνουν μαζί με τους ανθρώπους που τις περπατούν. Κατ’ αντιστοιχίαν πλάτους. Το λέει άλλωστε κι η λέξη.
(ο πίνακας είναι του Μαδένη)