"Ποιητικά μόνον οικεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος τη γης ετούτη" Martin Heidegger

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Τουλάχιστον

------

Κατρακυλάς στον θάνατο ασταμάτητα.

Από ποια μάγια ν’ αρπαχτείς
Που κάτω από τα πόδια σου η σάρα των ανθρώπων
Ένα κλαδί από μύθο μια στιγμή πάνω από το κενό να μετεωριστείς
Πριν διαλυθείς στο ουρλιαχτό σου

(Και μη νομίζεις πως δεν ξέρει όλων των αστεριών τις λάμψεις,
τις περιστροφές και τις εκλείψεις του φωτός τις αναπόφευκτες
που δένουν το στερέωμα σφιχτά
και το νερό στ’ αυλάκι έχει δει να τρέχει γαργαλώντας
της γης την αμασχάλη με τα χόρτα
και να γυρίζει θέλοντας και μη στο βουερό ποτάμι
πριν μοναχό του εξαντληθεί από μανία στροφής
κι όλον τον μόχθο έχει δει να πήζει πίκρα στου πατέρα του το χέρι
και στο σφιγμένο στόμα η αντοχή της μάννας του να ‘χει τραβήξει
μια παύλα οριστική και αμετάκλητη.
Όλα τα ξέρει, μη νομίζεις, της νομοτέλειας τα βάναυσα
Μα ίσα-ίσα είναι γι’ αυτό που πάει ανάστροφα υποσκάπτοντας
Με κρούσεις ρυθμικές βία στη βία).

Όλοι χαροπαλεύουμε εκ γενετής

Τουλάχιστον
ας έχει ο καθένας
την πτώση που αξίζει

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

"Αρτούρο Ούι"


"Αρτούρο Ούι" του Μπέρτολτ Μπρεχτ, για δεύτερη χρονιά
στο Θέατρο Σχεδία από 20/11 ως 20/1.



Ένα έργο για την διαπλοκή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας -σας θυμίζει κάτι;-, με την σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Κανελλόπουλου, που αποτυπώνει με τρόπο προκλητικό το κωμικοτραγικό και ταυτόχρονα στυγνό παιχνίδι ισχυρών, παρατρεχάμενων, ανδρείκελων και όλου αυτού του ανάλγητου γνωστού-άγνωστου συναφιού, στην πλάτη της εκκωφαντικά απούσας κοινωνίας.

Βουτάδων 34 - Γκάζι
Παραστάσεις:
Πέμπτη με Δευτέρα, 9 και 15
Κυριακή στις 4
Κυριακή και Δευτέρα: είσοδος ελεύθερη

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Αννίτα ζεις, εσύ μας οδηγείς!

-επετειακόν-


(ευτυχώς οι συνειρμοί παραμένουν ελεύθεροι...
το ίδιο και η θλίψη των ποιητών...)


ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ

Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, καιγότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μια κόλαση, πλάγιασε πάλι, απέναντι η Φανή,

το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δεκαεφτά που πέθανε, κι όξω απ’ την κάμαρα ο σταθμός, σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.

Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας

την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μούτρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας

την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θάλασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον ήλιο καίγοντας.

Έτσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι, βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζίκια το κεφάλι του πριζότανε.

Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντίλαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χωράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,

έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας τα γεγονότα τ’ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,

χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ’ άλλο, κράζοντας, και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.

Κατέβηκε παντού η σιωπή.

Κατέβηκε με τ’ άροτρο ο Θεός.

Άσπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντα, και το φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ’ άσπρα του δάχτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός

είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα πουλιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την άκρη τ’ ουρανού.

Κι είπε ο Θεός.

Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην πέτρα του γιαλού.
Ήρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο δρόμος όξω απ’ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κ η κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η Φανή,

στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκινοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φανάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το χριστό σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε

χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύνταξη κι ο σκούρος τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέσματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.

Κι εφάνηκε απ’ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρθε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την αλυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της κομένο απ’ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι της.

Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα με τ’ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα-κόκαλα, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.

Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.

Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.

Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βράχια νερό κι πέτρες χάθηκαν,

η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,

τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,

μονάχα ο κούφιος ουρανός.




Τάκης Σινόπουλος, Νεκρόδειπνος

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

ο κ. Κόυνερ απαντά


Σε εποχές κρίσης -σαν τη δική μας-, ο άνθρωπος αναζητεί απαντήσεις σε ερωτήσεις κρίσεως -σαν τις δικές μας.

Ο κ. Κόυνερ (του οποίου το όνομα Keuner υπαινίσσεται τη λέξη keiner=κανένας) απαντά με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:



Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει. Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινώ εγώ ο ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο όπου ο κόσμος πεινάει. Ας μου επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γεγονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ο ίδιος, τουλάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τους άλλους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας.


Ο κ. Κ. πήγε σε μια συγκέντρωση και αφηγήθηκε μετά τούτη την ιστορία: Στη μεγάλη πολιτεία Χ υπάρχει ένας σύλλογος που έχει τ’ όνομα Χμ,χμ. Στο σύλλογο αυτό επικρατεί η παράδοση μετά από ένα θαυμάσιο γεύμα που γίνεται μια φορά το χρόνο τα μέλη να λένε δυο-τρεις φορές: Χμ.χμ. Στο σύλλογο αυτό ανήκουν άνθρωποι που τους είναι αδύνατο να σωπαίνουν και να θάβουν τη γνωμη τους, μα που έφτασαν ωστόσο να διαπιστώσουν ότι οι άλλοι παρεξηγούν πάντα αυτά που λένε. Μαθαίνω ωστόσο, είπε ο κ. Κ., κουνώντας το κεφάλι του, ότι μερικοί παρεξηγούν κι αυτό ακόμα το Χμ, χμ, γιατί πιστεύουν ότι δε σημαίνει τίποτα.


Τι κάνετε, ρώτησαν τον κ. Κ., όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο; Κάνω ένα σκίτσο του, αποκρίθηκε ο κ. Κ., και φροντίζω να του μοιάζει. Ποιο, το σκίτσο; Όχι αποκρίθηκε ο κ. Κ. ο άνθρωπος.


Ο κ. Κ. κοίταξε τη ζωγραφιά που είχε κάνει η ανεψιά του. Έδειχνε μια κότα που πετούσε πάνω από την αυλή. Γιατί η κότα σου έχει τρία πόδια; ρώτησε ο κ. Κ. Μα οι κότες δεν μπορούν να πετάξουν, αποκρίθηκε η μικρή καλλιτέχνις, της χρειάζεται λοιπόν ένα τρίτο πόδι για να πάρει φόρα. Χαίρομαι που ρώτησα, είπε ο κ. Κ.



Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύ καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου , του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.



"Ιστορίες του κ. Κόυνερ", Μπέρτολτ Μπρεχτ

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Άντε, κι ο ουρανός καράβι λοιπόν!

Κι επειδή μόλις κάποιοι "μεθυστές" μου θύμισαν ότι γιορτάζω, να κεράσω τραγουδάκι ταιριαστόν....

Υγιαίνομεν! -παραδόξως πως... αλλά το πράττομεν.... :)))))))))

Αρκετά με την Αμερική και την αλλαγή -ή "αλλαγή"- της.
Εδώ έχουμε καυτά προβλήματα! Μας έριξαν στάχτη στα μάτια όλοι οι συνωμότες (πολιτικοί και δημοσιογράφοι), μας έβαλαν ν' ασχολούμαστε με τον Ομπάμα, για να περάσουν από την πίσω πόρτα το αντεθνικό νομοσχέδιο περί απαγόρευσης του καπνίσματος!!!
Δε φτάνει που έχουν βάλει χέρι στο στομάχι μας -που γουργουρίζει τελευταία όλο και πιο απειλητικά- θέλουν τώρα να βάλουν χέρι και στον... καρκίνο μας!!!!!

Ο ανένδοτος αρχίζει ΤΩΡΑ!
Κάτω τα χέρια από τον καρκίνο μου!


Και ιδού η πρώτη σφαίρα (άρτι αφιχθείσα με mail) κατά της εγχώριας καταπάτησης του -πιο- ανθρώπινου δικαιώματος, τουτέστιν του δικαιώματος στην απόλαυση:


Ενας παπάς αποφασίζει, οτι μια επίδειξη θα έδινε άλλη βαρύτητα στο κυριακάτικο κήρυγμα, γι αυτό έβαλε 4 σκουλήκια σε 4 μπουκάλια.
-Το πρώτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε οινόπνευμα
-Το δεύτερο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καπνό
-Το τρίτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε σπέρμα
-και το τέταρτο σκουλήκι σε μπουκάλι που περιείχε καθαρό νερό.

Στο τέλος του κηρύγματός του ο παπάς δίνει τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής:
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του αλκοόλ, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι του καπνού, πέθανε
- το σκουλήκι που τοποθετήθηκε στο μπουκάλι με το σπέρμα, πέθανε
- αυτό μόνο που τοποθετήθηκε μέσα στο καθαρό νερό έζησε.

Ο παπάς απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα ρώτησε: "Ποιό είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα, από αυτήν την παραβολή;"Και μια γριούλα από το βάθος της εκκλησίας αναφωνεί:

"ΌΣΟ ΠΙΝΟΥΜΕ, ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΗΔΙΟΜΑΣΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΠΙΑΣΟΥΜΕ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ!!!!"

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Θα τα καταφέρει;

Η Αμερική θέλει να ξεπλύνει τη ντροπή της. Θα τα καταφέρει;


(πολύ σωστά! στις δημοκρατίες οι λαοί είναι συνυπεύθυνοι με τους αρχηγούς τους, μη ξεχνιόμαστε)

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Η γερόντισσα με τα λευκά μαλλιά

Βαθούλωσε η σάρκα
Κι ανακατεύτηκε το μέσα με το έξω
Σκόρπιες εικόνες απότομα χαμένες
Σε μια κηλίδα της ματιάς
Σπασμένα βλέφαρα
Που τρέμουν τρεις λευκές χαράδρες
Πόλεμος, πείνα, θάνατος
Γερόντισσα κι ας σπαρταράει
Το αίμα στην ανάσα της
Είναι που πιο βαθύ ριζώνει
Και πληγώνει
Του τέλους η πνοή
Ραπίσματα από μέλλον που δεν ήρθε
Στο κυρτωμένο μάγουλο
Εκείνο που την εγκατέλειψε
Με μια ευχή στο χέρι
Ούτε μαντήλι πρόλαβε να πει
Μη με ξεχάσεις
Ριγμένα άρον-άρον όλα σ’ ένα φορτηγό
Ν’ αλλάζει πόλεις και ανθρώπους να γυρεύει
Εκείνο που της έφευγε σε κάθε προορισμό
Ζάρωσε μέσα της η προσδοκία ρυτίδα
Και μετάνοια
«Ζωή που δεν σε πρόλαβα
Μόνο με νυφικό σε είδα
Να ξεμακραίνεις σ’ αρμυρό νερό λευκή
Με τα λευκά μαλλιά μου σε θυμάμαι
Ν’ ανεμίζεις θρίαμβο και θλίψη
Καθώς σ’ ακολουθούσαν πάντα τα πουλιά
Ακόμη κάτι στη σπασμένη σκέψη μου χρυσίζει
Η βέρα μου που πριν με συναντήσεις στο ιερό
Έλυνε κι έδενε τους κύκλους σου ταξίδι
Έριχνε μάγια στον τυφλό εχθρό
Έγραφε κι έσβηνε τον άσπρο ουρανό
Εδώ κι αυτή
Στης σάρκας τις λακκούβες μου βουλιάζει
Νυστάζω πια
Και η ψυχή μου ανακατεύτηκε
Με τ’ άσπρα μου μαλλιά»