"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοχασμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

Λευκοφόρος την διάνοιαν



"Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας -λευκοφόρος την διάνοιαν, που λέει κι ο Ρωμανός- σε δύο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο, κι όταν το έχει διατρέξει ως την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ τού είναι απολύτως άχρηστα. Μιλώ πέραν από την ανάγκη και πάνω από την ανισότητα των πεπρωμένων."
(Οδ. Ελύτης, "Εν λευκώ")

Καλή Ανάσταση

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

ο κ. Κόυνερ απαντά


Σε εποχές κρίσης -σαν τη δική μας-, ο άνθρωπος αναζητεί απαντήσεις σε ερωτήσεις κρίσεως -σαν τις δικές μας.

Ο κ. Κόυνερ (του οποίου το όνομα Keuner υπαινίσσεται τη λέξη keiner=κανένας) απαντά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:



Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινώ εγώ ο ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.


Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ’ όνομα Χμ,χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυο-τρεις φορές: Χμ.χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνωμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ., κουνώντας το κεφάλι του, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ, χμ, γιατί πιστεύουν ότι δε σημαίνει τίποτα.


Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι αποκρίθηκε ο κ. Κ. ο άνθρωπος.


Ο κ. Κ. κοίταξε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.



Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου , του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.



"Ιστορίες του κ. Κόυνερ", Μπέρτολτ Μπρεχτ

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Αήθης καλλιτέχνης


Ευγένιος Ιονέσκο, Αναζητήσεις


(για να διαβάσετε: κλικ πάνω στην εικόνα )

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Ας ακούμε και τους σοφούς... Κάτι ξέρουν...


"Όταν προσδοκούμε από τους άλλους να μάς «καταλάβουν», στην ουσία τούς ζητούμε να μάς συμμεριστούν την αυτοκατανόησή μας. Φιλία είναι η (σιωπηρή) συμφωνία ότι η μία πλευρά συμμερίζεται την αυτοκατανόηση της άλλης."
(ε, αν δεν καταλαβαίνει πόσο καλή, έξυπνη, λαμπερή, ταλαντούχα, μοναδική είμαι, τι φίλος είναι;)


"Μιά συζήτηση περί φιλίας ή αγάπης μπορεί να σημάνει την αρχή ή το τέλος της φιλίας ή της αγάπης."
(σσσσσσστττ… άσε καλύτερα... ας μη πούμε τίποτα….)


"Οι αλαζόνες προκαλούν την αντιπάθεια επειδή δεν μπορούμε να περιμένουμε επιβεβαίωση της δικής μας φιλαυτίας."
(ε, είναι κι αυτό… Σου μιλάω βρε παιδί μου! Δεν μου δίνεις καμμία σημασία!)


"Οι ανόητοι μονίμως παραπονούνται ότι οι ευφυείς είναι επηρμένοι."
(ποτέ! Ποτέ! Εγώ παράπονα; Ποτέ!)


"Στις επιτυχίες αισθανόμαστε πάνω από το ανθρώπινο μέτρο, στις αποτυχίες αναλογιζόμαστε την κοινή ανθρώπινη μοίρα."
(στάσου να θυμηθώ…)


"Οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό."
(πού πουλάνε τέτοιες, κι έχω γεμίσει καρούμπαλα!)


"Οριστικό επιχείρημα υπέρ του καπνίσματος: η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενος."
(Ναι! Ναι! Ναι!)


"Απ' όλα προτιμώ περισσότερο την μετριοφροσύνη των αμόρφωτων. Όμως από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων."
(Ουφ, πότε θα μάθω όλ’ αυτά που θέλω, να γίνω κι εγώ μια ματαιόδοξη με την ησυχία μου…)


"Ο απέραντος πόθος να ρουφήξεις τον κόσμο — και η απέραντη ανία αφότου το έκανες."
(αυτό πάλι πού το πας;….)


"Οι αξίες είναι σχετικές και ο άνθρωπος θνητός· στην έσχατη συνέπειά του τούτο το στοιχειώδες συμπέρασμα σημαίνει: μηδενισμός."
(καλά τόχα καταλάβει εγώ… άδικα παιδεύομαι …)


Παναγιώτης Κονδύλης, Αφορισμοί και αποφθέγματα

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

ο Σχοινοβάτης

στον Θερσίτη
και σ’ όλους τους αιθεροβάμονες αυτού του κόσμου,
για να δικαιώνεται το ανελέητο και κραταιό
τεντωμένο σκοινί που μας βαστά

(Τάκης Δημόπουλος, "ο ακροβάτης")


Η αγάπη αυτή - που είναι σχεδόν απελπισμός, όμως και απαλή πολύ - η αγάπη αυτή που χρωστάς να προσφέρεις προς το σκοινί σου, θα είναι τόσο κραταιά όσο κραταιό δείχνεται και το σκοινί για να σε βαστάξει. Έχω γνωριμία με τα άψυχα γνωρίζω, είναι δόλια και ατιθάσευτα. Όμως γνωρίζω και πόσο ξέρουν να σου λένε το ευχαριστώ τους.

Ορισμένοι δαμαστές μεταχειρίζονται βία.
Μπορείς κι εσύ να δαμάσεις το σκοινί σου. Μα πρόσεχε.
Όπως ο πάνθηρας, ή, καθώς λένε, κι ο λαός, το συρματόσκοινο αγαπά το αίμα. Καλύτερα να το μερέψεις.

Το τσίρκο είναι απαιτητικό. Αξιώνει προσοχή απόλυτη και οξύτατη. Η γιορτή δεν είναι η δική μας. Είναι αγώνισμα σωματικής μαστοριάς, που απαιτεί να είμαστε σε συναγερμό.

Ζωντάνεψε την ομορφιά που κρύβει το σκοινί σου –δική του είναι, δε σου ανήκει! Τα άλματα, τα σάλτα, τα χορευτικά σου βήματα –στη γλώσσα του ακροβάτη τα φλικ φλακ, τις τούμπες, τις ρόδες, το πήδημα θανάτου κλπ. δε θα τα πετύχεις για να διακριθείς εσύ, μα για να τραγουδήσει επιτέλους το συρματόσκοινο, που ήταν νεκρό και άφωνο.
Και θα σ’ ευγνωμονεί, αν οι κινήσεις όλες είναι άψογες να δοξαστεί εκείνο κι όχι εσύ.
Και το κοινό έκθαμβο να χειροκροτεί:
-Τι καταπληκτικό σκοινί! Κοίτα πώς στηρίζει το χορευτή του και πόσο τον αγαπά!
Αλλά και το σκοινί χάρη σ’ εσένα θα ‘ναι ένας θεσπέσιος χορευτής.

Μια αγένεια του Κοινού: στις πιο επικίνδυνες φιγούρες σου θα κλείσει τα μάτια. Κλείνει τα μάτια τις στιγμές που, για να το θαμπώσεις, πας και συνορεύεις με τον θάνατο.

Και μην απελπίζεσαι αν σ' εγκαταλείψει η δεξιοσύνη σου την ώρα της προπόνησης. Αρχίζεις με πλεονάζουσα ικανότητα μετά από λίγο όμως το σκοινί σε απογοητεύει, σε απογοητεύουν τα άλματα, το τσίρκο, ο χορός. Θα γνωρίσεις μια φάση πικρή, λίγο σαν κόλαση, και μόνο μετά, αφού περάσεις από το μελανό δάσος, θ' ανέβεις πάλι απάνω, αφέντης της τέχνης σου.

Το έδαφος θα σε κάνει να τρεκλίζεις.

Δεν θα εκπλαγώ αν πέσεις καθώς περπατάς στο δρόμο, και στραμπουλίξεις το πόδι σου. Το σκοινί θα σε στηρίζει καλύτερα, είναι ασφαλέστερο από το έδαφος.


(από τον «Σχοινοβάτη» του Ζαν Ζενέ)

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Το "άλυτο αίνιγμα"

Η... θανάσιμη ομορφιά της "ματωμένης Μαίρης" μου θύμισε την "Μυθολογία του ωραίου" του Δ. Καπετανάκη. Μια γεύση του παθιασμένου λόγου του, που σίγουρα "φιλοσοφεί γνήσια για την ομορφιά":



"Ποιος φιλοσοφεί γνήσια για την ομορφιά;
Όχι εκείνος βέβαια, που το πρόβλημα της ομορφιάς πνευματικά μόνο τον απασχολεί και δεν τον συγκλονίζει ολόκληρο (…) Για την ομορφιά δεν μπορεί να φιλοσοφήσει παρά όποιος την είδε πραγματικά. Το πραγματικό κάλλος όμως σε πολύ λίγους αποκαλύπτεται. (…)
Η συνάντηση με την ομορφιά είναι πάντα τραγική. (…)
Όποιος είδε ζωντανό το κάλλος, δεν ζει παρά γι’ αυτό: για να το κατακτήσει, αν όχι στο απόλυτο ερωτικό αγκάλιασμα, τουλάχιστον με το λογικό του, λύνοντας το αίνιγμά του, ή με τις πλαστικές δυνάμεις του, κλείνοντας την ουσία του μεσ’ στο καλλιτέχνημα, που ο ίδιος θα δημιουργήσει.
Όποιος φιλοσοφεί γνήσια για το κάλλος, δεν φιλοσοφεί μονο με τη σκέψη. Το πάθος του λόγου του κινείται μαζί με τις διψασμένες αισθήσεις και τ’ ανήσυχα χέρια του, που ζητούν να πλάσουν και να πιάσουν ό,τι πληγώνει και ξεσχίζει τον νου, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο μέσον, που θέλει να το κατακτήσει.


Το πάθος αυτό κι ο πόνος, που πυρπολούν και ματώνουν ολόκληρο τον άνθρωπο, τον κάμνουν εξαιρετικά συγκεκριμένο και πραγματικό. Τον φορτώνουν με όλο το βάρος του εαυτού του, με την ευθύνη ολόκληρης της ύπαρξής του. Τον φυλάγουν από κάθε διασκόρπιση, διασκέδαση, διάλυση. Τον ρίχνουν άστεγο, μονάχο και γυμνό μέσ’ στο σκληρό ύπαιθρο της πραγματικότητας, όπου οι μάστιγες των ερωτικών ανέμων τον διώχνουν αλύπητα ως τις άκριες του κόσμου, εκεί που μαύρο ανοιγεται το φρικτό χάος. Ρίγη του ανεξιχνίαστου τον εγγίζουν κι αισθάνεται πνοές του θανάτου να τον χαϊδεύουν. Για να μην γκρεμισθεί στην άβυσσο του μηδενός, που χάσκει εμπρός του, αναγκάζεται να συγκεντρωθεί και να συσπειρωθεί ολόκληρος. Πρέπει να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις για ν’ αντιμετωπίσει τη θύελλα, που τον μαστίζει, και την εκμηδένιση, που τον απειλεί. Εκεί τον φέρνει το αντίκρυσμα της πραγματικής ομορφιάς. (…)

‘‘Σκόπελο της λογικής’’ είχε ονομάσει κάποτε ο Πλάτεν την ομορφιά. Τόσο η καφτερή λάμψη της γοητείας της, όσο και το παγερό σκοτάδι του μυστηρίου της μπορούν όσο λίγες άλλες δυνάμεις να θρυμματίσουν τη λογική μας. Και σαν λίγες όμως άλλες δυνάμεις μπορούν να θέσουν σε κίνηση το ματωμένο μας λόγο, που πληγωμένος βρίσκει τον εαυτό του κι αποκτά οξύτητα κι ορμή, που κάποτε τού δίνουν ικανότητες υπερβατικές. Τότε ο εκλεκτός ακούει τη φωνή του Θεού. Τότε ‘‘κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν, τούτο εκείνο, ού δη ένεκεν και οι έμπροσθεν πάντες πόνοι ήσαν’’*. Την κάτοψη όμως αυτή, που μας αποζημιώνει τόσο πλούσια για το προηγούμενο μαρτύριο, δεν μπορούμε να την εκβιάσομε. Μπορεί και να πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Ασφαλώς θα πεθάνομε χωρίς να μας δοθεί. Η Διοτίμα αμφέβαλε αν κι αυτός ακόμη ο Σωκράτης θα γινόταν απ’ τους εκλεκτούς. Για τους ανθρώπους το κάλλος μένει άλυτο αίνιγμα. Το κάλλος είναι ένα απ’ τα όρια, όπου προσκρούουν οι ανθρώπινες δυνατότητές μας με τον τραγικότερο τρόπο. Πίσω απ’ το κάλλος υψώνεται ο Θεός ή χάσκει το μηδέν –το τίποτα.»

* Πλάτων, Συμπόσιον 210e

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Μονόδρομος λοιπόν...

(Βαν Γκογκ, έναστρη νύχτα)


Εις απάντησιν της προηγούμενης ανάρτησης,
ο μόνος σωτήριος μύθος:


"Μίλα κατά την τρέλα που σε σαγήνευσε"

(Α. Μπρετόν – Π. Ελυάρ. « Η άμωμος σύλληψις»)

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Ωστόσο...


"Η διαφορά της μέθης από τη διαυγή ενατένιση βρίσκεται στην ικανότητά της να βιώνει την αλήθεια –τη μόνη αλήθεια- του θανάτου ως παρούσα τραχύτητα και όχι ως αναμενόμενη εκμηδένιση. (…) Μόνο στη διάλυση και στην απώλεια αναγνωρίζει ο θνητός τη μοίρα του. Όχι στην ισορροπία, την πληρότητα και την ολοκλήρωση. (…) Πλήρης καταστροφή του νου και της καρδιάς, πλήρης εξευτελισμός των οστέων. Απόλυτη αδυναμία. (…) Ζώντας μέσα σε κοχλάζουσες σωτηριολογίες ή ευπρόσωπους κομφορμισμούς, δε σκεφτόμαστε τη δυνατότητα της απόλυτης εξόδου. Μια παραίτηση που δεν βγαίνει στη σύνταξη για να κάνει κάτι άλλο, αλλά σχολάζει από τα πάντα. (…)
Αυτό είναι το σκάνδαλο για το οποίο ο πολιτισμός δεν μπορεί να κάνει καμιά σωτήρια σκέψη. Το μόνο που γνωρίζει είναι να μη δείχνει το δρόμο, αλλά την απατηλή παράκαμψη, να μην προσφέρει τον ύπνο, αλλά το κρεβάτι, να δίνει βιβλία, όχι την αλήθεια. Ολόκληρος συγκροτεί ένα ζωτικό και μείζον ψεύδος. Και ο ανά τους αιώνας ταξιδιώτης δε βρίσκει πού να ξεκουράσει τον ίσκιο του. "

Κ. Παπαγιώργης, Περί μέθης

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

η φύση του εδάφους


Με κάθε ειλικρίνεια, σ' αυτόν τον χώρο δεν νοιώθω μόνη.

Στην σύντομη απουσία μου, ένας πολύ αγαπημένος φίλος αυτής εδώ της παρέας, αγωνιστής καθαρόαιμος, παθιασμένος με όσα όλοι εμείς παλεύουμε να κρατήσουμε όρθια, ένας άνθρωπος που δεν διστάζει χρόνια ολόκληρα να τα βάζει με ό,τι στέκεται εμπόδιο στα ιδανικά στα οποία έχει τάξει τον εαυτό του, χωρίς να υπολογίζει προσωπικό κόστος και κούραση, οργίστηκε -είμαι σίγουρη όχι άδικα- και ήδη, με το πείσμα αμετανόητου έφηβου που θαυμάζω, ανασυντάχθηκε. Του αφιερώνω λίγα λόγια του Κάφκα.

Στον Θερσίτη λοιπόν, με την αμέριστη συμπαράστασή μου στο πάθος και την πίστη του.


"Αν περπατούσες σε ίσιωμα και είχες την καλή θέληση να βαδίσεις, έκανες όμως βήματα προς τα πίσω, τότε αυτό θα ήταν απελπιστικό. Αφού όμως αναρριχιέσαι σε μια τόσο απότομη πλαγιά, τόσο απότομη περίπου, ώστε να βλέπεις τον ίδιο τον εαυτό σου από κάτω, τα βήματα προς τα πίσω μπορεί να έχουν προκληθεί μόνο από τη φύση του εδάφους, και δεν πρέπει να απελπίζεσαι."


Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί

(η φωτογραφία είναι του Ηλιογράφου)

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Εντός, εκτός και επί τα αυτά


Εποχή μετακινήσεων. Έλειπα και θα ξαναλείψω –αυτή τη φορά δυστυχώς χωρίς καθόλου πρόσβαση στο διαδίκτυο-, οπότε σκέφτηκα να σας αφήσω για συντροφιά κάποιες σκέψεις του Φερνάντο Πεσσόα περί ταξιδιών, από το «Βιβλίο της ανησυχίας» (μετ. Άννυ Σπυράκου):

«Τι είναι το ταξίδι και σε τι χρησιμεύει; Όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι ηλιοβασιλέματα, δεν υπάρχει λόγος να πάει να το διαπιστώσει κανείς στην Κωνσταντινούπολη. Η αίσθηση της ελευθερίας που γεννούν τα ταξίδια; Μπορώ να την γευτώ πηγαίνοντας από τη Λισαβώνα στην Μπενφίκα, και μάλιστα πολύ πιο έντονα από αυτόν που πάει από τη Λισαβώνα στην Κίνα, γιατί αν η ελευθερία δεν υπάρχει μέσα μου, δεν υπάρχει, για μένα, σε κανένα μέρος του κόσμου. (…)
Ο Κοντιγγιάκ αρχίζει έτσι το περίφημο βιβλίο του: «Όσο ψηλά κι αν ανεβαίνουμε, όσο χαμηλά κι αν κατέβουμε, ποτέ δεν βγαίνουμε από τις ίδιες μας τις αισθήσεις». Ποτέ δεν αποβιβαζόμαστε από τον εαυτό μας. Ποτέ δεν φτάνουμε στον άλλο παρά μόνο αν αλλοτριωθούμε από την ίδια μας την ευαίσθητη φαντασία. Τα αληθινά τοπία είναι αυτά που μόνοι μας φτιάχνουμε, γιατί έτσι είμαστε εμείς οι θεοί τους και τα βλέπουμε όπως στ’ αλήθεια είναι, δηλαδή έτσι όπως δημιουργήθηκαν. (…)
Όποιος διέσχισε όλες τις θάλασσες, δεν διέσχισε τελικά παρά τη μονοτονία του εαυτού του. Έχω κιόλας διασχίσει περισσότερες θάλασσες απ’ όλους. (…)
Στις χώρες που οι άλλοι ταξιδεύουν, πάνε ανώνυμοι, ξένοι προσκυνητές. Στις χώρες που πήγα εγώ, δεν γεύτηκα μόνο τις μυστικές χαρές του άγνωστου ταξιδιώτη, αλλά και τη μεγαλοπρέπεια του βασιλιά που εκεί βασιλεύει, το λαό που εκεί ζει τα δικά του έθιμα, την ιστορία ολόκληρη αυτού του έθνους και των άλλων. Τοπία, σπίτια, όλα τα είδα, γιατί όλα ήμουν, εν Θεώ ποιημένα από την ουσία της ίδιας μου της φαντασίας.»

Και αλλού:

«Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. (…)
Τα ταξίδια είναι οι ίδιοι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.»

Ακραίος υποκειμενισμός; Ίσως… Αλλά πάλι…
Εν αναμονή των διαφωνιών ή συμφωνιών σας, μέχρι να ξανασυναντηθούμε, να περνάτε καλά και… εν ελευθερία!... :)
(το έργο είναι της Μαριέλας Κωνσταντινίδου)

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Της... διαρκούς (επ)Ανάστασης


(Αφιερωμένο σ' εκείνους που γιορτάζουν)


"Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα –ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν (…) ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, δια, επί –άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι. Καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να έχεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;(…)
«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει». Άρα; Μηδέν ο μαθητής. -«Ο ήλιος κυκλωδίωκτος, ως αράχη, μ’ εδίπλωνεν». Άρα; Κενό.(…)
Κι όμως κάποιο άλλο «άρα» θα πρέπει να υπάρχει. Κάπου εκεί, κατά το μέρος του μυστηρίου, ή κατά το μέρος της φωνητικής, ή και τα δύο μαζί.(…)
Αναρωτιέμαι: Μήπως θα ήταν χρήσιμο να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι μια διαφορετική από μέρους τους διαχείριση των στοιχείων της πραγματικότητας θα μπορούσε πάλι να τα βγάζει σε αλλιώς αυστηρά και αλλιώς αποδεικτέα μαθηματικά;
Ο ποιητής διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία κατά τρόπο λευκό, μη προσοδοφόρο, ανεπίκαιρο, αλλά και για τούτο απρόσβλητον.(…)
«Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν…» Αλήθεια, εδώ πού πάει το «άρα»; Φοβούμαι, στο Α του Κενταύρου. Και είναι άδικο. Δεν επιτρέπεται να παραμένει ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη γη με τα τέσσερα. Τα υλικά του αγαθά που αέναα εκμηδενίζονται «συν τη αναλώσει» -και πώς να γίνει αλλιώς;- τον καταδικάζουν ουσιαστικά σε ισόβια: γραφείο-αυτοκίνητο-κρεβάτι-αποχωρητήριο-φέρετρο. Κι’ όμως, γι’ αυτά παθαίνεται και σκοτώνεται σ’ όλη του τη ζωή. Πόσο ευπρόσδεκτος λοιπόν θα ήταν εδώ ένας λιγάκι λοξός, που θα ‘πιανε από την άλλη άκρη το πρόβλημα και θα τους έλεγε χωρίς ενδοιασμούς: Εθισθείτε στην ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι μια ωραία γυναίκα που σας προσφέρεται –και δράσετε. Μη διστάσετε να εκλάβετε τα μαλλιά της για σύννεφα ή τη λύπη της για σιγανόφωνο τραγούδι. Μόνον ακούτε και χαϊδεύετε, χαϊδεύετε κι ακούτε.(…) Η πόρτα τότε μπορεί ν’ ανοίξει. Το σύννεφο να περάσει μέσα.(…) Οπόταν, βέβαια, θα ρωτήσει ο άλλος: Και το κέρδος; Ποιο είναι;
Απάντηση: Όλα και τίποτα. Είναι η μυστική κίνηση των πραγμάτων, κάτι που διπλασιάζει την ικανότητά σου ν’ αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας. Επειδή –να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. (…) Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγό νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο. Είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά τον χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου.
Υπερβολές; Δε νομίζω. Μάλλον ακριβολογίες. (...)"

(Από το "Η μέθοδος του ΆΡΑ", Εν λευκώ, Οδ. Ελύτης)
(το έργο είναι του Duane Keiser)

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

25η Μαρτίου 1821!!! 25η Μαρτίου 2008???


Στους καιρούς μας, λέει ο Γ. Σεφέρης, (…) όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια, είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:

«Πατρίς, να μακαρίζης όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, από ήσουνε χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογον των εθνών.
Όλους αυτούς να τους μακαρίζης. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνης εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων, κ’ εκείνους οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κ’ εκείνους οπού λυώσαν τόση Τουρκιά και πασσάδες εις τα Βασιλικά, κ’ εκείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου, (…) εκείνοι οι αθάνατοι τόσοι ολίγοι (ογδοήντα ένας εις την Λαγκάδα) γιόμωσαν τον τόπον κόκκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν εκείνοι οι ολίγοι ‘σ τ’ άλλο το μέρος των Θερμοπύλων κι’ αλλού. Αυτείνοι σε ανάστησαν και δεν μπήκε δύναμη και ζαϊρέδες και πολεμοφόδια, (…)
Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτείνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι’ αδελφούς του. (…)Αυτούς τους αγωνιστάς κατατρέχουν και τους λένε να πάνε να διακονέψουν. «Ποιος σας είπε, τους λενε, να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε;» (...) Τους φκειάσαν αυτείνοι οι διακονιαραίγοι, οι αγωνισταί, Εκλαμπρότατους, τους λευτέρωσαν από τους Τούρκους κι’ από τα χρέη, οπού χρώσταγαν των Τούρκων, κ’ έγιναν τώρα μεγάλοι και τρανοί. (…) Γιόμωσαν φατρίες και κακίες τους ανθρώπους του αγώνος. Τους καταδιαιρούν –γιομόζουν αυτείνοι αγαθά. (…) Έμειναν οι αγωνισταί διακονιαραίγοι. (…) Καταφρονούν όλους αυτούς και βαθμολογούν πολλούς, οπού ‘παιζαν το μπιλιάρδο μέσα στους καφφενέδες και τώρα είναι σπιγούνοι του Κυβερνήτη και των αλλουνών. Αυτείνοι βαθμολογούνται, αυτείνοι πληρώνονται βαριούς μιστούς. Οι αγωνισταί δυστυχούν. (…) Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν.
Από όλα αυτά, καϊμένη πατρίδα, δεν θα σωθούν τα δεινά σου, ότι σιδερώνουν την αρετή εκείνοι οπού σε κυβερνούσαν και σε κυβερνούν, και τώρα κατατρέχουν το δίκαιον και την αλήθειαν και με ψέματα θέλουν και με σπιγούνους να σε λευτερώσουνε. Μήτε τώρα είσαι καλά, μήτε δια τα μέλλοντά σου, με τους ανθρώπους οπού σε τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους και τοιούτους αξιωματικούς.
Συχωράτε με, αναγνώστες, οπού ‘φυγα από το προκείμενον. Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά. (…) Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν. Κ’ έχω σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ‘σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν ‘πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.»

Και αλλού:

«Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερο στα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, τό 'χουν σε δόξα, τό 'χουν σε τιμη' , το 'χουν σε ικανότη το να τους ειπείς ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά στην πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.»

(Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Απομνημονεύματα»)

Ο λόγος και πάλι στον Γ. Σεφέρη:

«Πολέμησε, αγωνίστηκε πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε -όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο- πάντα ορθός ως το τέλος: άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπεράνθρωπος μήτε σκουλήκι.
(…)
Ο θυμός του, ο πόνος του και η τραγωδία του, δεν είναι ατομικές του υποθέσεις, αλλά υποθέσεις δικές σας και δικές μου και όλων μας· υποθέσεις όπου όλοι μαζί, πεθαμένοι και ζωντανοί, είμαστε αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι. Έρχεται να μας ψιθυρίσει πως οι ομορφιές μας και τα στολίδια μας και τα υπάρχοντα, που τα νομίζαμε πολύτιμα, πάνε και πάνε, πάλιωσαν και τρίφτηκαν κι έγιναν σαρίδια…»


( «Ένας Έλληνας-ο Μακρυγιάννης», «Δοκιμές»)

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

Επίκαιρη δυσωδία

Α, οι χυδαίοι και βρόμικοι άνθρωποι που μοιάζουν πάντα οι ίδιοι,
που χρησιμοποιούν βρισιές αντί για τις συνηθισμένες λέξεις (…)
Θαυμαστή ανθρωπότητα που ζει σαν τα σκυλιά,
που είναι πιο χαμηλά απ’ όλα τα ηθικά συστήματα,
που γι’ αυτήν δεν επινοήθηκε καμμιά θρησκεία,
δεν δημιουργήθηκε καμμιά τέχνη,
δεν έγινε γι αυτήν καμμιά πολιτική!
Πόσο εγώ σας αγαπώ όλους σας, γιατί είστε έτσι,
μήτε ανήθικοι τόσο χαμερπείς που είστε, μήτε καλοί μήτε κακοί,
ανέγγιχτοι απ’ όλες τις προόδους,
πανίδα θαυμαστή του πυθμένα του ωκεανού της ζωής.

Φ. Πεσσόα
(Άλβαρο ντε Κάμπος, «θριαμβική ωδή», μετ. Μαρία Παπαδήμα)

http://www.esnips.com/doc/7252766f-ea8b-4d0c-9111-d3ea14c88645/05-Της-Επανάστασης

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008

Η ποιητική πολυσημία των λέξεων της ελληνικής

Πριν κάποια χρόνια, στις διακοπές μου σ' ένα πανέμορφο παραθαλάσσιο χωριό της Λακωνίας, είχα μια κουβέντα με μια Αγγλίδα, φίλη ενός φίλου, άγγλου επίσης και πολύ καλού ακουαρελίστα, εγκατεστημένων σχεδόν σ' αυτό το χωριό μόνιμα. Παρά την μεγάλη αγάπη και των δύο για την Ελλάδα, δεν είχαν καταφέρει να μάθουν ελληνικά. Αυτή είναι μια στάση που γενικά με ενοχλεί, γιατί πιστεύω ότι όταν φιλοξενείσαι σ' έναν τόπο, οφείλεις να τον τιμάς και να προσπαθείς να μετέχεις του πολιτισμού του, πολύ περισσότερο της κύριας έκφρασης αυτού του πολιτισμού, που είναι η γλώσσα του. Εν τούτοις ήταν και οι δύο πολύ συμπαθητικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι και έκανα παρέα μαζί τους, χρησιμοποιώντας κουτσά-στραβά τα πολύ λίγα αγγλικά που ξέρω εντελώς ερασιτεχνικά.

Εκείνο λοιπόν το ωραίο καλοκαιρινό μεσημέρι, μεταξύ ψαρομεζέδων και δροσερού λευκού κρασιού, κατάφερα (δεν φτάνει που με τα χίλια ζόρια βγάζαμε άκρη ακόμη και για τα βασικά) να μπλεχτώ σε μια συζήτηση, με θέμα την ελληνική γλώσσα! -ίσως υποσυνείδητα ήθελα να τους ψέξω κόσμια που επέμεναν να μη θέλουν να μπουν στον κόπο μιας τέτοιας εξαίσιας γλώσσας σαν την ελληνική. Και μάλιστα βάλθηκα να δείξω στην καθ' όλα τ' άλλα συμπαθή Αγγλίδα φίλη, ότι η ελληνική είναι μια γλώσσα που διαφέρει από τις άλλες λατινογενείς, ως προς το ότι είναι εγγενώς νοηματικά φορτισμένη. Ότι οι λέξεις φέρουν στο σώμα τους (ετυμολογικά) σημασίες και συνδηλώσεις όχι αμέσως ορατές, που λειτουργούν κάτω και παράλληλα με τις τρέχουσες σημασίες που έχουν κατά τη χρήση τους στην καθομιλουμένη. Σημασίες που επιβιώνουν επί χιλιετίες, έχοντας περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο των ελλήνων. Καταλαβαίνετε τι άθλος ήταν αυτός, αν σκεφθείτε ότι τα αγγλικά μου είναι παραπάνω από... σπαστά!!! Προφανώς όμως το πάθος και η πίστη σ' αυτό που αγαπάς κάνει θαύματα. Γιατί τα κατάφερα!!! Μέχρι και παραδείγματα της έφερα και της ανέλυσα, τα οποία την έκαναν να θαυμάσει για πρώτη φορά αυτή την μέχρι τότε καταγεγραμμένη στη συνείδησή της ως... στριφνή και παράξενη γλώσσα.

Αυτή την κουβέντα την θυμήθηκα, διαβάζοντας ένα ανέκδοτο κείμενο του Κορνήλιου Καστοριάδη με τίτλο "Εκφραστικά μέσα της ποιήσεως", που αναφέρεται σ' αυτό ακριβώς που προσπάθησα να εξηγήσω στην φίλη. Το βρήκα στην ιστοσελίδα του Μικρού Απόπλου (http://www.mikrosapoplous.gr/) και αναδημοσιεύω ένα μικρό μόνο μέρος του, για να πάρετε μια γεύση. Αξίζει όμως να το διαβάσετε ολόκληρο, γιατί δίνει θαυμάσια παραδείγματα της "αδιαίρετης πολυσημίας των λέξεων", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, της ελληνικής γλώσσας.


"Μερικές μεταφραστικές δυσκολίες μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές στηρίζονταν συχνά σ' ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής γλώσσας, κοινό πιθανώς με άλλες πρωτογενείς γλώσσες, γνώρισμα που μπορούμε να αποκαλέσουμε αδιαίρετη πολυσημία των λέξεων και των γραμματικών πτώσεων. Οι νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες δεν έχουν πλέον αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι ποιητές προσέφυγαν σε άλλες οδούς προκειμένου να δημιουργήσουν μια συγκρίσιμη εκφραστική ένταση.
Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν σε μια εξέταση των οδών της ποιητικής εκφραστικότητας και ιδιαίτερα της σημασιακής μουσικότητας της. [...]


Αδιαίρετη πολυσημία και στον Αισχύλο, στον Προμηθέα. Όταν ο Προμηθεύς, καρφωμένος στον βράχο του επικαλείται ως μάρτυρα των πόνων που άδικα υφίσταται (στ. 89 επ.) τη μητέρα του Γη, τον θείο Αιθέρα, τις πηγές των ποταμών και τις πνοές των ανέμων, καλεί επίσης το:

ποντίων τε κυμάτων
ανήριθμον γέλασμα

Ας αφήσουμε τον πλούτο των τρόπων (έχουμε συγχρόνως προσωποποιία και υπαλλαγή· αναρίθμητα είναι τα κύματα και όχι το γέλιο τους) για να περιορισθούμε στη λέξη γέλασμα. Θα το μεταφράσουμε αναγκαστικά με τη λέξη γέλιο.
Όμως ένας αρχαίος Έλληνας, ακούοντας ή διαβάζοντας τον στίχο, δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί και το άλλο νόημα του
γελάω, που βρίσκουμε στο επίθετο Ζευς γελέων, Ζευς του φωτός, ή στην ιωνική φυλή Γελέοντες, οι επιφανείς, οι λαμπροί. Υπάρχει συνεπώς μια έντονη αρμονική του γελάσματος, και πιθανώς μια ετυμολογική συγγένεια με το γέλας, λάμψη, σπινθηροβόλημα. Και σήμερα ακόμη λέμε: Τί γελαστή αυτή η μέρα! Είναι γελαστή, διότι είναι ηλιόλουστη, λαμπερή. Όταν και σήμερα, όπως στα χρόνια του Αισχύλου, βρισκόμαστε στη θάλασσα, και ειδικά στο Αιγαίο, βλέπουμε ιδίοις όμμασιν αυτό το ανήριθμον γέλασμα, αυτήν την ατέλειωτη μαρμαρυγή των κυμάτων στο φως του μεσημεριού."

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Το παιχνίδι της σελ. 123

Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση της γυριστρούλας, βάζω ένα κομμάτι από την σελ. 123 του βιβλίου "Η ειρωνική γλώσσα, κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία" του Νάσου Βαγενά, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, 1998.
Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι από το κείμενο με τίτλο "Ο Μπόρχες, ο Καβάφης και ο λαβύρινθος της ειρωνείας" και αναφέρεται στον Μπόρχες.


"Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε την ιδέα αυτή για να χαρακτηρίσουμε και την ιδέα του [του Μπόρχες] για την απώτερη αναζήτηση της ανθρώπινης ζωής. Σε κάθε βήμα μας μέσα στον λαβύρινθο, σε κάθε στροφή των διαδρόμων του, υπάρχει το ενδεχόμενο να βρεθούμε στο κέντρο του, που είναι ταυτόχρονα και η έξοδός του, να φτάσουμε στη λυτρωτική αποκάλυψη. Το απόλυτο βέβαια θα πρέπει να το δούμε ως το αίσθημα της εξαγοράς του χρόνου, του διαδοχικού χρόνου, γιατί, σε τελευταία ανάλυση, ο χρόνος είναι ο λαβύρινθος που μας φυλακίζει. Θα πρέπει να το δούμε ως τον χρόνο στην πλήρη ενσάρκωσή του, που είναι ταυτόχρονα και η κατάργησή του: ως εκείνη τη μοναδική, την πυρακτωμένη στιγμή, που συναιρεί και καταλύει όλες τις αντιθέσεις του κόσμου μας και της ζωής μας, που συγχωνεύέι όλους τους τόπους, όλους τους χρόνους, όλες τις στιγμές μας, να το δούμε ως τον χρόνο τον απόλυτα διαυγή, τον συμπυκνωμένο σ’ ένα μόνο σημείο, όπως το κρυστάλλινο σφαιρίδιο του «Άλεφ», που μπορεί να μας χαρίσει, έστω και για μία μόνο στιγμή, μια γεύση της αιωνιότητας, ή τουλάχιστον της ιδέας της αιωνιότητας."

Με τη σειρά μου καλώ -μια που τους "κολλητούς" τους κάλεσε ήδη η Γυριστρούλα- τους Ηλιογράφο, Βασίλη Ρούβαλη, Vel..., The return και Διακονιάρη.

Οι όροι του παιχνιδιού είναι:

  • ανοίξτε στη σελ. 123 το πιο κοντινό σας βιβλίο
  • κάνετε ανάρτηση την 6η, 7η και 8η πρόταση.
  • δώστε την σκυτάλη σε άλλους πέντε φίλους

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Αφιερωμένο σε όσους "τυφλώνονται" από έρωτα, πίστη, πάθη γενικά...

"Οι τυφλωμένοι άνθρωποι είναι πολύτιμοι, γιατί φωτίζουν τα αφώτιστα"
Κωστής Παπαγιώργης