Την Κυριακή βρέθηκα σε μια εκδήλωση στον Δήμο Υμηττού, με θέμα το «έντεχνο» ελληνικό τραγούδι. Συζήτησαν γι’ αυτό η δημοσιογράφος
Στέλλα Βλαχογιάννη, συνεργάτης πολλών έγκριτων εντύπων, και παραγωγός της εκπομπής «ιατρείον ασμάτων», στο Δεύτερο, που μου αρέσει να ακούω κάθε Τετάρτη στις 12.00 τη νύχτα, και ο στιχουργός και «ηθικός αυτουργός» της δισκογραφικής και εκδοτικής εταιρείας «Μικρή άρκτος»,
Παρασκευάς Καρασούλος. Άνθρωποι και οι δύο που έχουν υπηρετήσει επί δεκαετίες χωρίς υποχωρήσεις και παραχωρήσεις το καλό ελληνικό τραγούδι.
Πολλά τα ενδιαφέροντα που ειπώθηκαν, σ’ έναν ελεύθερο, ζωντανό και χαλαρό διάλογο, χωρίς τα συνηθισμένα κλισέ αυτών των εκδηλώσεων.
Οι ομιλητές συνοψίζοντας αρχικά την πορεία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια, επεσήμαναν τα χαρακτηριστικά του, τονίζοντας ότι η Ελλάδα είχε την ευτυχία να ζήσει, στην δεκαετία του ’60, μια πολύ μεγάλη άνθηση του μελοποιημένου ποιητικού λόγου, κάτι που ενίσχυσε ιδιαίτερα την ποιότητά του. Σ’ αυτό ακριβώς το φαινόμενο έχει άλλωστε την ρίζα του το αποκαλούμενο «έντεχνο» τραγούδι, το οποίο ο Π. Καρασούλος όρισε ως το τραγούδι που βασίζεται στον λόγο. Σωστά κατά τη γνώμη μου, γιατί αναγκαστικά ο λόγος συμπαρασύρει την μουσική. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα αναμετρηθεί κάποιος με τον λόγο του Σεφέρη, του Ελύτη, του Καββαδία, του Ρίτσου, με ευτελείς μουσικές φόρμες. Ανέφερε επίσης ότι στην Ευρώπη έχει εκλείψει πια αυτό το είδος. Μόνο στην Ελλάδα και την Πορτογαλία επιβιώνει ακόμη. Υπό καθεστώς διωγμού όμως πια.
Γιατί δυστυχώς αυτή η άνθηση ανακόπηκε με την έλευση της δικτατορίας, για να φτάσουμε σιγά-σιγά στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα, αφού μεθοδευμένα αφοπλίστηκαν και απομονώθηκαν και όσοι αναδείχθηκαν μέσα από την δικτατορία και κατά την μεταπολίτευση, συνεχίζοντας εκείνη την μεγάλη σχολή των Μ. Θεοδωράκη, Μ. Χατζιδάκι κ.λ.π.

Οι ομιλητές γνωρίζοντας εκ των έσω, και δίνοντας την μάχη τους σώμα με σώμα, με τις θηριώδεις πολυεθνικές, αποκάλυψαν πράγματα που εμείς οι… καταναλωτές του πολιτισμού δεν υποψιαζόμαστε. Πώς στήθηκε σιγά-σιγά τις δύο τελευταίες δεκαετίες όλη αυτή η βιομηχανία παραγωγής σκουπιδιών. Πώς πετάχτηκαν έξω από αυτήν μεγέθη όπως ο Μικρούτσικος, ο Σαββόπουλος κ.ά. Πώς ολίγον κατ’ ολίγον παραγκωνίσθηκαν οι δημιουργοί (συνθέτης, στιχουργός) για να δοθεί η θέση τους στον πανταχόθεν φωτοβολημένο μέγα πρωταγωνιστή του πάλκου, τον τραγουδιστή. Πώς φροντίζουν μέσω των ριάλιτυ, των Μ.Μ.Ε κ.λ.π., να ψαρεύουν και αναδεικνύουν αναλώσιμες φωνές των μιας-δυο σαιζόν, για να έχουν τα πάντα και τους πάντες του χεριού τους. Πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο δημιουργό ή ερμηνευτή να βρει ανοιχτή πόρτα (όταν π.χ., άκουσον-άκουσον, το να είναι μορφωμένος αποτελεί… μειονέκτημα -ναι, καλά διαβάσατε, αν πάτε να ζητήσετε ακρόαση από μεγάλη δισκογραφική, καλού κακού κρύψτε το πτυχίο, για να μη σας πω να πετάξετε και κανένα «την οδός» για να φέρνετε προς Άντζελα). Πώς η μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών ραδιοφωνικών εκπομπών δουλεύουν με λίστες… προώθησης προϊόντων, και ελάχιστοι είναι αυτοί που παραμένουν ακόμη ανεξάρτητοι -για την τηλεόραση βέβαια δεν συζητάμε καν. Το πώς τέλος όλ’ αυτά γίνονται πια με απόλυτο θράσος. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Π. Καρασούλος, ότι δυσκολεύεται πια να λέει κανείς ότι γράφει ή εκδίδει «έντεχνο» τραγούδι.
«Τι πάει να πει έντεχνο; Δηλαδή τα δικά μας τι είναι… άτεχνα;» είναι η απάντηση. «Ε, ναι λοιπόν, απάντησε η Σ. Βλαχογιάννη, άτεχνα είναι!».
Εμένα δεν μου μένει παρά να προσυπογράψω! Όχι απλώς άτεχνα, θόρυβος που πονάει τ’ αυτιά μας, όπως είχε πει ένας φίλος, είναι.
Προσυπογράφω όμως ακόμη και το σχόλιο που έγινε από το κοινό: Μήπως έχουμε κι εμείς ευθύνη; Γιατί δεν ξέρω καμμία βιομηχανία που να παράγει κάτι που δεν καταναλώνεται.